Aριστούργημα με δίχως ψυχή

 

Αλλόκοτο πράγμα το έργο τέχνης, αλλόκοτο πράγμα το μυθιστόρημα. Διαφεύγει, ελίσσεται, αρνείται να παγιωθεί, αρνείται να εκλείψει, αρνείται ν' αφήσει την τελευταία του πνοή, επιμένει να ζει, όσο κι αν το σφυροκοπούνε, όσο κι αν το πυροβολούνε, ανθίσταται, επιμένει, δεν πέφτει, ακριβώς όπως κάνει και ο Πίτερ Σέλλερς στην εκπληκτική εναρκτήρια σκηνή της ταινίας «Το Πάρτυ», και, πάνω που πάμε να το ταξινομήσουμε, να το κατατάξουμε για να ξεμπερδεύουμε μαζί του, βγάζει με ιδιοφυή θρασύτητα και θράσος ιδιοφυές τη γλώσσα, όπως σ' εκείνη την περίφημη φωτογραφία ο Αλβέρτος Αϊνστάιν. Ωραίο αλλόκοτο πράγμα το έργο τέχνης, ωραίο αλλόκοτο πράγμα το μυθιστόρημα. Χάνεται για καιρό, και, άξαφνα, τσουπ!, επανεμφανίζεται για να συγκλονίσει καταλυτικά μια-δυο γενιές, και να χαθεί και πάλι, για να εμφανιστεί εκ νέου, εις τους αιώνες των αιώνων. Σήμερα, σας παρουσιάζουμε ένα έργο τέχνης, ένα μυθιστόρημα, ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και, πάνω απ' όλα, ένα εξόχως σοβαρό? παιχνίδι. Κυρίες και κύριοι, ιδού, αρχίζουν να ευωδιάζουν τα Γαλάζια Άνθη !

Ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, μαθηματικός, φιλόσοφος, και τόσα άλλα, ο Ρεϊμόν Κενώ (1903-1976) καταπιάστηκε με σχεδόν όλα τα είδη γραπτού λόγου, έχοντας το παιγνιώδες θάρρος να αρνηθεί παντοιοτρόπως και εμπράκτως την τυποποίηση, την καθήλωση σε ένα διακριτό στιλ, την προσήλωση, ενίοτε ολέθρια, σε μία και μόνον έμμονη ιδέα. Σαν να παίζει διαρκώς το πόκερ της σαγήνης, ο Κενώ αποπειράθηκε να δείξει τα όρια του έργου τέχνης και, συνάμα, να προτείνει γόνιμους τρόπους υπέρβασής τους. Ο Κενώ, συγκαιρινός και για ένα διάστημα συνοδοιπόρος, των ντανταϊστών και των υπερρεαλιστών, ήξερε από πρώτο χέρι ότι η Τέχνη έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, και είναι ιστορικά επιβεβλημένη η υπέρβασή της (η πραγμάτωσή της στο πεδίο της καθημερινής ζωής, όπως πρότειναν εν συνεχεία οι καταστασιακοί, οι situationnistes ) ή η ριζική ανανέωσή της. Επέλεξε τη δεύτερη οδό και την ακολούθησε με συνεπέστατη ασυνέπεια! Τα Γαλάζια Άνθη (μτφρ.-εισαγωγή-σημειώσεις: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Καστανιώτης) συνοψίζουν εκτυφλωτικά όλες τις προτάσεις του Κενώ για την γόνιμη και ριζική ανανέωση της τέχνης. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που είναι συνάμα ιστορικό, αστυνομικό, δοκιμιακό, φιλοσοφικό, πολιτικό, ρομαντικό αφήγημα. Πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο που μας επιτρέπει να δούμε, έκθαμβοι, έγχρωμες σκηνές από την ιστορία της ανθρωπότητας, την ιστορία της τέχνης, την ιστορία της φιλοσοφίας. Με τρόπους μαγικούς (η Τέχνη, άλλωστε, είδος μαγείας δεν είναι;) συνδυάζει αναγραμματισμούς, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, νεολογισμούς, οξύμωρα, παλίνδρομα, ποικίλα λεκτικά ιδιώματα, διακειμενικές αναφορές, και ένα ασίγαστο, ακόπαστο, ακατάβλητο χιούμορ, ένα χιούμορ που θυμίζει πάραυτα την όμορφη φράση του Ίταλο Καλβίνο, «με την τεθλασμένη λογική του, σ' εκείνη την τραγική αντιπαράθεση των θνητών διαστάσεων του θνητού πλάσματος με εκείνες του σύμπαντος, αντιπαράθεση που μπορεί κανείς να εκφράσει μόνο με γελάκια ή σαρκαστικά χαμόγελα ή χλευαστικούς καγχασμούς ή εκρήξεις σπασμωδικού γέλιου ή, στην καλύτερη περίπτωση, με ένα δυνατό γέλιο, ένα τρανταχτό γέλιο, ένα ομηρικό γέλιο». Διαβάζοντας κανείς τις επτακόσιες ογδόντα τρεις (783) σελίδες αυτού του πολυπρισματικού διαμαντιού της λογοτεχνίας ? ναι, τόσες είναι ύστερα από την τρίτη και καλύτερη σπαρταριστή βόλτα στον κήπο των Γαλάζιων Ανθέων ? δεν μπορεί παρά να νιώσει κατακλυσμένος από τη διάθεση να ξεσπάσει σε ένα τρανταχτό, εκκωφαντικό, βροντώδες γέλιο. Ο Κενώ επιτυγχάνει να πραγματώσει το όνειρο κάθε μεγάλου πεσιμιστή, κάθε απαισιόδοξου που σέβεται τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του: να μιλήσει για την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, για τον εφιάλτη, σύμφωνα με τον Τζέιμς Τζόυς, που είναι η Ιστορία, με ιώτα κεφαλαίο, για την συντριπτική αίσθηση της θνητότητας που μας ταλανίζει από τότε που συνειδητοποιούμε ότι είμαστε άνθρωποι, αλλά να μιλήσει