BOOKWORMS I
BOOK LOVERS

 

Η υπονόμευση της πραγματικότητας

ή

«Εγχειρίδιο Των Καταπληκτικών Συναντήσεων» 
 

Αντρέ Μπρετόν: «Νάντια»

Εκδόσεις Ύψιλον/ βιβλία (1981)

Μετάφραση: Στέφανος Κουμανούδης 
 

«Καθώς συνέχιζα να είμαι έκθαμβος απ’ αυτό τον τρόπο που είχε

να βαδίζει χωρίς να στηρίζεται παρά μονάχα στην πιο καθαρή

διαίσθηση και ν’ αγγίζει κάθε στιγμή το θαύμα...»

                                                                                                    

«Μακάρι το μεγάλο, ζωηρό και ηχηρό ασυνείδητο

που εμπνέει τις μόνες πράξεις μου με

αποδεικτική σημασία να ρυθμίζει

για πάντα όλο αυτό που

είμαι εγώ»

                                                                             
 
 

Στη θυρίδα των ιδεών και των συνθημάτων, σε αυτόν τον πίθο των Δαναΐδων που (φαινομενικά) ποτέ δεν γεμίζει, ο ρόλος εκείνου που καταθέτει τα γραπτά του είναι πάντα και μονίμως προβληματικός. Η θέλησή του να πρωτοτυπήσει, μέσα σε αυτόν τον πληθωρισμό των ιδεολογικών πυροτεχνημάτων, αποδεικνύεται ατελέσφορη και τα πυρά της παράγουν απλώς θόρυβο και μάλιστα μικρής διάρκειας. Η επιλογή του απ’ την άλλη να επαναφέρει στο προσκήνιο το (επιφανειακά) λησμονημένο μέσω μιας επανανάγνωσης, δημιουργεί ερωτηματικά για την αξία και τη δραστικότητα του εγχειρήματος. Εν ολίγοις, αυτός που γράφει σχοινοβατεί πάνω από μια αμφισβητήσιμη πρωτοτυπία και την επαναφορά του ειπωμένου. Ή εκτός και το γράψιμο κινείται στο περιθώριο των παραπάνω: Γίνεται λόγος ύπαρξης (παροχή οξυγόνου), κατάσταση εκτόνωσης, αφορμή επικοινωνίας και λόγος διανοητικού συναγερμού. Αν δρουν αυτά, τότε και η επανανάγνωση, και η επανάληψη, και τα αναγκαία «δάνεια», και οι ποικίλες πνευματικές εκταφές, καταρρίπτουν τα όποια διλήμματα, αναιρούν τη σχοινοβασία και μετατρέπουν τις γραπτές καταθέσεις σε συμβολή «από δεύτερο χέρι» για την επανεξέταση και τον μετασχηματισμό του τρόπου που αποκρυπτογραφούμε την καθημερινότητα, που σκεπτόμαστε, που αναπνέουμε, που ερωτευόμαστε.  

Τελικά, είτε το γράψιμο έχει ακόμα ακόμα τη μπωντλαιρική υπόγεια αιτία («Κύριε, θεέ μου! Παραχωρήστε μου τη χάρη να παράγω μερικούς ωραίους στίχους που αποδεικνύουν σε μένα τον ίδιο ότι δεν είμαι ο τελευταίος μέσα στους ανθρώπους, ότι δεν είμαι κατώτερος από όσους περιφρονώ»), είτε σκοπεύει ώστε μέσα από αυτό η προσωπική μας οπτική να δρα ανατρεπτικά και να διευρύνει την τετραγωνισμένη καθημερινότητα, να εισβάλλει σε αυτή, να έρχεται σε ρήξη μαζί της και να την περιπαίζει, το γράψιμο έχει ως προαπαιτούμενο τη flânerie, την περιήγηση χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Αυτή τη, μπωντλαιρική και πάλι, περιδιάβαση στους δαιδάλους της πόλης, με αφορμή την οποία οι ευαίσθητες κεραίες και η disponibilité του περιηγητή, μπορούν να εντοπίσουν ό,τι μυστηριακό, περίεργο και τελικά άξιο για επαφή και διερεύνηση προκύψει, την πρώτη ύλη. Κι αν πρόκειται περί προσώπου, τότε η flânerie μαζί με όλα τα ενδεχόμενά της, βρίσκει την καλύτερη ίσως διδασκαλία της στον Μπρετόν και το μυθιστόρημά του (μάλλον νουβέλα) Νάντια, εκεί όπου ο υπερρεαλισμός συναντά τον έρωτα και το τυχαίο στον λαβύρινθο του μεσοπολεμικού Παρισιού.  

