BUCCANEER'S GAMBIT 1[ next ]
Παταφιλολογική επιστολή του Δρ Μορσαμόρ προς την εφημερίδα «Χαθημερινή»


Εν Αθήναις τη 12η Δεκεμβρίου 1999

Αγαπητοί Κύριοι,
Επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για την πρωτοβουλία που ευθαρσώς και αφιλοκερδώς αναλάβατε, εννοώ την εκστρατεία υπέρ της επαναφοράς του πολυτονικού συστήματος στην επίσημη ελληνική γραφή. Ασφαλώς όμως δεν έχετε ανάγκη την δική μου ενθάρρυνση, καθότι ένα πλήθος αναγνωστών, όχι μόνον φιλόλογοι, εκδότες, συγγραφείς και δημοδιδάσκαλοι αλλά και ταξιτζήδες, αξιωματικοί εν αποστρατεία, νοικοκυρές, κλπ., ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό υπογραμμίζοντας ότι η εν λόγω επανάκαμψη αποτελεί εθνικώς αδήριτη ανάγκη. Και ναι μεν ο ζήλος όλων αυτών είναι αξιέπαινος και η κατεύθυνση προς την οποία κινούνται ορθή, εντούτοις θα επιθυμούσαμε να υποδείξουμε ορισμένα στοιχεία που καθιστούν την πρότασή σας ανεπαρκή.
Εφ’ όσον το ιδανικό είναι το παρελθόν, δεν πρέπει κανείς να φοβάται μήπως γυρίσει πάρα πολύ πίσω. Αν ο σκοπός είναι οι ρίζες, όσο βαθύτερα τόσο καλύτερα. Επομένως, χωρίς άλλη καθυστέρηση, θα διατυπώσουμε την δική μας ριζική πρόταση: επαναφορά της Γραμμικής Β΄ στην ελληνική γλώσσα.
Αμέσως μόλις συνέλθουμε από την κατάπληξη που προκαλεί η τόλμη της εισηγήσεως, αντιλαμβανόμεθα τα πολλαπλά πλεονεκτήματά της. Κατ’ αρχήν, η καταγωγή της γραφής αυτής είναι εθνικώς άψογη - καμία σχέση με το φοινικικής προελεύσεως (και επομένως σημιτικό) «ελληνικό» λεγόμενο αλφάβητο. Κατά δεύτερον, καθώς η Γραμμική Β΄ δεν ομοιάζει με ουδεμία από τις τρέχουσες γραφές, τονίζεται επαρκώς η διακριτή φύση, το ανεπανάληπτον και το ανάδελφον της ελληνικής γλώσσης και της ελληνικής φυλής. Πράγματι, το «ελληνικό» λεγόμενο αλφάβητο ομοιάζει υπέρ του δέοντος με το λατινικό (καθώς το δεύτερο προέρχεται, ως γνωστόν, από το πρώτο). Κατά συνέπεια και σε ιστορική ανακολουθία (που γεννάται, ασφαλώς, από την επιβολή ποσοτικών θεωρήσεων και από μία υλιστική αντίληψη των πραγμάτων), το λεγόμενο «ελληνικό» αλφάβητο εμφανίζεται κατ’ αντιστροφήν ως μία τοπική υποπερίπτωση, περιθωριακή και μειοψηφική, του λατινικού. Είναι εύλογο λοιπόν να υποθέσουμε ότι, μεσούσης της παγκοσμιοποιήσεως, κινδυνεύει να απορροφηθεί από αυτό, αργά ή γρήγορα: ήδη ορισμένα καταχθόνια στοιχεία υποβάλλουν εντέχνως την ιδέα της προσαρμογής του λατινικού αλφαβήτου στην ελληνική γλώσσα. Επιβάλλεται λοιπόν η μεγιστοποίηση του χάσματος μεταξύ λατινικού αλφαβήτου και ελληνικής γλώσσης (εάν τουλάχιστον παραμένει σταθερός στόχος μας η διατήρηση μίας εξαιρετικά ιδιόμορφης και ει δυνατόν εντελώς ακατανόητης για τους Ευρωπαίους ελληνικής ταυτότητος), η οποία επιτυγχάνεται με αξιοθαύμαστο τρόπο με την υιοθέτηση της προτάσεώς μας.
Πρέπει όμως να λάβουμε υπ’ όψιν και την παιδαγωγική διάσταση των φαινομένων αυτών. Ακόμη και σήμερα, δηλαδή παρά την εφαρμογή του ολέθριου μονοτονικού και την επικράτηση μίας κάποιας καθομιλουμένης, οι ελληνόπαιδες αφιερώνουν ένα αξιόλογο ποσοστό του χρόνου της μορφώσεώς τους στην εκμάθηση της ορθογραφίας. Εάν θέλουμε να επιφέρουμε βελτιώσεις στο υπάρχον σύστημα, είναι απαραίτητο να έχουμε μία σαφή και διαυγή αντίληψη των πραγμάτων. Είναι προφανές ότι η ορθογραφία αποτελεί ένα αυθαίρετο σύστημα, στηριζόμενο επί κριτηρίων αλληλογρονθοκοπούμενων και εσωτερικώς αντιφατικών (ιστορικό κριτήριο, ετυμολογικό κριτήριο) που