BUCCANEER'S GAMBIT 1
 

Τraditio Ιnventrix
Μια πρώτη περιπλάνηση μέσα στην ομίχλη της Παράδοσης

 
 

1Τraditio Ιnventrix
Μια πρώτη περιπλάνηση μέσα στην ομίχλη της Παράδοσης

2Ένα σύντομο διήγημα
Μαρίνα Νκούσι

 

 

 

1. Υπάρχει κάτι το παράδοξο και το αντιφατικό στο βασίλειο της παράδοσης. Ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτό το ενοχλητικό αίσθημα θα ήταν να διαμορφωθεί ένας προκαταρκτικός και λεπτομερής ορισμός της έννοιας της παράδοσης, να εντοπιστούν οι περιπτώσεις όπου ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά, να επιχειρηθεί μια πολυεπίπεδη ταξινόμηση των παραδόσεων (π.χ. λόγιες/λαϊκές, κλπ.) με το ίδιο περίπου συστηματικό πνεύμα που έδειξε ο Καγιουά όταν μελετούσε τα παιγνίδια. Η μέθοδος αυτή έχει, ωστόσο, τα μειονεκτήματά της: τείνει να παγιώνει τις απαντήσεις και κλείνει πόρτες, εκεί που όλα μας λένε ότι θα έπρεπε να αναζητήσουμε έναν όσο το δυνατόν πλατύτερο ορίζοντα. Αρχίζω λοιπόν να γράφω αντιμετωπίζοντας την παράδοση μέσα στη συνηθισμένη ασάφεια του όρου. Η ώρα των ακριβέστερων κατατάξεων θα έρθει αργότερα, ή μπορεί και να μην έρθει καθόλου.
Θα ξεκινήσω, τυχαία σχεδόν, από την αμηχανία που πάντα μου προκαλούσε η έκφραση «αναβίωση των παραδόσεων» είτε αφορούσε σχετικά αθώα σχέδια για τουριστική εκμετάλλευση είτε αντανακλούσε ευρύτερα και συνειδητά προγράμματα που λάνσαρε κάποιας μορφής τραντισιοναλισμός. Ωστόσο, υποτίθεται ότι η παράδοση αφορά, εξ ορισμού, κάτι που «δίνεται» από κάποιον σε κάποιον άλλο, από την προηγούμενη στην επόμενη γενιά. Στο δόσιμο αυτό σκοπεύω να επανέλθω, εκείνο πάντως που μοιάζει σίγουρο είναι ότι αν η αλυσίδα αυτή κοπεί οριστικά, για οποιοδήποτε λόγο, η παράδοση πρέπει να θεωρηθεί νεκρή. Η νεκρανάστασή της, που ονομάζεται πιο ευγενικά «αναβίωση», δεν έχει νόημα, δηλ. δεν πρόκειται για παράδοση αλλά για κάτι άλλο, π.χ. για «ιστορική αναπαράσταση» με την έννοια που γίνονται αναπαραστάσεις της μάχης του Μαραθώνα ή του Βατερλό.

