HOLLOW SKY 22

Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!


θρίλερ σε συνέχειες
#1
|#2|#3|#4|#5|#6|#7|#8|#9|#10|#11¦#12 | 13 |

14o


Eνώ το ατμόπλοιο Ned Ludd χτυπιόταν από την καταιγίδα και τις διαμάχες γύρω από τον ύποπτο ιστορικό ρόλο τής νεολιθικής αγροτιάς, στό μικρό γωνιακό μπαράκι «Η Ξεχασμένη Γωνιά» στην άλλη άκρη τού Ατλαντικού, κάπου στο Μπρούκλυν, ένας άντρας με θλιμμένα αλλά ολοζώντανα μάτια σιγοψυθίριζε το έπος τού Λειβαδίτη ποιητή: "Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους,/ δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα,/ γδαρθήκανε σαν δυό ανυπεράσπιστοι εχθροί,/ σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, βγάλανε μια κραυγή`/ σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν,/ θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακρυά./ Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σα δυό μεγάλα ψαροκόκκαλα/ ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού".

Ο επιθεωρητής Τζιράρ, γιατί αυτός ήταν εκείνος ο άντρας, χτυπούσε ανήσυχος τα δάχτυλά του πάνω στο (δεν θα το λέγαμε και πεντακάθαρο) τραπέζι. «Όταν θυμώνεις κοκκινίζεις, όταν κρυώνεις γίνεσαι μπλέ, όταν ζηλεύεις πρασινίζεις, όταν σε βλέπει ο ήλιος μαυρίζεις` και με λές εμένα έγχρωμο;», επαναλάμβανε ειρωνικά κάποιος ράπερ από το παμπάλαιο ραδιόφωνο πολλαπλασιάζοντας την ανησυχία του. Η ιδέα οτι ο προστατευόμενος του βρυκόλαξ θα κινδύνευε θανάσιμα μόλις αποβιβαζόταν στη Χάβρη, πηγαινοερχόταν στο κεφάλι του σαν εκείνη τη μύγα που τριγύριζε το ράφι με τα μπουκάλια πίσω από τη μπάρα. Πίσω από ένα πάκο χαρτιά, ο ελληνοαμερικάνος και ημιφάλακρος δακτυλογράφος του, Τζόνυ Μπ. Γκουντ, σιγοτραγουδούσε, διαβάζοντάς τα, κάποιο σκοπό τής μακρυνής πατρίδας του, που νόμιζε πως ταίριαζε με τις περιστάσεις. Φτάνοντας στο «κι όοοομως έεεενα παλικάααααρι δεν μποοοορεί να κοιμηθεί», κόντεψε να πεταχτεί όρθιος! Η καλοθρεμένη κατσαρίδα που σεργιανούσε στο περβάζι τού παραθύρου, δίπλα του, έσπευσε να εξαφανιστεί.

«Διαβάστε εδώ καθηγητά μου τι είπε ο συνάδελφός σας επιθεωρητής Φίλιπ στη γλυκειά φίλη του, τη δεσποινίδα Βίβιαν : «Η απομάκρυνση τής επικοινωνίας δεν οφείλεται στην αντιπαλότητα εντός της κοινωνίας. Η απομάκρυνση της επικοινωνίας οφείλεται στην υποκατάσταση της από έναν εξωτερικό καθορισμό: στις μέρες μας, το χρήμα. Τα κοινωνικά γεγονότα δεν συμβαίνουν ή όχι ανάλογα με την άπειρη μήτρα της επικοινωνίας, αλλά ανάλογα με το χρήμα, που είναι μια άλλη μήτρα. Η διαφορά εδώ είναι η εξής: αυτή η άλλη μήτρα, το χρήμα, είναι έξω από τον κοινωνικό έλεγχο. Το χρήμα είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει».

