Η κλειστή πνευματικότητα και το νόημα τού εαυτού
Ο μυστικισμός τής ισχύος και η αλήθεια τής φύσεως και τού προσώπου

Η κοινωνία τού κορπορατισμού

John Ralston Saul :
«Πολιτισμός χωρίς συνείδηση»,
εκδόσεις Ροές, Απρίλιος 2002
Μετάφραση : Ευηνέλλα Αλεξοπούλου - Δημήτρης Μπάκουλης

«Τι είναι, άραγε, πιο αξιοκαταφρόνητο
από ένα πολιτισμόπου αποστρέφεται την αυτογνωσία;»
John Ralston Saul

 

Πριν από λίγα χρόνια, στην προσπάθειά μου να κατανοήσω βαθύτερα το πρόβλημα που πολύ σχηματικά ονομάζουμε «δυτικός πολιτισμός», έπεσε στα χέρια μου, χάρη στο φίλο μου Υβ Λε Μανάκ, ένα ογκώδες βιβλίο που το όνομα τού συγγραφέα του δεν μού έλεγε τίποτα αλλά ο τίτλος, και κυρίως ο υπότιτλός του, υπόσχονταν πολλά. Συγγραφέας : ένας Καναδός μυθιστοριογράφος, ο John Ralston Saul. Τίτλος : "Voltaire's bastards", «Τα νόθα παιδιά τού Βολταίρου». Υπότιτλος : "The dictatorship of Reason in the West", «Η δικτατορία τού Ορθού Λόγου στη Δύση». Πρώτη έκδοση : "The Free Press", Νέα Υόρκη, 1992. Παρά τις σχεδόν οκτακόσιες σελίδες του, το διάβασα μονορούφι κι από τότε συχνά ανατρέχω σε κάποιο από τα εικοσιδύο κεφάλαιά του. Διότι για πρώτη φορά είχα μπροστά μου μια πολύπλευρη μελέτη πάνω στο δυτικό πολιτισμό, η οποία κάλυπτε μια ευρύτατη ιστορική περίοδο (από το Μεσαίωνα ώς τις μέρες μας) χωρίς να ξεπέφτει στον ακαδημαϊσμό, μιάς και ο συγγραφέας του ήθελε με αυτήν να φωτίσει το παρόν προκειμένου ν' απαντήσει σ' ένα συγκεκριμένο φλέγον ερώτημα : γιατί η θεωρούμενη ως κοιτίδα τής σύγχρονης Δημοκρατίας, τού Ορθού Λόγου και τών Δικαιωμάτων τού Πολίτη πάσχει από ένα έλλειμα πραγματικής δημοκρατίας, το οποίο οξύνεται όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνει η παθητικότητα τής μεγάλης πλειοψηφίας τών πολιτών;

