BUCCANEER'S GAMBIT 2


Συνεχίζουμε την παρουσίαση ανέκδοτων παταφιλολογικών πάρεργων από το αρχείο του Δρ Μορσαμόρ (για τον ακριβή ορισμό της παταφιλολογίας παραπέμπουμε στο παράρτημα, στο τέλος του προηγούμενου κειμένου)

 

 

Σύντομη πραγματεία περί ήπατος

 

Ελλογιμότατοι φίλοι των σπλάχνων και των σωθικών,

όπως ορθώς αναφέρει ο Γαληνός, στο Περί Χρείας Μορίων, βιβλίο δε θυμάμαι ποιο, διορθώνοντας τις επί του θέματος σεβάσμιες ανοησίες του Σταγειρίτη, το περί ου ο λόγος ανατομικόν στέλεχος ρυθμίζει το θυμοειδές του όντος που το περικλείει στην κοιλιακή του κοιλότητα – και, για να μην πηγαίνουμε μακριά, θα μπορούσαμε να αποδείξουμε το πόρισμα αυτό αναφερόμενοι στις κοινότατες εκφράσεις «μου κόπηκαν τα ήπατα» και «μου έπρηξαν το συκώτι». Είναι άλλωστε γνωστό ότι το τηγανητό σκώτι φτιάχνει τη διάθεση του ευωχούμενου, αρκεί ο μάγειρος να το έχει μαρινάρει σωστά για να μη σκληρύνει και να υπάρχει κι ένα καλό κρασί για να βρέξουμε το αντεράκι μας, όπερ έδει δείξαι.

Οι παραπάνω φιλοσοφικοί στοχασμοί υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η παραμικρή αναφορά στην εν λόγω μαλακιά μάζα μπορεί επίσης να μας εκνευρίσει, να μας ανάψει τα λαμπάκια – έκφραση που θα χρησιμοποιούσε και ο Γαληνός αν εκείνος ο κόπανος ο Ήρωνας, αντί να παίζει με τα καπάκια απ’ τις κατσαρόλες ανακαλύπτοντας τάχαμου-τάχαμου τον ατμό, έμπαινε στον ελάχιστο κόπο να ανακαλύψει το ηλεκτρικό ρεύμα. Πρόσθετη απόδειξη η ύπαρξη της χρονίας εκείνης ασθενείας που ονομάζεται «αντικίρρωση του ήπατος» και θεραπεύεται με την καθημερινή κατάποση μαγικών υγρών και μπόλικο κέφι (αλλά πού να τόβρεις).

Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις, ακούμε συχνά. Ας το πάρουμε τοις μετρητοίς: το ιταλικό fegato προέρχεται από το λατινικό ficatum το οποίο προκύπτει από το ficus, τουτέστιν σύκο, διότι, λέει, έτσι τάιζαν τις χήνες οι Ρωμαίοι – με προφανείς σκοπούς και ελάχιστη ευγνωμοσύνη προς τους σωτήρες του Καπιτωλίου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι νεολατινικές ονομασίες για το σκώτι προέρχονται απ’ το «φουά-γκρα». Πλην όμως, κάποιοι άλλοι μας διαβεβαιώνουν, με τη σιγουριά ενός αυτόπτη συνδαιτυμόνα, ότι τα σύκα δεν τα τρώγανε οι χήνες αλλά τα χρησιμοποιούσαν για να παραγεμίσουν το συκώτι, δημιουργώντας ένα έδεσμα τη γεύση του οποίου δεν τολμάμε να φανταστούμε. Και, περί ορέξεως ουδείς λόγος, ούτε η γεμιστή σπλήνα ούτε οι συκομαΐδες αρέσουν σ’ όλο τον κόσμο (πόσο μάλλον το ένα μέσα στο άλλο), κάπου εδώ όμως αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι η ανωτέρω επίσκεψις είναι απλώς μια άσκηση φαντασίας, όπου ο καθένας λέει το μακρύ και το κοντό του. Αν ειν’ έτσι, γιατί να αποκλείσουμε την περίπτωση το ficatum να προέρχεται από το fica (για την ακριβή σημασία του οποίου παραπέμπω σε οποιοδήποτε σχεδόν λαϊκό ναπολιτάνικο τραγουδάκι που δεν έχει υποστεί λογοκρισία); Υπόθεση που θα ερμήνευε ένα πασίγνωστο αυνανιστικό επεισόδιο που περιγράφεται στη Νόσο του Πορτνόυ, χωρίς να τρέχουμε σε ψυχαναλυτές. Ίσως να μοιάζει λιγάκι διεστραμμένο να φτάνουμε εκεί, ξεκινώντας απ’ το αθώο σύκο... αλλά, για μια στιγμή: πόσο αθώο είναι πραγματικά ένα σύκο; Όσοι έχουν διαβεί το πορτόνι, τις θύρες τέλος πάντων, της πινακοθήκης του Ινστιτούτου Courtauld (δεν είν’ εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλή), στη Λόντρα, δε θα έχουν παραλείψει να προσέξουν το έργο του Mariotto Albertinelli που φέρει τον τίτλο Δημιουργία και Πτώση. Σ’ αυτό τον αφηγηματικό πίνακα, που ζωγραφίστηκε στις αρχές του Cinquecento, βλέπουμε την Εύα (η οποία δεν υπάρχει ακόμα λόγος να φορέσει φύλλο συκής) να χουφτώνει με την αριστερή παλάμη ένα ορθωμένο κλαδί συκιάς, ενώ με το δεξί χέρι προσφέρει στον Αδάμ... ένα τι; Αν σκεφτήκατε μήλο, χάσατε. Του προσφέρει ένα ζουμερό και μαβί σύκο, μάλιστα ένα σύκο που έχει σκάσει και, από την εγκάρσια αυτή σχισμή, ξεπροβάλλει βαθυκόκκινη η σάρκα του απαγορευμένου καρπού.

