FORUM

Το Φαουστικό Είδωλο της Νεωτερικότητας

(Σημειώσεις για το Μάζα και Ιστορία του Κώστα Παπαϊωάννου,
Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2003)

Η πρώιμη δοκιμή του Κώστα Παπαϊωάννου Μάζα και Ιστορία, γραμμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ημιτελής, καθώς μας πληροφορεί το προλογικό σημείωμα του Γιώργου Καραμπελιά, ο οποίος είχε την τύχη να ανακαλύψει το χειρόγραφο μέσα στα κατάλοιπα του φιλοσόφου, είναι το σχεδίασμα ενός βιβλίου για τον Ρομαντισμό. Αυτό ίσως φανεί παράδοξο, αφού θα περίμενε κανείς μια πραγμάτευση του τόσο σημαντικού θέματος περισσότερο κοντά στην κοινωνιολογική και/ ή πολιτική ανάλυση, παρά σε μία θεωρησιακή στάση η οποία εδράζεται στο ρομαντικό πρόταγμα του φαουστικού κοσμοειδώλου και της ανατρεπτικής προοπτικής που το κοσμοείδωλο αυτό εμφατικά διακήρυξε μέσω των κορυφαίων εκπροσώπων του. Είναι μάλιστα αυτή η πρωτοτυπία της πραγμάτευσης και αυτή η ανοικτότητα της γραφής προς την περιοχή των τεχνών και των φιλοσοφικών ενατενίσεων που προκαλούν έκπληξη και θαυμασμό. Πράγματι, πρόκειται για μια πανίσχυρη συμβολή στη μελέτη και φανέρωση των πλέον ζωτικών και μυστηριωδών δυνάμεων, τις οποίες ο Ρομαντισμός ανέδειξε όχι μόνο στην κοινωνική/ ιστορική/ πολιτική σφαίρα, αλλά και στο πολιτισμικό/

Η ρομαντική εξέγερση υπήρξε η κινητήρια δύναμη μιας καθολικής αλλαγής του ιστορικού προτάγματος, κυριότατα διότι μέσα από αυτήν αναδύθηκε το πάθος της ψυχής και ο ενθουσιασμός της δράσης που ώθησαν τις μάζες στο προσκήνιο της ιστορίας, και εκδηλώθηκε η φαντασία όχι ως πηγή ιστορικού σφάλματος αλλά, αντίθετα, ως καθολικής τελεστής του ιστορικού πεπρωμένου. «Τόσο η Μάζα σαν ιστορική δύναμη», αποφαίνεται ο Παπαϊωάννου, «όσο και αυτό ακριβώς το πάθος και αυτός ο ενθουσιασμός, οι εξωλογικές γενικά πηγές της ψυχικής ζωής, ήταν πράγματα άγνωστα μες στο ζωτικό κόσμο του κλασικιστικού ανθρώπου: δεν μπορούσε να τα αντικρίζει παρά σαν 'συγκεχυμένες ιδέες', όπως έλεγε ο Descartes, σαν εκδηλώσεις αυτής της 'φαντασίας' που στο σύστημα του Malebranche παρουσιάζονται σαν η πηγή κάθε σφαλερής αντίληψης».

Η επισήμανση του Παπαϊωάννου σχετικά με την κινητήριο δύναμη του ρομαντικού κοσμοειδώλου, δηλαδή τη δημιουργική φαντασία ως πηγή του πάθους εκείνου και εκείνων των ά-λογων εκρήξεων της ψυχικής ζωής που αποτέλεσαν «τις βαθιές δεξαμενές όπου κοιμούνται το αίμα και τα δάκρυα των λαών», κατά τη διατύπωση του Baudelaire, είναι κατ' εξοχήν κρίσιμη προκειμένου να κατανοηθεί η ριζοσπαστική μεταβολή του ρομαντικού προτάγματος της φαντασίας ως δημιουργού ουσίας του ιστορικού και ως της μόνης πραγματικότητας που παραμένει εξακολουθητικά ασυμβίβαστη με το υπάρχον και ιστορικά πραγματικό. Η ριζοσπαστικοποίηση, μέσω της φαντασίας, του συλλογικού συμφραζομένου της ανθρώπινης δραστηριότητας, καθώς και η φανέρωση μιας «υπόγειας» γλώσσας, μυθικής και μαγικής, σε πλήρη αντιδιαστολή προς την απομάγευση του κόσμου, την οποία είχαν επιβάλει η καρτεσιανή εποχή και τα νεοκλασικά και/ ή κλασικιστικά πρότυπα, ώθησε στην εκρηκτική παρουσία της επαναστατημένης μάζας στο ιστορικό προσκήνιο. «Και μόνο η ακοίμητη παρουσία αυτής της γλώσσας», γράφει ο Παπαϊωάννου, «που 'δι' ελέου και φόβου' ξυπνάει την ψυχή της μάζας στα ίδια της τα πάθη, μπορούσε να την εμποδίσει να θρυμματιστεί σ' ένα πλήθος από ψυχικά ασύνδετα και ναρκωμένα άτομα που ο νόμος της αδράνειας θα τα έκανε να ξανακυλήσουν στην παλιά τους παθητικότητα».