«Πλησιάζουμε στην καρδιά τού προβλήματος Τζώνυ, και πράγματι θα πρέπει να πλαγιοδρομήσουμε τώρα», είπε ήρεμα ο Μπιγκ Τζι, ξεχνώντας προσωρινά τις έγνοιες του. «Ο Φίλιπ είναι όπως συνήθως ακριβέστατος. Ωστόσο δικαιούμαι να ρωτήσω: γιατί και με ποιόν τρόπο συντελείται περίπου αενάως αυτή η απομάκρυνση τής επικοινωνίας και η συνακόλουθη υποκατάστασή της από εξωτερικούς καθορισμούς; Είναι ίσως δυνατόν αυτό να έχει σχέση με τον αέναο κοινωνικό αλληλοπλακωμό; Και αν ναι, ποιά σχέση επιτέλους;»

Ο διορατικός γραμματεύς, αν και δεν κατείχε τις απαντήσεις, είχε μια καλή ερώτηση να θέσει : «Διαβλέπω ήδη στις ερωτήσεις σας αυτές έναν ύφαλο να ξεπροβάλλει την επικίνδυνη μυτούλα του. Μήπως υπονοείτε δόκτωρ πως οι άνθρωποι, σχεδόν αενάως, δεν αντέχουν την ελεύθερη, απεριόριστη, καταπρόσωπον επικοινωνία και, εξ αυτού, οδηγούνται να την υποκαθιστούν με κάτι που την εκτοπίζει ως εξωτερικός καθορισμός; Μήπως υπονοείτε οτι τρόπον τινά οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη τέτοιων υποκαταστάσεων;»

«Κάσιους, κέρασε το φίλο μου», παρήγγειλε στον πρώην πρωτοπυγμάχο μπάρμαν, και συνέχισε : «Έχεις δίκιο να το διαβλέπεις Τζόνυ. Let's face it, κάτι τρέχει με το ανθρώπινον είδος. Δεν λέω οτι το χρήμα είναι σαν ένα οποιοδήποτε άλλο υποκατάστατο κι εξωτερικό καθορισμό τής επικοινωνίας. Γεγονός είναι όμως οτι ανέκαθεν αναζητούμε υποκατάστατα. Δεν κοιταζόμαστε στα μάτια! Αλλά και όταν το κάνουμε, τρομακτικοί λογισμοί γεννιούνται ευθύς αμέσως στον εγκέφαλό μας συνταράσσοντας και την καρδιά μας».

«Ω απέραντο μυστήριο τού νευροψυχικού μας σύμπαντος! Το ξέρω!», απάντησε ο καλός γραμματεύς, που είχε ενδελεχώς πειραματιστεί επ' αυτού με γνωστούς τε και αγνώστους: «Ως επί το πλείστον, μια αίσθηση απειλής, ιδέες καταβροχθίσεως κάθε λογής, επιθετικά παραληρήματα, μαιναδικές ερωτοσυνθλίψεις, μανιοκαταθλιπτικές διεγέρσεις,. που συνήθως μόνον υπό συνθήκες καταπραϋνονται».

«Σωστός αγόρι μου!», ανέκραξε ο διδάσκαλος-επιθεωρητής ενθουσιασμένος με τις βαθιές ενδοαντιληπτικές ικανότητες τού βοηθού του: «Γι' αυτό και πρέπει, όχι μόνο να ξέρεις να φλερτάρεις μιαν άγνωστη ψυχή αλλά και να φλερτάρεις νέτα-σκέτα! Να ένα 'πρέπει' ακόμα και σ' αυτόν εδώ τον κόσμο που βαυκαλίζεται οτι 'αποενοχοποιήθηκε' και πέταξε όλα τα 'πρέπει', ενώ στην πραγματικότητα τα αντικατέστησε με εκατομμύρια must! Δηλονότι, να την προσεγγίζεις την άγνωστη αλλά ελκυστική ψυχή παρέχοντάς της συνθήκες, όπως λες. Προς τι όλος αυτός ο άξιος και χαριτωμένος τρόπος εάν η απείρως ελεύθερη επικοινωνία ήτο απολύτως ντιενεϊκό κεκτημένο τού ανθρώπου; Προς τι το διανθρώπινο γυροφέρνειν εάν το να κοιτάξεις αυτή την ψυχή καταπρόσωπο δεν ήταν θανάσιμα επικίνδυνο; Δεν ήταν λοιπόν άκρως ανόητα εκείνα τα Σκαθάρια που ερωτούσαν τραγουδιστά why don't we do it in the road? Και δεν είναι μεγάλοι απατεώνες όσοι ευδοκούν την 'αποενοχοποίηση' ενώ στην πραγματικότητα την αντικαθιστούν με ρομποτικούς κώδικες ψευδοελεύθερης συμπεριφοράς;».

