BUCCANEER'S GAMBIT 2
Ένα σύντομο διήγημα
Μαρίνα Νκούσι


Walker Evans/Alabama 1936

archives

1Τraditio Ιnventrix
Μια πρώτη περιπλάνηση μέσα στην ομίχλη της Παράδοσης
,

2Ένα σύντομο διήγημα
Μαρίνα Νκούσι

Τον φωνάζαμε Τοντόν Αντουάν, Μπαρμπαντώνη. Ως εκεί που φτάνουν οι αναμνήσεις μου, τον θυμάμαι πάντα να έρχεται στο σπίτι. Ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου. Ο μοναδικός άλλωστε, πιστεύω. Από τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι, είχα καταλάβει ότι δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο στον περίγυρό μας. Δε γελούσε πολύ, του άρεσε όμως να κάνει κόλπα με τραπουλόχαρτα. Μπορούσε ακόμα, κάνοντας σκιές με τα δάχτυλά του στον τοίχο, να μας δείχνει χελώνες ή λιβελούλες. Όταν τον έβλεπα να έρχεται, έτρεχα να τον προαπαντήσω. Με ανέβαζε στους ώμους του και τραγουδούσε τρέχοντας γύρω από την παράγκα μας: «Η Μαρίνα έχει ένα αεροπλάνο, ο Τοντόν Αντουάν είναι το αεροπλάνο της μικρής Μαρίνας!». Ήμουν, νομίζω, ένα από τα λίγα άτομα που είχαν το ελεύθερο να τον κοροϊδεύουν.
Λίγες μέρες μετά τα γεγονότα, ήρθε, πρώτη φορά, στο σπίτι. Μίλησε με τον πατέρα μου για πολλή ώρα, χαμηλόφωνα.
Είχαμε μάθει ότι διοικούσε πολλά οδοφράγματα στο Κιμπούγιε. Διατηρούσε όμως το γλυκό και λιγάκι μελαγχολικό ύφος που είχε πάντα.
Όταν έφυγε, ο πατέρας μου έμοιαζε πολύ ταραγμένος.
– Μήπως έμαθε ότι κρύβουμε εδώ τα μικρά; ρώτησε ανήσυχη η μάνα μου.
– Όχι, αλλά μου είπε ότι οφείλω να πάρω κι εγώ τη μασέτα μου, όπως όλοι οι άντρες.
– Και;
– Αρνήθηκα. Αυτό, δεν μπορώ να το κάνω.
Η μάνα μου δεν είπε τίποτα. Μετά από λίγο, εκείνος ξεφώνισε:
– Ναι, σου λέω, αρνήθηκα!
Πέρασαν δυο μέρες.
Ο Τοντόν Αντουάν ξανάρθε.
Κλείστηκαν μαζί με τον μπαμπά στο σαλόνι. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, άκουσα τον Τοντόν Αντουάν να υψώνει τη φωνή.
Μετά από εκείνη τη δεύτερη συνάντηση, ο πατέρας μου άρχισε να αλλάζει. Μονολογούσε πηγαίνοντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο: «Α! Δεν μπορώ να το χωνέψω, οι άνθρωποι αυτοί δε μου έχουν κάνει τίποτα! Είναι σκέτη θηριωδία!».
Την άλλη στιγμή, έλεγε ότι πρέπει να μας προστατέψει. Αν έμενε με σταυρωμένα τα χέρια, θα έρχονταν στο σπίτι οι Ιντεραχάμγουε και δε θ’ άφηναν ζωντανό κανένα. Την τρίτη μέρα, μην αντέχοντας πια, πήρε τη μασέτα του. Η μαμά κι εγώ προσπαθήσαμε να τον σταματήσουμε. Έβαλε τις φωνές: «Μα δε βλέπετε τηλεόραση, διάολε; Είναι όπως σ’ όλους τους πολέμους, ανθρώποι μακελεύουν ανθρώπους κι αυτό ειν’ όλο!».
Πήγε στα οδοφράγματα. Μας είπαν ότι εκεί ανεβοκατέβαζε με μανία τη μασέτα του, σαν παλαβός.
Ωστόσο, όταν γύρισε στο σπίτι, πήγε κατευθείαν στην κρυψώνα των μικρών, τους έδωσε λιχουδιές και έπαιξε μαζί τους. Μετά, κλείστηκε στην κάμαρά του. Η μαμά κι εγώ δεν τολμήσαμε να τον ενοχλήσουμε.
Όταν ξανάφυγε, την άλλη μέρα το χάραμα, παριστάναμε τις κοιμισμένες.


Από το «Μουράμπι, το βιβλίο των οστών» (2000) του σενεγαλέζου Boubacar Boris Diop, που βασίζεται σε μαρτυρίες γύρω από τα γεγονότα του 1994, στη Ρουάντα.

 
 

 

 

 
Νίκος Κούρκουλος