Αλλά η συμβολή της ρομαντικής εξέγερσης στην ανατροπή της ιεραρχίας του κοινωνικού/ πολιτικού μέσω της εκρηκτικής παρουσίας των επαναστατημένων μαζών στο ιστορικό πεπρωμένο των λαών δεν εξαντλείται στα όρια του ρομαντικού συμφραζομένου του δέκατου ένατου αιώνα. Η πεπρωμένη ήττα του ρομαντικού κινήματος και η οπισθοχώρηση στον ουμανισμό και τη μηχανοκρατία του δέκατου όγδοου αιώνα, σημασιοδότησε ταυτόχρονα και τη διαρκή παρουσία του ως δημιουργικής δύναμης στο μετα-ρομαντικό κοσμοείδωλο, και ιδιαίτερα στην πολιτισμική, πνευματική και καλλιτεχνική σφαίρα, κατά τρόπον ώστε η νεωτερικότητα συνολικά να εντυλίσσεται στο ρομαντικό πρόταγμα και να διαμορφώνει βάσει αυτού τους όρους και τις συνθήκες, αλλά και το πάθος της υπέρβασής της προς τη μετα-νεωτερική εποχή. Η «εκδίκηση του Ρομαντισμού», όπως εύστοχα αποκαλεί ο Παπαϊωάννου την καινούργια αυτή κατάσταση, η οποία πηγάζει από τα σπλάχνα και τις ενοράσεις του ηττημένου Ρομαντισμού, αποτελεί την κινητήρια δύναμη του νεωτερικού και μετα-νεωτερικού πνευματικού-καλλιτεχνικού συμφραζομένου. Το φάντασμα του φαουστικού κοσμοειδώλου προφήτευσε τους δαίμονες της δικής μας εποχής: «Οι δαίμονες παριστάνουν μια αυθεντική εμπειρία», παρατηρεί ο Παπαϊωάννου, «μες στην αποκαλυπτική εικόνα του κόσμου που άρχισε να σχηματίζεται μ' ένα περίεργο και βαθυσήμαντο συγχρονισμό, τόσο στη Γαλλία όσο και στη Γερμανία και στη Ρωσία γύρω από τη δεκαετία του 1870. Και τόσο για τον Rimbaud, τον Lautreamont, τον Nietzsche ή τον Strindberg, τον Ντοστογιέφσκι ή τον Σολόβιεφ και τον Φεντόροφ, οι δαίμονες, το πανάρχαιο σύμβολο κάθε πολιτισμού μες στον οποίο ο άνθρωπος και η ύπαρξή του δεν μπορούν να συμφιλιωθούν, ήταν το σημάδι ενός ερχόμενου κατακλυσμού από τον οποίο τίποτε δεν επρόκειτο να σωθεί».

Αλλά ο Nietzsche και ο Ντοστογιέφσκι, ο Rimbaud και ο Lautreamont, οι κληρονόμοι του ρομαντικού Διονύσου, δεν είναι ήρωες ενός παρελθόντος κόσμου. Είναι, αντίθετα, ήρωες που στοιχειώνουν την Τέχνη και τη Φιλοσοφία, τον πολιτικό στοχασμό και τα κοινωνικά προτάγματα των δικών μας αναστοχαστικών, και κάποιες φορές αδιέξοδων, μετανεωτερικών μας οδών. Και είναι γι' αυτό ακριβώς περισσότερο σημαντική η συμβολή της πρώιμης εργασίας του Κώστα Παπαϊωάννου: διότι μιλά, ύστερα από πενήντα και πλέον χρόνια, για τον δικό μας σύγχρονο κόσμο και τα δικά μας σύγχρονα αδιέξοδα και ελπίδες.

Στέφανος Ροζάνης