Οπωσδήποτε, το ζήτημα τής παθητικότητας τών πολιτών είχε ήδη απσχολήσει μια πολύχρονη αναφορά μου, τούς καταστασιακούς (situationnistes), και είχε οδηγήσει τον Γκυ Ντεμπόρ να ορίσει τη σύγχρονη κοινωνία ως "κοινωνία τού θεάματος". Ωστόσο, οι κριτικές αναλύσεις τού Ντεμπόρ παρέμεναν εξαιρετικά αφηρημένες και πολύ "γενικής χρήσεως" καθώς, παρά την αξία τους, δεν κατόρθωναν να αναλύσουν με πολιτικούς όρους τη δραστηριότητα εκείνη που επιδιώκει και δικαιολογεί ιδεολογικά αυτή την παθητικότητα - γεγονός άλλωστε που οδήγησε προς το τέλος τον ίδιο τον Ντεμπόρ σε μια σχεδόν συνομωσιολογική αντίληψη τών πολιτικών ζητημάτων, κάνοντάς τον αναπάντεχα αποδεκτό, ως «θεωρητική αναφορά", ακόμα και από ορισμένους δημοσιογραφικούς, πανεπιστημιακούς και πολιτικούς κύκλους που οπωσδήποτε ο ίδιος αποστρεφόταν βαθύτατα.
Στα «Νόθα παιδιά τού Βολταίρου» ο Saul θεμελίωνε αριστοτεχνικά και πειστικά τις απαντήσεις του φωτίζοντας ένα ιστορικό-πολιτικό γεγονός, που οπωσδήποτε έχει διαφύγει τόσο από τούς καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ όσο και από πολλούς ιστορικούς και κοινωνικούς αναλυτές, και ιδιαίτερα από εκείνους που θεώρησαν οτι η δημοκρατική διεκδίκηση είναι απολύτως ταυτόσημη με το «Διαφωτισμό». Ξεδιαλύνοντας την αχλύ τών μύθων, επισήμαινε πως ο ορθολογισμός, η ιδεολογία που θέλει τον «ορθό λόγο» υψηλότερη έκφραση τού ανθρώπινου και πανάκεια για την επίλυση τών κοινωνικών προβλημάτων, υπήρξε σημαία και αιχμή τού δόρατος μιάς κοινωνικής ομάδας, τών Αυλικών. Τόνιζε πως η ομάδα αυτή χαρακτηρίζεται κυρίως από την ανεύθυνη έπαρση, μιάς και ελέγχει την εξουσία χωρίς ωστόσο να υφίσταται άμεσα τις συνέπειες τών αποφάσεων που τη διαμορφώνουν, και από μια βαθύτατη δυσπιστία έως αποστροφή προς το λαϊκό στοιχείο. Υπογράμμιζε πως οι Αυλικοί δεν έχουν κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία ούτε και το ήθος που αυτή προϋποθέτει και απαιτεί, και έδειχνε πως η περίφημη «αστική επανάσταση» ήταν σε μεγάλο βαθμό η πρώτη ιστορική απόπειρα τών Αυλικών να καταλάβουν την εξουσία. Έτσι, με πλήθος παραδειγμάτων, αποδείκνυε οτι οι σημερινοί τεχνοκράτες και μάνατζερς, που επίσης ελέγχουν την εξουσία χωρίς να υφίστανται άμεσα τις συνέπειες τών αποφάσεων που τη διαμορφώνουν, είναι κατευθείαν απόγονοι τών Αυλικών και τού «ορθολογιστικού» και βαθιά αντιδημοκρατικού ήθους τους -- κοντολογίς, οτι μια ευθεία γραμμή, μια «κοινότητα παράδοσης» συνδέει λ.χ. τον Νικολό Μακιαβέλι με τον Robert MacNamara, μια κοινή παράδοση που όχι μόνο δεν έχει σχέση με το δημοκρατικό αίτημα, το οποίο διαμορφώθηκε από εντελώς άλλα ιστορικά ρεύματα και ανθρώπους, αλλά και επιχειρεί να το διαστρέψει όταν δεν μπορεί να το εκμηδενίσει.

Έχοντας λοιπόν μελετήσει κι εκτιμήσει «Τα νόθα παιδιά τού Βολταίρου», και γνωρίζοντας οτι μάλλον δύσκολα θα έβρισκε εκδότη στη χώρα μας (800 σελίδες ενός άγνωστου συγγραφέα;), υποδέχτηκα με ενθουσιασμό την έκδοση στα ελληνικά τού «Πολιτισμός χωρίς συνείδηση» (The Unconscious Civilization), ενός πιο πρόσφατου βιβλίου τού ίδιου συγγραφέα. Και εδώ, ο John Ralston Saul δεν με απογοήτευσε. Αντίθετα! Στις 290 σελίδες αυτής τής νέας μελέτης του, ο Saul, όπως επισημαίνει στον πολύ χρήσιμο πρόλογό του ο δρ Αστέρης Χουλιάρας τού Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, "αναδιατυπώνει και επεκτείνει τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στο Voltaire's Bastards, και παρουσιάζει με συνοπτικό αλλά περιεκτικό και πειστικό τρόπο ενδιαφέρουσες ιδέες για το παρόν και το μέλλον τής δημοκρατίας».