με χρώματα που χορεύουν, με φράσεις που είναι μελωδίες, με παραγράφους που ιριδίζουν, με κεφάλαια έμπλεα μαρμαρυγών, με ψελλίσματα και ουρλιαχτά που σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια ενώ συνάμα ανθίζει ένα καταγάλανο χαμόγελο στα χείλη σου, ένα αίθριο καίτοι πικρό μειδίαμα που δεν αργεί, θέλεις δε θέλεις, να μετατραπεί σε ασυγκράτητο, οργιώδη γέλωτα! Ο Ρεϊμόν Κενώ παίζει παρωδώντας και παρωδεί παίζοντας, εκεί, γύρω στα 1965, σε μιαν εποχή που ήταν ακόμη τόσο πλούσια και τόσο αθώα ώστε επέτρεπε την παρωδία και το παιχνίδι. Ταξιδεύει τους ήρωές του, που είναι απαξάπαντες κατοπτρισμοί κατοπτρισμών και είδωλα ειδώλων, στο χώρο και, κυρίως, στο χρόνο, επιτρέποντας στην πένα του να σχολιάσει τον κρετινισμό κάποιων εξουσιαστών, τη βαναυσότητα κάποιων ιστορικών εγχειρημάτων, την ανάγκη μας να καταφεύγουμε στο όνειρο ώστε να κάνουμε τον εφιάλτη της πραγματικότητας υποφερτότερο, την αναζήτηση ενός νοήματος που κατατείνει ενίοτε, η εν λόγω αναζήτηση, στην ανοησία και στον απόλυτο παραλογισμό. Κι ακόμα, σχολιάζει την απόσταση του είναι από το φαίνεσθαι, τη σχάση ανάμεσα στην επιθυμία και το καθήκον, τη διάσταση ανάμεσα στην τύχη και την αναγκαιότητα, το εκκρεμές που παίζει πότε προς τη μεριά του στοχασμού και πότε προς τη μεριά του βιώματος. Κερδίζει το στοίχημα, επιστρατεύοντας τις κολοσσιαίες γνώσεις του και αναμειγνύοντάς τες, αφού τις κόψει, ράψει, στρίψει, στύψει, πήξει, κάψει, παίξει, τρέξει, ρίξει στο μπλέντερ της ιδιοφυΐας του ξανά και ξανά, αφού τις πασπαλίσει με χρυσόσκονη φερμένη από τα παραμύθια και τα όνειρα, και μας τις προσφέρει εν συνεχεία απαλλαγμένες από κάθε βαρύγδουπη σοβαροφάνεια και σοβαρομάθεια, μας τις δωρίζει (ένα επικίνδυνο, πολύ επικίνδυνο δώρο) προτρέποντάς μας να ανακατέψουμε με τη σειρά μας την τράπουλα και πάλι, να στήσουμε ξανά τα πιόνια στη σκακιέρα: μ' άλλα λόγια, να στοχαστούμε εκ νέου, και μόνοι μας, για το τι σημαίνει ιστορία, νόημα, σκοπός, παιχνίδι, καθήκον, έρως, πάθος, πόθος, ουσία, δημιουργικότητα. Δηλαδή, να ανακαλύψουμε εκ νέου για τι αξίζει να ζεις και να πεθαίνεις, τι ακριβώς είναι το να είσαι αυτό που είσαι, και τι ακριβώς σημαίνει να γίνεσαι, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, αυτό ακριβώς που γίνεσαι. Κλείνω κι εγώ το κείμενό μου μ' ένα ομηρικό γέλιο, αλά Ρεϊμόν Κενώ, γιατί παίζοντας θέλησα να σας ξεγελάσω: ο τίτλος του κειμένου μου είναι, βέβαια, παραπλανητικός, τα Γαλάζια Άνθη έχουν ψυχή, και, όπως κάθε τι γαλάζιο, έχουν μεγάλη, πολύ μεγάλη ψυχή. Αφενός! Και αφετέρου, τίποτα δεν σας είπα για το λεγόμενο στόρι του βιβλίου, επίτηδες, για να σας δελεάσω, επίσης αλά Κενώ, να τρέξετε να το πάρετε, να βουτήξετε λυτρωτικά στις χίλιες τριακόσιες πέντε (τόσες είναι ύστερα από την πέμπτη ανάγνωσή τους) σελίδες που ιδιοφυώς έχει μεταφράσει η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, να ξεσπάσετε κι εσείς, δεκάδες φορές, σε γέλια έγχρωμα, μελωδικά, ομηρικά, βροντώδη, και να σπεύσετε να το δωρίσετε στον αγαπημένο ή την αγαπημένη σας. Φιλάκια!!!