Η Νάντια άρχισε να γράφεται το 1927, την ηρωική εποχή του υπερρεαλισμού. Για τον Μπρετόν οι λογαριασμοί με το κλασικό μυθιστόρημα είχαν ήδη ξεκαθαριστεί από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού το 1924. Σε αυτό καταγγέλλεται ο ρεαλισμός ως εχθρός κάθε πνευματικής και ηθικής ανάτασης, θεωρείται κάτι το μέτριο, μισητό και χυδαία αυτάρεσκο καθώς μοναδικός στόχος του είναι η πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας. Ακόμα από τις σχέσεις των ηρώων του και την πλοκή, μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πως ποτέ δεν θα γεννηθεί κανένα θαύμα καθώς όλα λειτουργούν με έναν άτεγκτο καρτεσιανό ντετερμινισμό, τα προηγούμενα οδηγούν νομοτελειακά στα επόμενα και με τον συγκεκριμένο τρόπο όλα είναι ερμηνεύσιμα. Απέναντι σε αυτή την κανονικοποιημένη αφηγηματικότητα, σε αυτόν τον περιγραφικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος, στην ψυχολογική ανάλυση και ερμηνεία των πράξεων των ηρώων και στη λογικοφανή, γραμμική χρονικά πλοκή του, επόμενη ήταν η περιφρόνηση και η αντίδραση του Μπρετόν. Στόχος άλλωστε κάθε συνεπούς υπερρεαλιστή ήταν η απελευθέρωση της φαντασίας, η «αλλαγή» της συνείδησης και η διεύρυνση του ορισμού της πραγματικότητας με εργαλεία τη λεκτική ελευθερία, τη διάχυση του ονείρου και την απελευθερωμένη εικόνα.  

Για τον Μπρετόν αξία έχει το βραχυκύκλωμα του χρόνου, η κατάργηση κάθε συναισθήματος διάρκειας μέσα στη μέθη της τύχης. Εκείνο που αξίζει να καταγραφεί είναι το στιγμιαίο και η τομή του  με το παρόν, οι καταπληκτικές τυχαίες συναντήσεις που δημιουργούν το θαυμαστό. Η άρνηση του χρεοκοπημένου ρεαλιστικού και, πολύ περισσότερο, νατουραλιστικού μυθιστορήματος, οφείλει να οδηγήσει «σε μια ριζικά διάφορη αντίληψη του μυθιστορήματος, μια αντίληψη που απαιτεί από αυτό τη συμπύκνωση και τη μυστηριώδη εκείνη ταραχή της συγκίνησης που παραδοσιακά θεωρείται κεντρικό στοιχείο της ποίησης. Μια αντίληψη, τέλος, που αγνοεί τις “μηδαμινές” στιγμές, για να φέρει στο προσκήνιο μόνο τις “προνομιούχες”, τις “επιφανείς” στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου». Και αυτές οι “προνομιούχες” και “επιφανείς” στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου είναι εκείνες που προκαλούνται από αυτό που ονομάζει ο Μπρετόν «αντικειμενικό τυχαίο». Αυτά τα συμβάντα έχουν νόημα και αυτά πρέπει να προβάλλονται άμεσα χωρίς καμιά προσπάθεια για λογική επεξεργασία ή προσαρμογή στο στενό περίγραμμα της συνηθισμένης πραγματικότητας. Με αυτό τον τρόπο «θα διατηρήσουν ακέραια την παράξενη αίσθησή τους, τη δύναμη της υποβολής και τη μυστηριώδη έλξη τους».  