Πράγματι, δύο είναι οι βασικοί άξονες που συνθέτουν το «Πολιτισμός χωρίς συνείδηση". Από τη μια μεριά, η ανάδειξη, με πλήθος ιστορικών και σύγχρονων παραδειγμάτων κι επιχειρημάτων, τού κορπορατισμού, δηλαδή τής συντεχνιακής ιδεολογίας, που εμπνέει τα νόθα παιδιά τού Βολταίρου, τούς σημερινούς απόγονους τών Αυλικών, τούς τεχνοκράτες-μάνατζερς, που ευδοκιμούν τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Από την άλλη, η ανάδειξη τού "ατομικισμού", όπως, αντιδιαστέλλοντάς την προς τον εγωιστικό ατομισμό, ονομάζει την πηγή έμπνευσης τού ήθους μιάς ατομικά ή (καλύτερα θα λέγαμε) προσωπικά υπεύθυνης στάσης που ενδιαφέρεται πρωτίστως για το κοινό καλό, και η οποία βρίσκεται στη ρίζα τής δημοκρατικής διεκδίκησης.

Ο Saul είναι δραματικά σαφής : "Πιστεύω οτι, ήδη, στις κοινωνίες τής Δύσης βρισκόμαστε πολύ κοντά σε μια μετατόπιση τής νομιμότητας. Η αληθινή εξουσία σήμερα ανήκει στο νέο-κορπορατισμό, ο οποίος στην ουσία είναι ο παλιομοδίτικος κορπορατισμός" (σ. 39). "Ζούμε σε μια κορπορατιστική κοινωνία με ελαφρές αξιώσεις δημοκρατίας" (σ. 61), όπου "οι σοβαρές, σημαντικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται με δημοκρατικές συζητήσεις ή με τη συμμετοχή τού πολίτη, αλλά μέσα από διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις ενδιαφερόμενες ομάδες, όπου κυριαρχεί η καπατσοσύνη, το συμφέρον και η ικανότητα άσκησης εξουσίας" (σ. 60).

Η διαμόρφωση ενός "πολιτισμού χωρίς συνείδηση", ενός πολιτισμού που αποστρέφεται την αυτογνωσία και ταυτοχρονα οδηγεί τον πολίτη στην παθητικότητα, οφείλεται λοιπόν στο σφετερισμό τής διακυβέρνησης από τούς επαρμένους νέο-Αυλικούς τεχνοκράτες και μάνατζερς, στην επικράτηση τής κορπορατιστικής ιδεολογίας που τούς εμπνέει και στη συνακόλουθη "μετατόπιση τής νομιμότητας στην κοινωνία μας από τον πολίτη στην ομάδα" (σ. 39), γεγονός που μετατρέπει τον υπεύθυνο πολίτη-άτομο σε αγελαίο υπήκοο.

Γι' αυτό το φαινόμενο δεν ευθύνεται μία συγκεκριμένη πολιτική παράταξη : "Τίποτε από αυτά που περιγράφω δεν αποτελεί μια απλή διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Ο κορπορατισμός διατρέχει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα" (σ. 141). Και είναι πράγματι χαρακτηριστικό οτι, πέραν τών όσων καταμετρά ο ίδιος ο Saul μεταξύ τών οπαδών τού κορπορατισμού (από τον Χέγκελ έως τον Durkheim), ακόμα και ο καθόλου "εγελιανός" Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν δήλωνε πως "ο νόμος δεν μπορεί να πηγάζει από καμμία βούληση, ούτε τού λαού, ούτε τών εκπροσώπων του, αλλά μόνον από την αναγνώριση τής αλήθειας δια τού ορθού λόγου" (Correspondance, τ. 1, σ. 178). Είναι όμως χαρακτηριστικότερο οτι, όπως επισημαίνει ο δρ Χουλιάρας, ο Saul είχε αρχικά επιλέξει ως υπότιτλο για το βιβλίο του τη φράση "Πώς ο Μουσολίνι κέρδισε τον πόλεμο". Διάθεση πρόκλησης; Δυστυχώς όχι! Ανατρέχοντας στις ρίζες και τις πολιτικές εκφράσεις τού κορπορατιστικού κινήματος, που "γεννήθηκε το 19ο αιώνα ως εναλλακτική λύση στη δημοκρατία [προτείνοντας] να γίνεται η νομή τής εξουσίας από ομάδες και όχι από μεμονωμένους πολίτες" (σ. 37), ο Saul δείχνει όχι μόνο το γεγονός οτι με το Φασισμό "ο κορπορατισμός βρέθηκε για πρώτη φορά στο κέντρο τής σύγχρονης εξουσίας" (σ. 54), αλλά και - θυμίζοντάς μου εδώ μιά ανάλυση που έκανε ήδη από το 1940 ο Καρλ Κορς - το γεγονός οτι, στη συνέχεια, οι αντίπαλοι τού Ολοκληρωτισμού υιοθέτησαν όλο και περισσότερο τις θεμελιώδεις αρχές τού κορπορατισμού.