Πόσες αναμνήσεις δεν έφεραν τούτα τα σοφά λόγια στον Μπ. Γκουντ: «Θέλεις να πεις καθηγητά μου οτι εμείς οι άνθρωποι είμεθα όντα δεινά; Θυμάμαι πως αυτό επαναλάμβανε ο αρχαιότροπος d.j. Kostas Pap, που χόρεψε τούς δύο Γότθους χιπ-χοπ καρσιλαμά».

«Κάπως έτσι αλλά μη βιάζεσαι νεαρέ! Πάμε σιγά-σιγά.»

«. αλλά μη ξημερωθείτε κιόλας!», δήλωσε γκρινιάρικα ο πρώην φιλόσοφος και νυν ξενυχτισμένος μπάρμαν Κάσιους Ίρερ με κίνδυνο να τούς βγάλει από τον ειρμό τών τολμηρών τους σκέψεων.

«Ο.Κ. Κάσιους, θα σπεύσουμε αλλά βραδέως», τού αντιγύρισε παιχνιδιάρικα ο Τζι για να εισπράξει ένα μουλωχτό "damned greek-lovers", που τον έκανε να επιστρέψει στη συζήτηση ορεξάτος: «΄Οπως θυμάσαι από την έκθεσή της μόλις επισκεφθήκαμε, η νεκροζώντανη φίλη Wanda αναδεικνύει πληθωρικά στις 'προγλωσσικές μεταφωνήσεις' της το βρυχηθμικό στοιχείο τής γλώσσας, δείχνοντας ωραιότατα δι' αυτού το επίσης βρυχηθμικό στοιχείο απείρων φαινομενικά πολιτισμένων διαλόγων. Λοιπόν, όπως έλεγε κι ο φίλος μας από 'δω, ο Κάσιους , όταν ακόμη αγωνιζόταν στο καναβάτσο, 'Μόνον η συμβολική έκφραση μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα τής προοπτικής και τής ανασκόπησης, διότι μόνο με σύμβολα μπορούν όχι μόνο να γίνουν διακρίσεις αλλά και να μονιμοποιηθούν στη συνείδηση. Ό,τι δημιούργησε κάποτε ο νους, ό,τι έχει επιλεγεί από τη σύνολη σφαίρα τής συνείδησης, δεν χάνεται ξανά όταν η αρθρωμένη λέξη έχει τη σφραγίδα της πάνω του και τού έχει δώσει την οριστική του μορφή'

«Είπαμε να πλαγιοδρομήσουμε αλλά πού το πας πια, μ' έσκασες!», αναφώνησε ο Τζώνυ κατεβάζοντας μονορούφι τη δεύτερη διπλή τεκίλα του. Πόσο απρόσεκτος!

«Εκείνο που δεν πρόσεξε ο φίλος μας», είπε σιγανά ο ευγενής επιθεωρητής ρίχνοντας μια πλάγια ματιά προς τον ξενυχτισμένο οινοπώλη, «είναι οτι αυτή η μονιμοποίηση έχει και τη βρυχηθμική πλευρά της στον άνθρωπο! Δηλαδή, για να μη σε σκάσω σκασμένε μου, μια πράξη αντιπαλότητας απλουστάτη παρατείνεται μέσα στη συνείδηση πολύ πέραν τού εαυτού της ως απλού, ίσως και στιγμιαίου, γεγονότος και τοιουτοτρόπως τείνει να γίνει από χιονόμπαλα χιονοστιβάδα!».

«Τον καριόλη τον αράπαρο!», μουρμούρισε ο Τζών σφίγγοντας τις γροθιές του εμφανώς επηρεασμένος από την απότομη δράση τού αλκοόλ στο αίμα του.

«Τι είπες;», ρώτησε εμβρόντητος ο επιθεωρητής.

«Κάτι δικά μου αρχηγέ. Να, γύρω στις 8.30 το πρωί, καθώς ερχόμουν ωραίος-ωραίος και φρεσκοξυρισμένος να σε συναντήσω, ένας ασπρόσεχτος πιθηκομούρης αράπης με σκούντηξε άγρια στο δρόμο. κι όταν γύρισα και τού 'ριξα ματιά-στιλέτο, κόντεψε να μού ζητήσει και τα ρέστα που κακοχρόνο νά 'χει!», μούγκρισε φουρκισμένος από ένα κατακλυσμό συμβόλων ο δακτυλογράφος, και συμπλήρωσε: «Κοντέψαμε να σφαχτούμε!».