2. Μερικοί ιστορικοί και κοινωνιολόγοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, αποκαλύπτοντας πίσω από την αναβίωση την εξαρχής κατασκευή των παραδόσεων, την περίφημη «επινόηση των παραδόσεων». Τεκμηριώθηκε ότι μια σειρά από θεωρούμενες αιωνόβιες και αξιοσέβαστες παραδόσεις, ειδικά μέσα στο βρετανικό πλαίσιο, δεν είναι παρά σχετικά πρόσφατες, ή και πολύ πρόσφατες, επινοήσεις. Το γεγονός ότι η θεωρία αυτή εμφανίστηκε στην κατεξοχήν παραδοσιοκρατική χώρα της Ευρώπης είναι ίσως λιγότερο παράδοξο απ’ όσο φαίνεται στην πρώτη ματιά. Οι επινοήσεις αυτές (άλλοι μιλούν για «νεοπαραδόσεις», αφού τα κατασκευάσματα αυτά, ανεξάρτητα με την καταγωγή τους, μπορούν να λειτουργούν στο εξής σαν αυθεντικές παραδόσεις - πιστεύω ότι αυτό είναι πιθανό μόνο σε ορισμένες περιστάσεις) δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιούνται κάτω από την αιγίδα του κράτους, μολονότι αυτή είναι η πιο ηχηρή περίπτωση: παραδόσεις επινοούνται για να ενισχυθεί το κύρος της εξουσίας, της μοναρχίας ή κάποιας ελίτ. Και άλλες ομάδες, ωστόσο, ακόμα και οι υποδεέστερες (π.χ. η εργατική τάξη), στάθηκαν ικανές να επινοήσουν τις δικές τους παραδόσεις και να τις χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους σκοπούς. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, οι κάτω από κρατική κηδεμονία επινοήσεις παραδόσεων είχαν να κάνουν συνήθως με τον εθνικισμό. Σύμφωνα με μια γνωστή ρήση «Τώρα που φτιάξαμε την Ιταλία, πρέπει να φτιάξουμε και Ιταλούς». Σε αναλογία, όποτε οικοδομήθηκε ένα έθνος-κράτος χρειάστηκε να ανακαλύψει τις εθνικές του παραδόσεις, δηλ. να τις δημιουργήσει παρουσιάζοντάς τες όσο αρχαιότερες μπορούσε, ή μάλλον όσο αρχαιότερες τις ήθελε η γενικότερη εθνική μυθολογία.

3. Στο σημείο αυτό, αν οι προηγούμενες θεωρήσεις είναι εύλογες, διαγράφεται ο κίνδυνος μιας απλουστευτικής ισοπέδωσης: να θεωρηθεί δηλ. η λέξη παράδοση περίπου συνώνυμο της εξαπάτησης και να πιστέψουμε ότι όλες οι αυθεντικές παραδόσεις έχουν από καιρό εξαφανιστεί από προσώπου γης. Για να προφυλαχτούμε από αυτή τη γενίκευση, καλό θα ήταν να διευρύνουμε το πεδίο της παρατήρησης.
Αφήνοντας τον παλιό κόσμο και στρέφοντας το βλέμμα σε λαούς που για καιρό ονομάζονταν, άδικα βέβαια, «πρωτόγονοι», ελπίζουμε ότι θα διακρίνουμε ευκολότερα κάποιες αυθεντικές παραδόσεις. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι λαοί αυτοί έχουν επηρεαστεί λιγότερο από την πίεση των «ανώτερων δομών» δυτικού τύπου, θα ήταν ωστόσο αυταπάτη να φανταστούμε κάποιον ανέγγιχτο παράδεισο. Το βάρος της αποικιοκρατίας, η αντίσταση σ’ αυτήν και οι νεόκοποι τριτοκοσμικοί εθνικισμοί έχουν δημιουργήσει μια ιδιαίτερα περίπλοκη κατάσταση, και πράγματι αρκετές μελέτες σχετικά με την επινόηση των παραδόσεων αφορούν τέτοιους πολιτισμούς. Παρόλ’ αυτά, μελετώντας τα παλαιότερα κοιτάσματα παραδόσεων, οι ανθρωπολόγοι υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν, μάλλον αργά και κάπως απρόθυμα, ότι ακόμα και στις αυθεντικότερες από αυτές έλειπε ένα γνώρισμα που είχε θεωρηθεί σύμφυτο με την έννοια της παράδοσης: ο αναλλοίωτος χαραχτήρας, η ακινησία.