επιπλέον δεν παραμένουν και δεν μπορούν να παραμείνουν σταθερά. Άρα, η εκμάθηση ενός τέτοιου συστήματος αφ’ ενός είναι δύσκολη και αφ’ ετέρου ποτέ δεν καθίσταται πλήρης. Αυτό μπορεί να δημιουργεί πλείστα πρακτικά προβλήματα, αποτελεί όμως ευεργέτημα από παιδαγωγικής απόψεως: αφ’ ενός εθίζει τους μαθητές σε μία αναιτιολόγητη πνευματική πειθαρχία, αφ’ ετέρου απασχολεί ένα σημαντικό μέρος του χρόνου τους, αποτρέποντάς τους από την πολυπραγμοσύνη εκείνη που τόσες ζημίες προξένησε στο έθνος. Επιπλέον, δημιουργεί ένα καθεστώς ψυχολογικής εξαρτήσεως και πνευματικής αδρανείας (με την καθαρώς φυσική έννοια του όρου): είναι πασιφανές ότι π.χ. οι περισσότεροι απόφοιτοι του λυκείου θα ήταν αντίθετοι με την καθιέρωση μίας «φωνητικής» γραφής, αφού το τελευταίο γεγονός θα ισοδυναμούσε με την ψυχικά οδυνηρή παραδοχή ότι «σπαταλήσαμε τα καλύτερα μας χρόνια» (κατά μίαν έκφραση της χύδην ηδονιστικής φιλοσοφίας) για να μάθουμε κάτι άχρηστο και στερούμενο νοήματος. Παραδεχόμεθα λοιπόν ευθύς ότι, παρά τις αλλεπάλληλες και καταστροφικές μεταρρυθμίσεις ποικίλων αλλοπρόσαλλων Υπουργών Παιδείας, αυτό το ουσιωδώς ελληνοπρεπές χαρακτηριστικό της γλωσσικής εκπαιδεύσεως έχει διασωθεί. Βεβαίως, έχει κάπως ατονήσει (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς). Διότι, με το πολυτονικό, η αυθαιρεσία και η δυσκολία εκμαθήσεως του συστήματος (άρα και τα παρεμφερή ευεργετήματα) ήταν οπωσδήποτε μεγαλύτερες. Πλην όμως, δεν πρέπει να υποτιμούμε την διαβολική αφομοιωτική ικανότητα την οποία διαθέτει η παιδική ηλικία, ούτε να παραβλέπουμε το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά τα εμπόδια, κάποιοι μαθητές κατόρθωναν να εμπεδώσουν σε ικανοποιητικό βαθμό την πολυτονική ορθογραφία (όπως μας υπενθυμίζουν και εκείνα τα ευτελή τεχνάσματα του τύπου Άδης, άγιος κι αγνός κλπ) και στη συνέχεια να εύρουν χρόνο για να ασχοληθούν με άλλους, πλέον αμφιλεγόμενους τομείς του επιστητού.
Επανερχόμεθα όμως στην πρότασή μας. Με την επαναπροσαρμογή της Γραμμικής Β΄ γραφής στην ελληνική γλώσσα, έχουμε την ευκαιρία να εφεύρουμε όσους αυθαίρετους, παράλογους, ανορθολογικούς κοκ. ορθογραφικούς κανόνες επιθυμούμε, ενώ τίποτα δεν μας απαγορεύει να εισαγάγουμε επιπλέον και όσες οξείες, βαρείες, περισπωμένες, ψιλές, δασείες, υποδιαστολές και υπογεγραμμένες τραβάει η ψυχή μας, κοντολογής να δημιουργήσουμε την πιο (ας μη μας φοβίζει η λέξη) διεστραμμένη ορθογραφία που επινόησε ποτέ κάποιος βυζαντινός νους και, επομένως, να απολαύσουμε το μέγιστον των ωφελημάτων που σκιαγραφήσαμε ανωτέρω.
Τελικώς, η μόνη δυνατή αντίρρηση που μπορούμε να φανταστούμε είναι η εξής: γιατί η Γραμμική Β΄ και όχι η Γραμμική Α΄; Πέραν από το γεγονός ότι χρειάζεται και ολίγη ιστορική αληθοφάνεια, δεν πρέπει να είμεθα εγωιστές, ας αφήσουμε και κάποιο θέμα συζητήσεως για τις επερχόμενες γενεές, εξασφαλίζοντας απλώς το γεγονός ότι οι Νεοέλληνες θα ασχολούνται εσαεί με τέτοια ψυχωφελή ζητήματα όπως το ποιες μουτζούρες θα ζωγραφίζονται πάνω ή κάτω, πριν ή μετά από τις λέξεις και θα παραβλέπουν τα τετριμμένα προβλήματα που απασχολούν τους ρηχούς Ευρωπαίους. Κατά τα άλλα και μακροπρόθεσμα, εμείς ευχόμεθα η ελληνική γλώσσα, μετά από ολίγους αιώνες, να γράφεται με το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε στο δίσκο της Φαιστού - ώστε να ατενίσουμε με εθνική υπερηφάνεια και οπωσδήποτε με αισιοδοξία το μέλλον.