Τι είναι όμως ο κορπορατισμός; Πρόκειται ουσιαστικά για εκείνη την κοσμοθεώρηση και ιδεολογία που θεωρεί το συμφέρον ως κινητήρια δύναμη τού ανθρώπου, και συνεπώς τον κόσμο ως ένα πεδίο εκδίπλωσης, σύγκρουσης και επιμερισμού συμφερόντων. Εδώ, ο ορθός λόγος περιστέλλεται ουσιαστικά στην εργαλειακή λογική, μια κοντόθωρη λογική, βάσει τής οποίας μπορώ να υπολογίσω και αποφασίσω "τι με συμφέρει καλύτερα". Η ιδεολογία αυτή εκπορεύεται ασφαλώς από τις συντεχνιακού τύπου ομάδες συμφερόντων, που βρίσκουν σε αυτή την καταλληλότερη έκφραση και δικαιολόγησή τους. Και αν, κάποτε, αυτή η ιδεολογία αφορούσε σε πρακτικές περιφερειακές ή και περιθωριακές ως προς τη διακυβέρνηση τής κοινωνίας, σήμερα, μετά την επιτυχία τού εγχειρήματος τών "νόθων παιδιών τού Βολταίρου", την έχει διαποτίσει σε βάθος.

Έτσι, στο ερώτημα "Γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να επιβάλλουν τις μακροπρόθεσμα κατάλληλες νομικές ρυθμίσεις;", η απάντηση τού Saul, αποφεύγοντας τις αφελείς "αντεξουσιαστικές" γενικότητες, είναι καίρια : "Σε μεγάλο βαθμό επειδή ζούμε όντως σε μια κορπορατιστική κοινωνία, όπου η μέριμνα για το κοινό καλό έχει περιοριστεί στο ελάχιστο και οι κυβερνήσεις, μέσω τών μάνατζέρ τους, πιστεύεται οτι πρέπει να επικεντρωθούν στο ρόλο τού 'διαμεσολαβητή συμφερόντων' - για να χρησιμοποιήσουμε τη νέο-κορπορατιστική ορολογία. Δεν υπάρχει περιθώριο για σκέψη σε κανένα επίπεδο, επειδή δεν υπάρχει περιθώριο για ανιδιοτέλεια" (σ. 199). Γι' αυτό άλλωστε, "ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο πολύ διαθέσιμο χρήμα, κι όμως δεν υπάρχουν χρήματα για το κοινό καλό [?] Σ' ένα κορπορατιστικό σύστημα δεν υπάρχουν ποτέ χρήματα για το κοινό καλό, αφού η κοινωνία έχει υποβαθμιστεί σ' ένα σύνολο συμφερόντων" (σ. 64).