«Πρόσεξε πώς εκφράζεσαι για τούς ετερόχρωμους νεαρέ!», τον επέπληξε ο δάσκαλος: «Πλην όμως, αυτό ακριβώς σού έλεγα. Περάσανε 16 ώρες κι ακόμα τον κουβαλάς οργισμένα μέσα σου!".

"Ε, και;". Ο Τζόνυ είχε πια θολώσει για τα καλά.

"Καιαιαιαιαιαί; Μα μόλις τώρα περιέγραψες αγαπητέ γραμματεύ πώς, στο δεινό είδος μας, η αντιπαλότητα γίνεται γεωμετρική πρόοδος -- τι λέω; --, ποτάμι ολόκληρο κι ας ξεκινάει από μια σταγόνα! Αιώνες επί αιώνων οι εκλεκτότεροι τών κουνγκφουκέρ, τών τζουντόκα και τών αϊκιντόκα επιιχειρούν αυτό ακριβώς να δασκαλέψουν στους νταβραντισμένους μαθητές των : πώς ν' αφήνουν την τηλεμεταφερόμενη δια τών συμβόλων βία να γλυστράει από πάνω τους! Αιώνες επί αιώνων το ίδιο προσπαθούν και οι γέροντες, μιλώντας για τη φαντασία-τίγρη. Και ξέρεις γιατί;"

"Αν τον είχα μπροστά μου θα τού 'σπαγα τη μούρη!", απάντησε ο αρπαγμένος γραμματεύς.

"Ήρεμα αγόρι μου, ελευθερώσου!".

"Μα να μού ζητήσει και τα ρέστα ο μπαγλαμάς!".

"Αυτό ακριβώς σού λέω ως οντολογικός αϊκιντόκα : τηλεμεταφέροντας την ελαχίστη εκείνη βία από τις 8.30 π.μ. έως τις 1.22 μ.μ., ήγουν τώρα, ήγουν 16 ώρες και 50 λεπτά (αν και σε βλέπω να την κουβαλάς καμμιά βδομάδα ακόμα!), επέλεξες ελεύθερα την ανελευθερία σου! Αυτό είναι το μέγα παράδοξο τού ανθρώπου αγαπητέ".

"Εγώ θα νιώσω ελεύθερος άμα τον ξεσκίσω!", επέμενε ο ξεροκέφαλος Τζώνυ.

"Κι αυτός, πιθανότατα, το ίδιο. Οπότε;".

"Οπότε, φέρτε μου τον αράπη να τού σκίσω τα ράουλα!", αναφώνησε ο αδιόρθωτος μεθυσμένος γραμματεύς και, όρθιος πια, εκτέλεσε δύο ημιάψογα μάε-γκέρι στον αέρα συμπαρασύροντας όχι βεβαίως τον εικονικό εχθρό του αλλά δύο πραγματικότητες καρέκλες.

"Τζι, βάστα το μουρλό γιατί θα τονε δέσω!", επενέβη ο θηριώδης μπάρμαν που οφθαλμοφανώς ενδιαφερόταν για το correct image τού άδειου μαγαζιού του.

«Προεκτείνουμε τις θεωρίες σου Κάσιους, προεκτείνουμε τις θεωρίες σου», έσπευσε να τον γαληνέψει ο γαλίφης Τζιράρ, και συνέχισε προς τον σχεδόν ξεθυμασμένο δακτυλογράφο του: «Οπότε, από την ελευθερία περνάτε στην ανελευθερία κι από την ανελευθερία πάτε παρέα, αλλά και πόσο χώρια αλίμονο, στο νοσοκομείο ή και στο θάνατο κακόμοιρέ μου ευέξαπτε!».

«Μήπως υπερβάλλεις δάσκαλέ μου;», μουρμούρισε ο καταβάθος πράος Τζόνυ.

«Ποιός ή τι θα σάς προστατέψει από το γεωμετρικό φούντωμα τής αντιπαλότητάς σας μωρέ; Και φαντάσου οτι ξεκίνησε από ένα σπρωξιματάκι καταλάθος! Πού και να διεκδικούσατε, ας πούμε, καμμιά θεσούλα στο Δημόσιο, κανένα αγροτεμάχιο ή καμμιά Ωραία! Αχαχούχα! Τζόνυ, θα σε βλέπαμε στο Alter, το συνειδητοποιείς;».