Στη Νάντια, σε αυτή την προσωποποίηση της ανατροπής των πάντων, τα γεγονότα που περιγράφονται είναι ελάχιστα αληθοφανή και αρχικά θεωρήθηκαν φανταστικά. Αυτό όμως που υποστηρίζεται είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα φανταστικό, όλα είναι απολύτως αληθινά. Αλλά κι αν υποτεθεί ότι τα γεγονότα κινούνται μεταξύ «πραγματικού» και φανταστικού, ελάχιστη σημασία έχει: Στην υπερρεαλιστική «πραγματικότητα» όλα νομιμοποιούνται, όλα είναι ενδεχόμενα, όλα μπορεί να προκληθούν και να αλλάξουν την υφή αυτού που αποκαλούμε «πραγματικότητα». Άλλωστε ο Μπρετόν μεταφέρει το υπερπραγματικό στον δικό μας κόσμο για να τον αλλάξει, να του δώσει την ελευθερία και τη διαφάνεια που διδάσκει η ποίηση.

Στο βιβλίο ο Μπρετόν παρουσιάζει την τυχαία συνάντησή του με μια γυναίκα το 1926 που, όπως πολλές γυναίκες που ερωτεύτηκε, τον τραβάει με τα μάτια της «που τέτοια δεν είχε ποτέ ξαναδεί». Το εκπληκτικό, που το νιώθουν μόνο αυτοί που το έχουν ζήσει, είναι ότι ο Μπρετόν, όταν πρωτοσυναντά την άγνωστη γυναίκα, τής μιλά αμέσως, λες και είχε έρθει η ώρα της συνάντησής τους! Είναι η Νάντια, «μια περιπλανώμενη ψυχή», ένα πλάσμα που η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις συνηθισμένες προδιαγραφές. Μετά από την πρώτη συνάντηση ακολουθεί ένας χείμαρρος συμπτώσεων: Στα ραντεβού που δίνει δεν έρχεται, αλλά όλο και κάπου θα συναντηθούν, σε κάποιο άγνωστο μέρος, σε απίθανες ώρες. Φαίνεται πως μια δύναμη τους σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο μέσα σε ένα κλίμα κάθε άλλο παρά φυσιολογικό, όπου ο Μπρετόν πολλές φορές τα χάνει. Αυτά που του λέει μοιάζουν να έρχονται από κάποιον άλλο κόσμο όπου αυτή ζει φυσιολογικά. Έχει παραισθήσεις, βλέπει οράματα, ζει σε άλλες εποχές, σε άλλες κοινωνίες, εισδύει στην εσωτερική ζωή του ίδιου, ασκεί μια ανεξήγητη επίδραση πάνω στους άλλους και μπλοκάρει τη συμπεριφορά τους. 