 

ΕΠΙγραφές

«Κατάλοιπα του παρελθόντος παράδερναν ακόμη εδώ κι εκεί, φύρδην μίγδην. Στην όχθη του γειτονικού ποταμίσκου, δύο Ούννοι έμοιαζαν σπιούνοι~ πλησίον τους, ένας Εδουένας βουτούσε ευθαρσώς τα πόδια του στο δροσερό νερό. Στον ορίζοντα, διαγράφονταν πλαδαρές σιλουέτες Ρωμαίων διόλου ρωμαλέων, Σαρακηνών με σαρίκια, άφραγκων Φράγκων, γαλανών Αλανών. Κάποιοι Νορμανδοί εντός τα 'τσουζαν με καλβαντός». Ρεϊμόν Κενώ, Τα Γαλάζια Άνθη (σ. 23)

 

«Ο εφημέριος μάντεψε πως ο δούκας σκεφτόταν να περάσει σε κεκηρυγμένη εξέγερση. Ο αγγελιαφόρος μάντεψε το ίδιο. Ο δούκας μάντεψε πως οι άλλοι δυο είχαν μαντέψει. Ο εφημέριος μάντεψε πως ο δούκας είχε μαντέψει πως αυτός είχε μαντέψει, αλλά δεν μάντευε αν ο αγγελιαφόρος είχε κι εκείνος μαντέψει πως ο δούκας είχε μαντέψει πως αυτός είχε μαντέψει. Ο αγγελιαφόρος, απ' τη μεριά του, δεν μάντευε αν ο εφημέριος είχε μαντέψει πως ο δούκας είχε μαντέψει πως αυτός είχε μαντέψει, αλλά μάντευε πως ο δούκα είχε μαντέψει πως αυτός είχε μαντέψει». Ρεϊμόν Κενώ, Τα Γαλάζια Άνθη (σ. 56)

 

«Άρχοντά μου, δεν είστε ο μόνος που σκέφτεται έτσι».
«Με εκπλήσσετε. Συνήθως είμαι ο μόνος που σκέφτεται όπως σκέφτομαι».
Ρεϊμόν Κενώ, Τα Γαλάζια Άνθη (σ. 70)

 

«Από τις φανταστικές ιστορίες να φυλάγεστε. Αποκαλύπτουν αυτό που είστε κατά βάθος. Σαν τα όνειρα. Ονειρεύομαι ( rever ) και αποκαλύπτω ( r eveler ) είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα». Ρεϊμόν Κενώ, Τα Γαλάζια Άνθη (σ. 131)

 

BOOKS' ARCHIVES
[HappyReviews]


[01]Μπέρναρντ Λιούις: Οι Ασσασίνοι.
[02]Στιούαρτ Χόουμ: Blowjob.
[03]Tόμας Μπέρνχαρντ: Διόρθωση.
[04]a. Γιόχαν Χουϊζίνγκα: Homo Ludens, Ο Άνθρωπος και το Παιγνίδι.b. Ροζέ Καγιουά: Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι. c. Ιουλίτα Ηλιοπούλου
[05]Ιστορία της Νεωτερικής και Σύγχρονης Φιλοσοφίας (Φυσιογνωμίες και Έργα).
[06]Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου (Ζάχος):Η Πιάτσα.
[07]Samuel Beckett: Κάθαρση (και άλλα έργα).
[08]CHE Όπλα, Ποίηση, και Κάμερα.
[09]Στέφανος Ροζάνης: Ezra Pound, Ένας νεωτερικός Οδυσσέας.
[10]π. Νικόλαος Λουδοβίκος:Η κλειστή πνευματικότητα και το νόημα τού εαυτού/Ο μυστικισμός τής ισχύος και η αλήθεια τής φύσεως και τού προσώπου.
[11]Jean Baudrillard: Συνθήματα.
[12]Αντόνια Λογκ: Shadow-Box.
[13]Πωλ Βιριλιό: Η διαδικασία της σιωπής.
[14]Χρήστος Σιδερής : 7 Ημέρες ψέμματα.
[15] Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: Το απροσδόκητο γρασίδι.
[16] Στέφανος Ροζάνης:Ο αδιανόητος θάνατος.
[17] Παν. Δρακόπουλος:Κείμενα με σπασμένη ενότητα.
[18] John Ralston Saul : Πολιτισμός χωρίς συνείδηση.
[19] Dante Alighieri: Η θεία κωμωδία. Χ.Λ. Μπόρχες: Δοκίμια για τον Δάντη.
[20] Τζων Ντος Πάσος: Manhattan transfer.
[21] Μάρσαλ Σάλινς: Πολιτισμός και πρακτικός λόγος
[22] Αχιλλέας Φωτάκης: Βιβλιογραφία τού Σουρεαλισμού στα ελληνικά (μέρος πρώτο)
[23] Αριστούργημα με δίχως ψυχή
[24] Για Τις Σπονδές Ας Πω Δυο Λόγια
[25] Ο Καιρός των Χρυσανθέμων

26.Το ιθαγενικό ζήτημα σήμεραJeffrey Sissons

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