Στην ελληνική γλώσσα πάλι, υποτίθεται ότι η λέξη συκώτι παραπέμπει επίσης στο έρμο το σύκο (που, σε πολλά μέρη, το έλεγαν σούκο, πριν οικειοποιηθούν τη λέξη οι ηλεκτρολόγοι) – και προσπερνώ το ερώτημα περί προτεραιότητας και λοιπές συκοφαντίες σχετικά με το ποιος αντέγραψε ποιον. Οπότε συκώτι θα σήμαινε «συκάτο» (όχι «σικάτο»). Πού ξέρουμε όμως ότι «σύκο» δε σημαίνει «μπανάνα», ε; Μπορεί η αντίρρηση αυτή να φαίνεται στους επιπόλαιους κουφή κι αυθαίρετη, είναι όμως πανεύκολο να την τεκμηριώσουμε επιστημονικώς: στις γαλλικές Αντίλλες ονομάζουν figue τη μπανάνα. Και, εγώ τουλάχιστον, δεν γνωρίζω κανένα νόμο που να απαγορεύει στις πάπιες να τρώνε μπανάνες (το μόνο ζωικό είδος για το οποίο διατυπώθηκε διά νόμου τοιαύτη απαγόρευσις ήταν οι Νεοέλληνες, απαγόρευση που ίσχυσε για μία ή δύο δεκαετίες) κι όπως λένε οι Κρεολοί, sa ki bon pou zwa, bon pou kanna, ότι τρώνε οι πάπιες το τρώνε κι οι χήνες, σε ελεύθερη μετάφραση. Εάν το σύκο, όπως μας υπέδειξε διακριτικά ο Albertinelli, συμβολίζει το γυναικείο φύλο, η μπανάνα παραπέμπει ασφαλώς στο ανδρικό μόριο – και να που στο συκώτι μπλέκουν τα δυο τους σε μια απρόβλεφτη πνευματική συνουσία. Αυτό, αν θέλετε, θα μας επέτρεπε να μην απορρίψουμε τόσο αβασάνιστα και την παλαιότερη ορθογραφία «σηκώτι», που ετυμολογείται προφανώς εκ του ρήματος «σηκώνω».

Οφείλω, όμως, να ομολογήσω ότι το ενδιαφέρον μου για το συκώτι δεν είναι αμιγώς σεξουαλικό. Ανησυχίες πιο αξιοπρεπείς, λόγιες θα έλεγα, στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος. Είναι γνωστό ότι ορισμένοι κριτικοί, εν Ελλάδι τουλάχιστον, διαθέτουν το αξιοθαύμαστο χάρισμα να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους σε ζητήματα ουσίας και μόνον, να ξεχωρίζουν την ήρα απ’ το στάρι (παρντόν το σιτάρι – πού να γράφω τώρα και πραγματείες περί δημητριακών), να απομονώνουν αυτό που είναι σημαντικό και να εφορμούν ακριβώς στο σωστό σημείο, όπως το όρνιο του Διός στο ήπαρ του Προμηθέα (και με ανάλογες διαθέσεις, θαρρώ). Κάποιος που διαθέτει μάτι, όχι όρνιου, αλλά λυγκός, ξεφυλλίζοντας ένα προς κρίση βιβλίο, πρόσεξε ότι σε κάποια σελίδα έγραφε «σκώτι», σούφρωσε τα φρύδια και άρχισε να μουρμουράει, να υποτονθορύζει ήθελα να πω, κάτι για «βαριά δημοτική», για «πεποιημένη γλώσσα» και άλλους τεχνικούς όρους της μεταμοντέρνας κριτικής, η ακριβής σημασία των οποίων μου διαφεύγει.