Μετά τιμής
Δρ Μορσαμόρ
Παταφιλόλογος

 

Παράρτημα
Τι είναι και τι θέλει η παταφιλολογία

 

Η παταφιλολογία (που δεν πρέπει να την συγχέουμε με την αρκετά πιο διαδεδομένη πατατοφιλολογία) είναι η θεωρητική επιστήμη που αποτελεί το αντίστοιχο της παταφυσικής. Απώτερος στόχος της είναι η σύνδεση των δύο αυτών γνωστικών πεδίων σε μία ενιαία παταεπιστήμη που θα ενσαρκώνεται στον patahomo universalis.
Ως γνωστόν, η παταφυσική θεμελιώθηκε από τον Alfred Jarry (1873-1907) με το έργο του Gestes et opinions du docteur Faustroll, pataphysicien. Ο Jarry υποστήριζε ότι η επιστημονική του αρχή μπορούσε να συμπυκνωθεί στο ρητό: «Κάθε άνθρωπος είναι ικανός να δείξει την περιφρόνησή του για την αγριότητα και την ηλιθιότητα του κόσμου κάνοντας τη ζωή του ένα ποίημα ασυναρτησίας και παραλογισμού» ? με αποτέλεσμα να γράψει τον θεατρικό κύκλο του Ubu, να μεταφράσει την Πάπισσα Ιωάννα και, τελικώς, στη διάρκεια ενός αξιομνημόνευτου παταφυσικού πειράματος, να πεθάνει από υπερκατανάλωση αλκοόλ.
Η παταφιλολογία τώρα, ως θεωρητική επιστήμη, είναι υποχρεωμένη να είναι περισσότερο συντηρητική και, αν θέλουμε να τα πούμε όλα, χρωστάει περισσότερα στον Swift και τον Rabelais δεδομένου μάλιστα ότι οι προγόνοι δεν κοστίζουν τίποτα, μπορούμε να φτάσουμε ως το Λουκιανό απ’ τα Σαμόσατα. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα υπήρξε ένα διάχυτο παταφιλολογικό πνεύμα, το οποίο όμως σπάνια εκδηλώθηκε με συνέπεια. Κυριότερα προβλήματα των μέχρι στιγμής εμφανισθέντων παταφιλολογούντων υπήρξαν μία ανερμάτιστη κλίση προς τη σοβαρότητα, ένας ανεξέλεχτος σεβασμός προς την καθεστηκυία τάξη, μία νευρωτική μέριμνα για τα συγγραφικά τους δικαιώματα και μία ψύχωση με την υστεροφημία. Ο Borges αποτελεί τυπική περίπτωση ξεστρατισμένου παταφιλολόγου. Η παταφιλολογία ουδόλως ανησυχεί για την παρούσα έλλειψη συνεπούς παταφιλολογισμού: είναι επιστήμη του μέλλοντος και το μέλλον, εξ ορισμού, δεν υπάρχει.
Σύμφωνα με μία, θετικιστικής αποκλίσεως, παταψυχολογική θεωρία, η παταφιλολογία χρωστάει την ύπαρξή της στα φιλολογικά ενδιαφέροντα ορισμένων φιλολόγων που έπρεπε να ήταν οτιδήποτε άλλο παρεχτός από φιλόλογοι. Εντούτοις, οι σχέσεις φιλολογίας και παταφιλολογίας παραμένουν ανεξακρίβωτες φήμες και τίποτα δεν μας βεβαιώνει ότι θα είναι καλές. Αυτό δεν αποκλείει μία μανία των παταφιλολόγων για ακριβείς παραπομπές, αν και αυτή η ακρίβεια είναι πολλές φορές φανταστική.
Ένα άλλο φλέγον ζήτημα είναι το κατά πόσο δικαιούνται να τοποθετηθούν κάτω από την παταφιλολογική αιγίδα ορισμένοι παρεμφερείς κλάδοι όπως η συγκριτική ψιλολογία και η πολιτική φρικονομία, στο πλαίσιο όμως τούτου του σύντομου εισαγωγικού σημειώματος δεν προκάνουμε να επεκταθούμε.
Στη στήλη αυτή σκοπεύουμε να δημοσιεύσουμε ορισμένα σκόρπια φύλλα του Δρ. Μορσαμόρ, ο οποίος αναγνωρίζεται ως ιδρυτής της επιστήμης αυτής από το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων παταφιλολόγων τουλάχιστον από όσους εξ αυτών γνωρίζουν την ύπαρξή του και έχουν συνειδητοποιήσει το δαιμόνιο που τους διακατέχει.

 
Νίκος Κούρκουλος