HOLLOW SKY 16

Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!

θρίλερ σε συνέχειες#1|#2|#3|#4|#5|#6|#7|#8|#9|#10|

 

(μέρος 11ο)

Βγαίνοντας απ' τού Βου Γιέ ένα σκοτάδι πηχτό, σκοτάδι παράξενο ακόμα και γι' αυτή την ασιατική πόλη, τύλιξε τη Ζόρα. Ανατρίχιασε και σκέπασε το όμορφο κεφάλι της με το σάλι της. Δεν ένιωθε ακριβώς φόβο, ούτε τη φυσική ανησυχία που νιώθει κανείς όταν τον αγκαλιάζει ξαφνικά η νύχτα. Η Ζόρα δεν ήταν ένα συνηθισμένο κορίτσι. Γνώριζε οτι απο αρχαιοτάτων χρόνων, τόσο στον κόσμο τών ζώων όσο και τών ανθρώπων, το κυνήγι αρχίζει πάντα σαν φύγει το φως τής μέρας. Απο τα Χρόνια τού Λετρισμού κι ακόμα πιο παλιά, τότε που, για να τον εμπνεύσει, είχε συστηθεί σαν "Νάντια" σ' ένα Βρετόνο ποιητή ονόματι Ανδρέα -- ή πάλι, πολύ-πολύ παλιότερα, όταν με τη Θέντα έπαιξαν ένα άσχημο παιχνίδι σ' έναν Εγγλέζο οπιομανή παρασύροντάς τον στα στενοσόκακα τού λονδρέζικου λαβύρινθου --, ήξερε πολύ καλά τα μυστικά τής ψυχογεωγραφικής περιπλάνησης σε γωνιές που κάθε σώφρων άνθρωπος απέφευγε ακόμα και το πρωί. Ήξερε ν' αποφεύγει τις μάταιες κακοτοπιές, ήξερε να μην παρασύρεται απο ανόητες αποκοτιές που υπαγορεύει η έπαρση. Κι όμως, τώρα το ένστικτό της τής έστελνε μαύρα μηνύματα. Στο βάθος άστραφτε. Η καταιγίδα πλανιόταν πάνω απ' τα προάστεια τής Σανγκάης. Έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Απο μακρυά φάνηκε να πλησιάζει ένα χλωμό φως. Ένας φτωχός άνθρωπος περνούσε σκυφτός, κουρασμένος, βαστώντας στο ένα χέρι του ένα φαναράκι κι έχοντας ένα παλιό σκεπάρνι στο ώμο. Για μια στιγμή τής φάνηκε πως είδε όλο τον Κόσμο χτισμένο πάνω στη θλίψη. Ο άνθρωπος έστριψε σε μια γωνιά, το φως του χάθηκε κι οι ορίζοντες ξαναβυθίστηκαν στο σκότος. "The hills have eyes, we're looking at you", άκουσε τον P. Paul Fenech να τραγουδά πίσω απο ένα κλειστό παράθυρο. Η Ζόρα βάλθηκε να περπατάει βιαστικά. Στον ήχο τών βημάτων της προστέθηκαν κι άλλα βήματα, βήματα βαριά, βήματα οργισμένα. Σε μια μικρή πλατεία, μες στο σκοτάδι, μαύρες σκιές μαζεύονταν γύρω απο μια σεβάσμια φιγούρα. ". με δίδυμες .", ".νομία δεν υπάρχει! Αν είναι δυνατόν!", ". έσχατη βλασφημία!", "χανόμαστε.", "μα δεν μπορεί. εξαιτίας του.", "ναι, δεν έχει σχέση.", τούς άκουσε να μουρμουρίζουν φοβισμένα, θυμωμένα, παλεύοντας λες να βρουν μιαν άκρη για κάποιο απρόσμενο κακό, να το ξορκίσουν. Κρύφτηκε στην κόχη μιάς πόρτας. Η γυναικεία περιέργεια κι αποκοτιά της την έσπρωχναν έστω να δει τον Σεβάσμιο. Στεκόταν ήρεμος καταμεσής τού ανταριασμένου πλήθους, με το κεφάλι σκυμένο, τα χέρια χαλαρά, τα μάτια κλειστά σαν να στοχαζόταν κάτι ανείπωτο. Το πλήθος βούιζε : ". εκείνος φταίει", "μα πώς;", "εξανεμίστηκαν οροσειρές άυλων τίτλων.", "γέμισαν τα σπίτια αρρώστειες", ".