4. Επιστρέφοντας τώρα στον ορισμό της παράδοσης, παρατηρούμε ότι υπάρχει κάτι το απατηλό στην ιδέα της απλής μεταβίβασης ή της πιστής αναπαραγωγής από γενιά σε γενιά. Η ίδια η αρχική σημασία της λέξης, παράδοση, δόσιμο (και το ίδιο συμβαίνει σε άλλες γλώσσες, από το λατινικό traditio ως το εβραϊκό qabbalah), μας μπερδεύει, υποβάλλοντας την ιδέα μιας απλής και άμεσης πράξης, όπως όταν δίνω ένα μήλο σε κάποιον άλλο, κι αυτός σε κάποιον άλλο, και το μήλο παραμένει απαράλλαχτο και ανεπηρέαστο από την πράξη αυτή. Πέρα από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο σώμα της παράδοσης δεν έχει την ίδια υλική υπόσταση μ’ ένα μήλο, ακόμα και η απλή μεταβίβαση ενός υλικού αντικειμένου από γενιά σε γενιά, π.χ. ενός σεβάσμιου ειδωλίου ή δαχτυλιδιού που ας το θεωρήσουμε άφθαρτο, εμπεριέχει την αλλαγή αφού αλλάζει ιστορικά το νόημα του αντικειμένου και το πλαίσιο της όποιας χρήσης του.
Με άλλα λόγια, αυτό το φανέρωμα μιας παράδοσης μεταβλητής σχετίζεται με τη διαπίστωση ότι οι «λαοί χωρίς ιστορία» ήταν μόνο ένας ευσεβής πόθος, μια ρομαντική νοσταλγία κάποιου χαμένου και άχρονου παράδεισου, όταν δεν πήγαζαν κατευθείαν από ένα κόμπλεξ ανωτερότητας, ή κάποιες τύψεις, του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Αφού όλοι οι λαοί ζουν βουτηγμένοι στην ιστορία, καμία «παράδοση» ή μεταβίβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε κενό αέρος.
Το ίδιο ισχύει και για κάποιους ανθρώπους που είχαν θεωρηθεί (όχι από κάποια επιστήμη, αλλά μάλλον από κάποιου είδους «κοινό νου») κι αυτοί «χωρίς ιστορία» εννοώ τους χωρικούς του δικού μας, παλιού κόσμου. (Το «χωρίς ιστορία», εδώ, σημαίνει, υποθέτω, «στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας») Η ιδέα ότι κάποια αγροτικά έθιμα τελούνταν πάνω-κάτω με τον ίδιο τρόπο για δυο χιλιάδες χρόνια, μου φαίνεται εξαιρετικά απίθανη.

5. Είπα ότι μας μπερδεύει η λέξη, ίσως, αλλά η μεγαλύτερη σύγχυση δεν πηγάζει από κει. Αυτό που κυρίως μας μπερδεύει είναι η έμφαση που «φυσιολογικά» θέτει η ίδια η παράδοση στο στοιχείο της συνέχειας. Η παράδοση αλλάζει, άλλοτε ανεπαίσθητα κι άλλοτε λιγότερο ανεπαίσθητα, η ίδια η παράδοση όμως (δηλ. οι άνθρωποι που την ενσαρκώνουν) υποστηρίζει ότι όλα γίνονται όπως παλιά. Πληροφορητές που έχουν πέσει σε αντιφάσεις (δηλ. υποστηρίζουν ότι όλα γίνονται όπως πάντα ενώ ταυτόχρονα φανερώνουν οι ίδιοι στις περιγραφές τους τα στοιχεία της αλλαγής), όταν κάποιος τούς επισημάνει τις αντιφάσεις αυτές, σαστίζουν ειλικρινά. Η παράδοση εμπεριέχει τόσο τη συνέχεια όσο και την καινοτομία, αλλά το στοιχείο της καινοτομίας δεν έχει συνείδηση του εαυτού του αυτό, ναι, μοιάζει να είναι έμφυτο γνώρισμα της παράδοσης: όχι η ακινησία, αλλά η ιδέα της ακινησίας. Κατά κάποιο τρόπο, η παράδοση είναι το αντίστροφο της μόδας, όπου χιλιομασημένα μοτίβα επανέρχονται κυκλικά, υποστηρίζοντας όμως ότι είναι καινοφανή, επίκαιρα, μοντέρνα.
Γιατί όμως η παράδοση να κλείνει τα μάτια μπροστά στην ίδια της την αλλαγή; Υποθέτω ότι αυτό έχει μάλλον να κάνει με τη λειτουργία της: ένας συνδετικός ιστός που ενώνει τα μέλη μιας κοινότητας υπερτονίζει υποχρεωτικά τη συνέχεια και τη σταθερότητα, παραβλέποντας ή υποτιμώντας τη ρήξη και τη μεταβολή (που, σε κάποιο επίπεδο, θεωρείται πάντα απειλή, αφού, όπως κι οι άνθρωποι, ούτε οι κοινότητες είναι αθάνατες). Αντίστροφα, όποτε δημιουργείται μια νέα κοινότητα τείνει «φυσιολογικά» και υποχρεωτικά να επινοήσει τις παραδόσεις της δηλ. να προπαγανδίσει τη συνοχή της.
Η επινοητικότητα της παράδοσης είναι λοιπόν διπλή: δεν ανακαλύπτει απλά καινοτομίες, σαν απάντηση σε ιστορικά προβλήματα ή συμβάντα, αλλά τις προσαρμόζει στο κυρίως σώμα της, φροντίζοντας, στο μέτρο του εφικτού, να δώσει την επίφαση του απαράλλαχτου. Και στο σημείο αυτό γίνεται φανερό ότι δεν είναι και τόσο απλό να χαράξουμε μια αδρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην επινόηση των παραδόσεων και την πάντα επινοητική παράδοση.