Με γλώσσα συνειδητά ανεπιτήδευτη αλλά καθόλου απλοϊκή, και με επιχειρήματα συγκεκριμένα, προκειμένου ν' απομονώσει και καταδείξει διαυγέστερα το φαινόμενο τού κορπορατισμού ο Saul υπογραμμίζει το αδιέξοδο μιάς σειράς μεθόδων, που οι σύγχρονοι μάνατζερς έχουν ανάγει σε θέσφατα (όπως η περικοπή τών δαπανών στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, το φόβητρο τού δημόσιου χρέους, ή η περιστολή τής κοινωνικής πρόνοιας), και επιτίθεται συστηματικά στους θεμελιώδεις μύθους στους οποίους στηρίζεται ο κορπορατισμός. Το μύθο οτι η ανάπτυξη τής Δημοκρατίας οφείλεται στη Βιομηχανική επανάσταση και την "ελεύθερη αγορά", ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για άσχετα μεταξύ τους και εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενα φαινόμενα (κι εδώ είναι αρκετά επίκαιρη η επισήμανσή του οτι η εισαγωγή τού θεσμού τών ενόρκων, ήδη από το 12ο αιώνα, συνδέεται με τη δημοκρατική διεκδίκηση και την εμπιστοσύνη στον πολίτη, τη στιγμή που οι σημερινοί πολέμιοί του τον απορρίπτουν επιστρατεύοντας σαφώς κορπορατιστικά επιχειρήματα). Το, συναφή με τον προηγούμενο, μύθο τών "ιδιωτικοποιήσεων" μέσω τού οποίου, ενώ συγκαλύπτεται το γεγονός οτι και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πνίγονται από τη δική τους γραφειοκρατία, στην ουσία καταργείται οποιαδήποτε έννοια δημοσίου- κοινού καλού. Το μύθο τής τεχνολογίας, που ευαγγελίζεται την ευημερία ενώ στην πραγματικότητα υποβιβάζει την πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα και την κατανόηση στον απλό χειρισμό δεδομένων άψυχων αντικειμένων. Το μύθο τής παγκοσμιοποίησης, δηλαδή το μύθο οτι η αύξηση τών εμπορικών συναλαγών θα οδηγήσει τα άτομα σε μεγαλύτερη ευημερία, και το συναφή μύθο τών χρηματαγορών, που στην πραγματικότητα δεν ευνοούν την ανάπτυξη αλλά την κερδοσκοπία. Τον ίδιο το μύθο τής "οικονομικής επιστήμης" : "Ωστόσο, μέσα σε αυτά τα 25 χρόνια η οικονομική επιστήμη απέτυχε παταγωδώς να εφαρμόσει τα μοντέλα και τις θεωρίες της στην πραγματικότητα. Η αποτυχία αυτή δεν οφείλεται στο οτι δεν εισακούστηκαν οι συμβουλές τών οικονομολόγων. Ίσα ίσα, οι συμβουλές τους ακολουθήθηκαν με ευλάβεια μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια [?] Αν οι οικονομολόγοι ήταν γιατροί, θα είχαν μπλεξίματα σήμερα με μηνύσεις, οι οποίες θα είχαν ασκηθεί εναντίον τους για παράβαση καθήκοντος" (σ. 21)! Και τέλος, το μύθο οτι εξειδίκευση σημαίνει κατ' ανάγκη γνώση.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον, πέραν τών προηγουμένων και πολλών άλλων (όπως η κριτική του στην «άμεση δημοκρατία τών δημοψηφισμάτων»), στα οποία δεν μπορούμε ν' αναφερθούμε στα πλαίσια αυτής τής παρουσίασης, έχουν τρία ακόμα σημαντικά κλειδιά τής έρευνάς του. Αφ' ενός οι πάμπολλες αναφορές τού Saul στη χειραγώγηση τής γλώσσας, την οποία επιχειρεί ο κορπορατισμός μέσα από μια σειρά "γλωσσικών ολισθημάτων" που υποβιβάζουν τη ζωντανή, δημόσια γλώσσα στη ρητορική, την προπαγάνδα και τις εξειδικευμένες διαλέκτους, που καθιστούν τεχνηέντως αδύνατη την κατανόηση οποιασδήποτε πρότασης. Αφ' ετέρου, η επισήμανση τού ρόλου τον οποίο, εν τέλει, έπαιξε ο φροϋδισμός στην παθητικοποίηση τών ατόμων τοποθετώντας το "ασυνείδητο" σε μια θέση συμμετρική προς την "αόρατη χείρα τής αγοράς" τών μερκαντιλιστών-κορπορατιστών. Τέλος, η ανάδειξη τού μερίδιου ευθύνης που αναλογεί σε όλους μας, ανεξαιρέτως κοινωνικής θέσης ή πολιτικών συμπαθειών, σχετικά με το θρίαμβο τού κορπορατισμού - ευθύνη που έχει να κάνει με την προθυμία μας να υιοθετούμε μια ιδεολογική στάση απέναντι στη ζωή, αντικαθιστώντας την έρευνα και την ευθύνη με το βόλεμα σε απαντήσεις, γεγονός που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον κορπορατισμό και μάς οδηγεί σε μια "παιδιάστικη εικόνα τής κοινωνίας" και σ' ένα "πολιτισμό χωρίς συνείδηση".
Αν θα μπορούσα να διατυπώσω μια κριτική επιφύλαξη για τούτο το βιβλίο, αυτή δεν αφορά τόσο το οτι, όπως επισημαίνει ο δρ Χουλιάρας, «δεν προσφέρει συγκεκριμένες απαντήσεις στα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα». ΄Αλλωστε, ήδη από «Τα νόθα παιδιά τού Βολταίρου», ο Saul απέρριπτε την ιεροεξεταστικών καταβολών πεποίθηση οτι "για κάθε ερώτηση υπάρχει μόνο μια σωστή απάντηση", υπογραμμίζοντας τη σπουδαιότητα τής ίδιας τής διερώτησης και την ανάγκη να διαφυλαχτεί η πολλαπλότητα τών απαντήσεων.