Επειδή εδώ το πρόβλημα είναι όντως ακανθώδες, δέον και πρέπον να καταφύγουμε σε ακλόνητες αυθεντίες. Ανοίγω λοιπόν το αλάνθαστο ως ο Πάπας «Λεξικό Μπαγασάκου» και διαβάζω «σκώτι, βλ. συκώτι» και «σ(υ)κώτι, Δ το ήπαρ». Εξάγω λοιπόν το συμπέρασμα ότι ο τύπος «σκώτι» είναι εξίσου αν όχι περισσότερο θεμιτός με τον τύπο «συκώτι», αλλιώς γιατί να βάζει ο Μπαγασάκος σε παρένθεση το (υ); Ελπίζω ότι και το περιλάλητο «Λεξικό Μπαμπουινιώτη» θα ακολούθησε την ίδια εκδοχή – εκτός αν στο μεταξύ διαμαρτυρήθηκε κανένας Σύλλογος Ποντίων Εκδοροσφαγέων, ή κάποιο άλλο αρμόδιο σε ζητήματα γλωσσολογίας σώμα, και συμμορφώθηκε ευπειθώς.

Άλλωστε, κατά τον Μεσαίωνα, οι στοχαστές εκείνοι που έπρηξαν το συκώτι του διαπρεπούς Ακινάτη, του Πιστού Θωμά της καθολικής φιλοσοφίας –ο οποίος απολάμβανε ήδη τη μακαριότητα του Τετάρτου Ουρανού, κατά τα άλλα– ονομάσθηκαν ως εκ τούτου «σκωτιστές» και όχι «συκωτιστές» (απορρίπτουμε ως αβάσιμη την εμπλοκή του Duns Scotus σ’ αυτή τη θλιβερή υπόθεση, άλλωστε οι συσκοτιστές που την υποστηρίζουν δεν ξέρουν καν εάν Scotus σημαίνει Σκωτσέζος ή Ιρλανδός).

Άλλες αυθεντίες, με πιο φιλελεύθερο πνεύμα, τοποθετήθηκαν στο φλέγον ζήτημα και αποφάνθηκαν ότι επιτρέπεται μεν, αν θέλουμε, να γράφουμε «σκώτι», αλλά τότε δεν θα πρέπει να γράφουμε «συκώτι», ή το αντίστροφο – ότι πρέπει να επιλέξουμε στη βάση μιας δυαδικής λογικής, ναι-όχι, σωστό-λάθος, άσπρο-μαύρο. Αυτό ονομάζεται, στους καιρούς μας και στην αργκό των επιμελητών, συνέπεια – κι εγώ κάθομαι τώρα και σκέφτομαι ότι ο κυρ-Alcofribas, όχι μόνο θα έγραφε «σκώτι» και «συκώτι» στην ίδια παράγραφο, αλλά θα πρόσθετε στην ίδια σελίδα και τα «ασκώτι», «σουκώτι», «ηπατόσκωτα» και «σκατοηπατόσκωτα» – τύπους που θα τους είχε ψαρέψει στο στόμα καμιάς γριάς ξεδοντιάρας χωριάτισσας ή κανενός μπεκρούλιακα στο έσχατο στάδιο της αποσύνθεσης, εκτός αν τους σκάρωνε μονάχος του υπό την επήρεια του μαγικού του φίλτρου. Και σε όποιον θα τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, θα επαναλάμβανε το γνωστό επιχείρημα που βροντοφώναξε προς τη μεριά της Σορβόννης: «Σ(υ)κατά στα μούτρα σας!». Μπορούμε μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι το πνεύμα αυτό παραμένει ζωντανό, αν όχι αλλού τουλάχιστον στην Καραϊβική, κλείνοντας με την ακόλουθη ρήση του φίλου μας Raphaël Confiant από τη Μαρτινίκα: «Σε ότι αφορά την καθαρότητα της γλώσσας, σε πληροφορώ, ω πανιερότατη Ακαδημία, ότι την έχω χεσμένη πατόκορφα».

 
Νίκος Κούρκουλος