και τι σχέση έχει;". Ό,τι κι αν ήταν αυτό που τούς έτρωγε, ομοφωνία δεν υπήρχε. "Όχι ακόμα", σκέφτηκε η Ζόρα ελπίζοντας. Ξάφνου ο Σεβάσμιος άνοιξε τα μάτια, όρθωσε περήφανα το ολόλευκο κεφάλι κι άπλωσε τα χέρια σαν να ΄θελε ν' αγκαλιάσει το πλήθος -- ή μήπως να το σκεπάσει;. Έπεσε σιωπή. Η Ζόρα τέντωσε τ' αφτιά της ν' ακούσει, μα ήταν μακρυά. Οι τρεις λέξεις που κατάφερε ν' ακούσει, τής αρκούσαν : ".προσβολή,.μίασμα,. καθαρμός,."! Έφυγε τρέχοντας σχεδόν. Ο Τζώνυ Μπ. Γκουντ την περίμενε γυροφέρνοντας ανήσυχος κάτω απο το άσπιλο γιγαντιαίο πορτραίτο τού Μεγάλου Τιμονιέρη. Δίπλα, σαν απο έναν άλλο κόσμο (ή μήπως απο την καρδιά αυτού εδώ;), σε μια εξίσου γιγάντια διαφημιστική αφίσα τών υπερμοντέρνων επιπλώσεων Nietsche, μισοξαπλωμένοι νωχελικά πάνω σ' ενα πολυτελή μπορντώ καναπέ δέκα δυτικών μισθών, ένας άντρας και μια γυναίκα έκλειναν ο ένας το μάτι στον άλλον λέγοντας : "Ανακαλύψαμε την ευτυχία!". "Να δούμε τι θ' απαντήσουν οι Adorno", σκέφτηκε η Ζόρα ξεχνώντας προς στιγμήν τα μηνύματα τού ενστίκτου της. "Επιτέλους, ήρθες!", είπε ο μυστηριώδης Τζώνυ σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ' το μέτωπό του` και πιάνοντάς την απ' το χέρι (ήταν το χέρι του τόσο ζεστό.) . : "Οδήγησέ με γρήγορα σ' εκείνον, δεν έχουμε καιρό για χάσιμο". "Μα, τι;", ψέλλισε η Ωραία Δίδυμη. Για πρώτη φορά παρατηρούσε πως οι κάπως μακρυές φαβορίτες του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. "Ήρθε ο Σεβάσμιος! Θα ξανακάνει το θαύμα τής Εφέσου!", φώναξε με αγωνία ο δακτυλογράφος τού επιθεωρητή Τζιράρ. Οδηγώντας τον με βήματα τού ανέμου, η Ζόρα, ξέπνοη σχεδόν, μονολογούσε : "Τον συνάντησα, ΦΟΒΑΜΑΙ πως τον συνάντησα καθώς ερχόμουν".
.. Σκισμένα χαρτιά απλώνονταν παντού στο δρόμο που γυάλιζε η βροχή. Βελόνες πεταμένες, διαλυμένα βιβλία, σπασμένα τα πολύτιμα κινέζικα βάζα τού σοφού στόλιζαν πια τη στενή ξύλινη σκάλα. Η καρδιά τής Ζόρα χτυπούσε σαν τρελή. Μέσα στο εργαστήρι του, πάνω στο κομματιασμένο πορτραίτο τού δασκάλου του και βαστώντας στο χέρι του ό,τι είχε απομείνει απο το αγαπημένο του σπάνιο αντίτυπο τού "Πελοποννησιακού Πολέμου", μέσα σε μια απέραντη μοναξιά, ο Βου Γιέ κειτόταν νεκρός.

(συνεχίζεται)

StarryNights

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης [e-mail]