Ο μεθυσμένος γραμματεύς έπεφτε από περίσκεψη σε περίσκεψη.

«Λοιπόν;». Ο Τζιράρ ήταν αμείλικτος : «Επαναλαμβάνω : Ποιός ή τι θα σάς προστατέψει από την ανελευθερία σας, που τόσο εύκολα παραδώσατε στο βωμό τής αντιπαλότητας; That is the question!».

«Ποιός; Τι; Πώς; Πού; Πότε;», ψέλλισε ο Τζώνυ. ΄Ηταν να τον λυπάσαι καθώς οι ατμοί τής τεκίλα αναδύονταν από το ολιγότριχο κρανίο του παίζοντας με τούς ατμούς τής αδιέξοδης οργής του. Μα ξάφνου, λες και ξαναβρήκε το φως του, αναφώνησε : «Ώστε λοιπόν οι αντιπαλότητες, δια τής τηλεμεταφερόμενης βίας, μονιμοποιούνται και συνδέονται με την υποκατάσταση τής απείρου επικοινωνίας από κάτι, που στη συνέχεια την καθορίζει ως εξωτερικός τύραννος - τοτέμ, ταμπού, βασιλιάδες, φεουδάρχες, χρήμα...».

«Μια πορτοκαλάδα για το φίλο μου», παρήγγειλε ο Τζιράρ, που ήξερε πολύ καλύτερα κι από τον ομόλογό του μίστερ Μποντ τι ποτό ταιριάζει σε κάθε περίσταση. «Α-κρι-βώς καλέ μου πληκτρολόγε! Εφόσον λοιπόν δεν έχουμε βρει, εμείς οι άνθρωποι, άλλους τρόπους αυτοπροστασίας μας από την τηλεμεταφερόμενη βία, τρόπους κοινωνικούς εννοώ, επόμενο είναι να την αναθέτουμε εργολαβικά (μιάς και, τουλάχιστον έως τώρα, δεν έχουμε αποφασίσει να εκλείψουμε ως είδος) σε κάθε λογής υποκατάστατα. Ιδού γιατί ακόμα και στους ειδυλιακούς Τροβηριανούς τού αειμνήστου Βου Γιέ η ισχύς τής επικοινωνίας 'απομακρυνότανε παράξενα'.».

«Και μετά, και μετά;», ακούστηκε με αγωνία ο Κάσιους απ' την άλλη τη γωνία, καθώς φαίνεται να ξαναθυμήθηκε την παλιά του αγάπη για τη σοφία.

«Ε, θα ξημερωθούμε και δεν το θες», απάντησε ο Τζιράρ. «Μα για να καταλήξω προσωρινώς», συνέχιζε ο Μπιγκ Τζι κοιτώντας το ρολόι του, «απάντηση δεν μπορούμε να λάβουμε εφόσον ακόμα παραγνωρίζουμε το όλο ζήτημα τής εμφυλίου βίας». Ο Τζιράρ έκανε να σηκωθεί.

«Μισό λεπτό σερ! Αφήσατε ανταπάντητα πολλά εύλογα ερωτήματα. Π.χ. τι σχέση έχει η ελευθερία με το ξέσπασμα τής βίας; Επίσης : μήπως τελικά υποστηρίζετε μια οντολογία τής βίας; Μήπως, στη θέση τής πρωταρχικής σπάνης, τής πρωταρχικής τρέλας, ή τής πρωταρχικής επικοινωνίας, βάζετε μια πρωταρχική βία; Θα μάς τρελάνετε!». Γραμματεύς και μπάρμαν τα πρόφεραν όλ' αυτά μονοκοπανιά.

Η απάντηση τού αγέρωχου επιθεωρητή ήταν απελπιστική: «Πόσα χρωστάμε Κάσιους;».

Πριν προλάβει ο γιγαντόσωμος πρώην πυγμάχος ν' απαντήσει, δύο νέοι πελάτες μπούκαραν ορμητικοί στο μπαρ «Η Ξεχασμένη Γωνιά». ΄Ηταν ο Φίλιπ με τη Βίβιαν!


(συνεχίζεται)

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης [e-mail]

 

StarryNights