Ο Μπρετόν, μετά τη συντριπτική έκπληξη που του προκαλεί -«δεν υπήρχε πιθανότητα να γίνει φυσική»- χάνει την επαφή μαζί της. Η Νάντια, αυτή η ενσάρκωση της ποίησης, κλείνεται σε φρενοκομείο. Το τελευταίο, μάλιστα, γίνεται αφορμή για τον Μπρετόν να εξαπολύσει τα βέλη του σαν τον Αρτώ, απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο ως προς τα μη σαφή όρια μεταξύ ορθής και αποκλίνουσας συμπεριφοράς, ως προς την κατασκευή των τρελών, ως προς τη μη θεραπεία των τρελών, ως προς την ανάγκη της αποτίναξης της μέγγενης της λογικής: «Η πασίγνωστη απουσία ορίων ανάμεσα στη μη τρέλα και στην τρέλα... Δεν είναι ανάγκη να ‘χεις τρυπώσει σε κάποιο άσυλο για να μην αγνοείς πως εκεί μέσα κατασκευάζουν τους τρελούς όπως μέσα στα αναμορφωτήρια κατασκευάζουν τους ληστές. Υπάρχει τίποτα πιο επονείδιστο απ’ αυτούς τους μηχανισμούς που ονομάζονται μηχανισμοί συντηρήσεως της κοινωνίας... κάθε αίτημα, κάθε διαμαρτυρία, κάθε κίνηση αγανακτήσεως καταλήγει να σας βρουν αντικοινωνική συμπεριφορά... Έχομε κάθε λόγο να καταγγείλουμε σχετικά με τις ψυχικές ασθένειες, τη μέθοδο αυτής της σχεδόν μοιραίας μεταβάσεως από την οξεία πάθηση στη χρονία... Περνώντας πρώτα το κεφάλι, κατόπιν ένα χέρι ανάμεσα απ’ τα κάγκελα της λογικής που έτσι τα παραμερίζουμε, δηλαδή της αξιομίσητης φυλακής».  

Για τον Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές, οι ανθρώπινες συναντήσεις, όπως αυτή με τη Νάντια, και οι ανθρώπινες πράξεις έχουν μια δική τους αδιάσπαστη υπαρξιακή πραγματικότητα, την οποία ο συγγραφέας μπορεί να προβάλλει αλλά και όχι να εξηγήσει. Έτσι και σε αυτό το κείμενο η υπερρεαλιστική γραφή βάζει σε κρίση την πραγματικότητα η οποία από μόνη της βάζει σε κρίση την ελευθερία του ανθρώπου. Αυτή η διασταύρωση ανεξάρτητων μεταξύ τους γεγονότων, αυτές οι ανεξήγητες συναντήσεις, αυτή η σύμπτωση (πεπρωμένο;), το αντικειμενικό τυχαίο, αποτελούν τη βάση στο ερώτημα αν κάποιο γεγονός μάς δίνει την εντύπωση του αναγκαίου ή του συμπτωματικού. Για τον Μπρετόν το αντικειμενικό τυχαίο είναι μια παράδοξη μορφή της αναγκαιότητας, σύζευξη της διπλής κυριαρχίας της ελευθερίας και του πεπρωμένου: «Η ζωή κι ο θάνατος, το πραγματικό και το φανταστικό, το παρελθόν και το μέλλον, εκείνο που μπορείς να κοινωνήσεις και αυτό που δεν μπορείς να κοινωνήσεις, το υψηλό και το χαμηλό, θα πάψουν να θεωρούνται αντιφατικά».  

Στη Νάντια, σε αυτό το εγχειρίδιο των συγκλονιστικών συναντήσεων, φαντασία και όνειρο, παράδοξο και τυχαίο διαπλέκονται για να παραδοθούν στον αναγνώστη όχι σαν κάτι το υπερπραγματικό, σαν κάτι το υπερβατικό, αλλά ως μια έμφυτη πραγματικότητα: «Είναι αλήθεια πως το υπερπέραν, ολόκληρο το υπερπέραν, βρίσκεται μέσα σε τούτη τη ζωή; ...Ό,τι είναι αξιοθαύμαστο μέσα στο φανταστικό, είναι ότι δεν υπάρχει πια φανταστικό: Δεν υπάρχει παρά το πραγματικό...». Η Νάντια γίνεται το χαρακτηριστικό παράδειγμα της υπερρεαλιστικής προσωπικότητας, μιας προσωπικότητας που βιώνει τον υπερρεαλισμό, την ώσμωση αυτή του πραγματικού με το φανταστικό. Το ασυνείδητό της είναι τόσο τέλεια συντονισμένο με την «εξωτερική αναγκαιότητα», ώστε η ίδια μπορεί να προβλέπει με ακρίβεια τη χρονική εμφάνιση απλών συμβάντων, όπως το φώτισμα ενός παραθύρου μέσα στη νύχτα, ή να καταφέρνει να συναντιέται με τον Μπρετόν την προκαθορισμένη ώρα, ακόμη και όταν αυτός δεν βρίσκεται, από λάθος του, στο συμφωνημένο μέρος του ραντεβού.  