Η επιφύλαξή μου αφορά μάλλον στο δεύτερο βασικό άξονα τής σκέψης του, δηλαδή στην έννοια τού "ατομικισμού", παρ' όλο που ο Saul υπογραμμίζει οτι δεν έχει καμμία σχέση με τον ιδιοτελή ατομισμό, και παρ' όλο που αντιτίθεται σφοδρά και δικαίως στο ρομαντικό ιδεολόγημα τού «θριαμβεύοντος αδέσμευτου ατόμου». Αν και, σωστά, δεν πρέπει να συγχέεται με τον εγωκεντρισμό ή τις ρομαντικές παραμυθίες, μπορεί ωστόσο πράγματι το Άτομο, ως τύπος υποκειμένου και ανθρωπολογικό πρότυπο, να αποτελέσει το εφαλτήριο για έναν ανώτερο πολιτισμό; - και εννοούμε ανώτερο και από το σημερινό και από τον αρχαιοελληνικό δημοκρατικό πολιτισμό.
Ο ίδιος ο Saul θέτει με ευκρίνεια το όλο ζήτημα, όταν βεβαιώνει πως "η μορφή τών κοινωνιών εξαρτάται από το πού βρίσκεται η νομιμότητα" (σ. 116) και υποστηρίζει πως η νομιμότητα οφείλει να βρίσκεται από την πλευρά τών "ατόμων-πολιτών που ενεργούν ως σύνολο" (σ. 117). Το ζήτημα όμως είναι, από πού αντλεί τη νομιμότητά του, τη δικαίωσή του, το ίδιο το Άτομο, έστω και ως "άτομο-πολίτης"; Αν την αντλεί από τον εαυτό του ως Άτομο, τότε δυσκολευόμαστε να δούμε με ποιές εσωτερικές κι εξωτερικές διεργασίες θα τη μετατοπίζει πρόθυμα προς το σύνολο, ιδίως όταν το σύνολο διαφοροποιείται αισθητά από αυτό. Αν πάλι την αντλεί από τις συμφωνίες του με τα άλλα άτομα-πολίτες, τότε δυσκολευόμαστε να δούμε με ποιούς τρόπους η κοινωνία, την οποία θα παράγουν αυτές οι συμφωνίες, θα είναι πραγματικά και ουσιαστικά κάτι διαφορετικό από μια societas-εταιρεία, δηλαδή κάτι ριζικά διάφορο τής κορπορατιστικής αντίληψης τού κοινωνείν.