6. Από μερικές απόψεις, ο τραντισιοναλισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη ζωτικότητα των παραδόσεων γιατί εδώ η ιδέα της ακινησίας γίνεται ιδεολογία της ακινησίας. Οι παραδόσεις παγιώνονται, στερεοποιούνται, μέσα από την αυστηρή καταγραφή τους σε βιβλία, αρχεία, φιλμ, κλπ. και αναπαράγονται πιστά με τεχνητό τρόπο, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε τουριστικό φολκλόρ, κάτι το φανταχτερό και το παρδαλό, εντελώς ξεκομμένο από τη ζωή της κοινότητας της οποίας αποτελούν, υποτίθεται, το συνδετικό ιστό - κάτι σαν τους εθνικούς χορούς με εθνικές ενδυμασίες. Στον καθημερινό λόγο, η έκφραση «οι παραδόσεις μας» αναφέρεται πολύ συχνά, δυστυχώς, σ’ αυτά τα ζόμπι παραδόσεων, που σηματοδοτούν μια πραγματική ρήξη με αυτό που θα θεωρούσαμε αυθεντική παράδοση.

7. Μπορούμε ίσως να αναγνωρίσουμε ένα πρότυπο γι’ αυτό το παιγνίδι ανάμεσα σε συνέχεια και ασυνέχεια που ξετυλίγεται γύρω από την παράδοση αν στρέψουμε το βλέμμα στις περιπέτειες της γλώσσας. Η γλώσσα θεωρήθηκε πάντα ένας κατεξοχήν φορέας της παράδοσης και η γλώσσα, επίσης, αλλάζει διαρκώς παραμένοντας, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ίδια. Κι εδώ, σε ιστορική προοπτική, παρουσιάζεται η ίδια απατηλή, αντεστραμμένη εικόνα: η πραγματική συνέχεια της γλώσσας, καθότι ενσωματώνει τα χνάρια της ιστορίας, θεωρείται συχνά κατάπτωση, διαφθορά ή εκχυδαϊσμός, με μια λέξη αλλοίωση, δηλ. αλλαγή αρνητικά προσημασμένη, ενώ οι ποικίλοι λογιοτατισμοί, που αποτελούν αιφνίδιες ρήξεις αυτής της συνέχειας και απορυθμίζουν ή ακόμα απειλούν πραγματικά τη γλώσσα, θεωρούνται προστασία της γλώσσας, αγάπη για τη γλώσσα, ή επιστροφή σε κάποια μυθική καθαρή μορφή της.
Σκέφτομαι λοιπόν την πιθανότητα να εξεταστεί η παράδοση, όχι μόνο παράλληλα με τη γλώσσα, αλλά και με καθαρά γλωσσολογικούς όρους.


Σεπτέμβρης MMV

 
Νίκος Κούρκουλος