Η Νάντια, ως κείμενο, είναι μια συνάντηση που διέπεται από το αυθόρμητο, το απροσδιόριστο, το αδιάγνωστο. Είναι μια ανάπτυξη της ιδέας του θαυμαστού, με όχημα τη συγχώνευση πεζού λόγου και ποίησης. Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα, η συγκλονιστική συνάντηση, το αντικειμενικό τυχαίο και το θαυμαστό βρίσκουν πρόσφορο το έδαφος για να αναπτυχθούν. Για τον ίδιο τον Μπρετόν η έμφαση στο τυχαίο οφείλεται στην πίστη του ότι μόνο μέσω του τυχαίου μπορεί κανείς να διαπεράσει το τεχνητό υπόστρωμα της κοινωνίας και να ανακαλύψει την πραγματική αλήθεια που βρίσκεται κάτω από αυτό. Άλλωστε, είναι το τυχαίο εκείνο που μας οδηγεί στις καταπληκτικές συναντήσεις και μας αποκαλύπτει το θαυμαστό. Σε αυτή την πορεία μας μέσα στον άνεμο του ενδεχόμενου, οι φαινομενικά τυχαίες συναντήσεις βοηθούν ή, πολλές φορές, αλλάζουν ριζικά το πεπρωμένο. «Η Νάντια μάς φέρνει το μήνυμα ότι μια καταπληκτική συνάντηση μπορεί να είναι από επικίνδυνη μέχρι μοιραία, και ότι, μέσω αυτής, ο άνθρωπος φτάνει στο ζενίθ των δυνατοτήτών του, έστω κι αν το πληρώνει με το να τρελαθεί στο τέλος, όπως η Νάντια». Για τον Μπρετόν, η γνωριμία με τη Νάντια (η πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του) οδήγησε στην ανακάλυψη μιας άλλης διάστασης, μιας άλλης έννοιας της ομορφιάς: «... ούτε δυναμική ούτε στατική... Η ομορφιά θα είναι ΣΠΑΣΜΩΔΙΚΗ ή δεν θα είναι».  

Αυτή η Νάντια, που για τον Ν. Βαλαωρίτη «ζει πάντοτε μέσα ή έξω μας, που αφήνεται ελεύθερη στους δρόμους της στιγμιαίας της έμπνευσης, σπάζοντας και παραβιάζοντας τους κανόνες», είναι το αποτέλεσμα της περιπλάνησης χωρίς σκοπό που ευνοεί τις φαινομενικά τυχαίες καταπληκτικές συναντήσεις. Είναι η εκδήλωση του θαυμαστού: «Τα βήματά μου με οδηγούν» θα πει ο Μπρετόν, και η Νάντια «Δεν υπάρχουν χαμένα βήματα». Στην πόλη, στη μήτρα των καταπληκτικών συναντήσεων, «το πραγματικό, που για πάρα πολύ καιρό συγχεόταν με το δεδομένο, αστράφτει σ’ όλες τις διευθύνσεις του πιθανού». Και η περιπλάνηση πάνω σ’ όλες τις διευθύνσεις του πιθανού είναι το μέσο για την αποκάλυψη, για την επώαση του θαυμαστού. Αυτό, το θαυμαστό, που διευρύνει την εμπειρία μας, ό,τι αποκαλούμε πραγματικότητα, ανοίγοντας την πύλη της χαμένης ή λησμονημένης ερωτικής μαγείας, της τέλειας ένωσης, της ανιδιοτελούς επαφής.  
 
 

Δημήτρης Σ. Γιαννακόπουλος

                                                                                              «Ο ειδικός της γενικότητας»  

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ HAPPYFEW

Book Lovers

Κωσταντίνος Ματσούκας

poetry box

hollow sky

izi

buccaneer's gambit