Η ασάφεια πάνω σε αυτό εδώ το ζήτημα ασφαλώς δεν βαραίνει μόνο το συγγραφέα τού «Πολιτισμός χωρίς συνείδηση» αλλά την προβληματική τού δυτικού πολιτισμού συνολικά σε σχέση με το Υποκείμενο. Και οπωσδήποτε, αυτή η ασάφεια δεν μειώνει στο παραμικρό τη σπουδαιότητα τών κριτικών αναλύσεων τού John Ralston Saul. Μακάρι να υπήρχαν πολλοί περισσότεροι διανοητές όπως αυτός, ειδικά σήμερα που, όπως λέει και ο ίδιος, «η διανόηση έχει εγκαταλείψει τον απλό πολίτη».

Αν και δεν έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο στο πρωτότυπο, η μετάφραση τής Ευηνέλλας Αλεξοπούλου και τού Δημήτρη Μπάκουλη είναι στρωτή και, απ' όσο μπορώ να κρίνω από το "Voltaire's Bastards", αποδίδει πιστά το ύφος τού συγγραφέα.

 

BOOKS' ARCHIVES
[HappyReviews]


[01]Μπέρναρντ Λιούις: Οι Ασσασίνοι.
[02]Στιούαρτ Χόουμ: Blowjob.
[03]Tόμας Μπέρνχαρντ: Διόρθωση.
[04]a. Γιόχαν Χουϊζίνγκα: Homo Ludens, Ο Άνθρωπος και το Παιγνίδι.b. Ροζέ Καγιουά: Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι. c. Ιουλίτα Ηλιοπούλου
[05]Ιστορία της Νεωτερικής και Σύγχρονης Φιλοσοφίας (Φυσιογνωμίες και Έργα).
[06]Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου (Ζάχος):Η Πιάτσα.
[07]Samuel Beckett: Κάθαρση (και άλλα έργα).
[08]CHE Όπλα, Ποίηση, και Κάμερα.
[09]Στέφανος Ροζάνης: Ezra Pound, Ένας νεωτερικός Οδυσσέας.
[10]π. Νικόλαος Λουδοβίκος:Η κλειστή πνευματικότητα και το νόημα τού εαυτού/Ο μυστικισμός τής ισχύος και η αλήθεια τής φύσεως και τού προσώπου.
[11]Jean Baudrillard: Συνθήματα.
[12]Αντόνια Λογκ: Shadow-Box.
[13]Πωλ Βιριλιό: Η διαδικασία της σιωπής.
[14]Χρήστος Σιδερής : 7 Ημέρες ψέμματα.
[15] Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: Το απροσδόκητο γρασίδι.
[16] Στέφανος Ροζάνης:Ο αδιανόητος θάνατος.
[17] Παν. Δρακόπουλος:Κείμενα με σπασμένη ενότητα.
[18] John Ralston Saul : Πολιτισμός χωρίς συνείδηση.
[19] Dante Alighieri: Η θεία κωμωδία. Χ.Λ. Μπόρχες: Δοκίμια για τον Δάντη.
[20] Τζων Ντος Πάσος: Manhattan transfer.
[21] Μάρσαλ Σάλινς: Πολιτισμός και πρακτικός λόγος
[22] Αχιλλέας Φωτάκης: Βιβλιογραφία τού Σουρεαλισμού στα ελληνικά (μέρος πρώτο)
[23] Αριστούργημα με δίχως ψυχή
[24] Για Τις Σπονδές Ας Πω Δυο Λόγια
[25] Ο Καιρός των Χρυσανθέμων

26.Το ιθαγενικό ζήτημα σήμεραJeffrey Sissons

Γιάννης Ιωαννίδης