HOLLOW SKY 23

Οι αιχμάλωτες λέξεις

Δανείζομαι τον τίτλο τού σημερινού, πρώτου μετακαλοκαιρινού σημειώματός μου, από ένα άρθρο που έγραψε το 1965 με '66 ο καταστασιακός Μουσταφά Καγιάτι (βλ. «Το Ξεπέρασμα τής Τέχνης», εκδ. Ύψιλον/βιβλία, σελ. 340-347). Αφορμή γι' αυτό, κάποιες συζητήσεις και μικροδιαμάχες τών τελευταίων καιρών.

Έγραφε εκεί, μεταξύ άλλων, εκείνος ο γαλλοτραφής Μουσταφάς: «Η γραφειοκρατία αγνοεί οτι το γλωσσικό σύστημα είναι κατά πρώτο λόγο ένα μέσον επικοινωνίας μεταξύ τών ανθρώπων. Εφόσον κάθε επικοινωνία περνάει από τη γραφειοκρατία, οι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να μην έχουν ανάγκη να μιλήσουν ο ένας στον άλλον: πρώτα απ' όλα οφείλουν ν'αναλάβουν το ρόλο τού δέκτη μέσα σ' αυτό το δίκτυο πληροφοριακής επικοινωνίας, στο οποίο έχει υποβιβαστεί ολόκληρη η κοινωνία». Και κατέληγε: «Απορρίπτουμε κάθε γλωσσολογική ή άλλη εξουσία. Μόνον η πραγματική ζωή δίνει το νόημα και μόνον η πράξη το επαληθεύει. Η διαμάχη γύρω από το πόσο πραγματικό είναι το νόημα μιάς λέξης, είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα αν απομονωθεί από την πρακτική».

Εξακόσια χρόνια πριν από αυτόν, κάπου κοντύτερά μας, ένας Γρηγόριος έγραφε: «Λόγω παλαίει πας λόγος` βίω δε τις;». Δηλαδή: «Το λόγο, κάθε λόγος τον αντιπαλεύει` τη στάση ζωής, ποιός;».

Στις λεκτικές (θεωρητικές, λογοτεχνικές, κ.λπ.) αντιπαραθέσεις μας έχουμε την τάση η κάθε πλευρά να διεκδικεί για τον εαυτό της το «πραγματικό νόημα» τής λέξης ή τής έννοιας που έχει πέσει στο τραπέζι. Ιδίως όταν πιστεύουμε πως, έχοντας κοπιάσει πάνω σ' αυτό, το κατέχουμε καλύτερα ή πληρέστερα από το συνομιλητή μας.

Ξεχνάμε πως οι λέξεις, οι έννοιες, δεν είναι παρά «σήματα»: όπως οι πινακίδες σ' ένα δρόμο, δείχνουν προς μια κατεύθυνση, προς ένα τόπο - αλλά δεν είναι οι πινακίδες αυτός ο ίδιος ο τόπος. Άσε που, ειδικά εδώ στην Ελλάδα, μια πινακίδα μπορεί να δείχνει άλλα αντ' άλλων κι ακολουθώντας την να χάσεις το δρόμο σου αντί να τον βρεις! Το έπαθα και φέτος.

Ξεχνάμε ακόμα πως οι λέξεις, οι έννοιες, η γλώσσα, σε όλους δίνονται και σε κανέναν δεν ανήκουν. Πράγμα που σημαίνει οτι, διαμάχες γύρω από τα νοήματα μιάς λέξης ή μιάς έννοιας μπορούν (και πρέπει) να γίνονται` όχι όμως σαν διαμάχες μεταξύ επίδοξων «ιδιοκτητών» της, όχι σαν διαμάχες γύρω από το ποιός θα τις «ελευθερώσει» από τον άλλον για να τις (ξανα)αιχμαλωτίσει για δικό του λογαριασμό. Και κυρίως, όχι σαν διαμάχες μεταξύ πινακίδων που έχει στήσει κανείς χωρίς να έχει φροντίσει την κατεύθυνση και τον τόπο, προς τούς οποίους θέλει να δείχνουν (πόσες φορές δεν έχουμε δει να τσακώνονται πάνω στο νόημα λέξεων άνθρωποι που, άμα τούς πλησιάσεις, βλέπεις οτι σε τίποτα δεν διαφοροποιούνται σαν στάση ζωής;).

Η συνταύτιση μιάς λέξης ή έννοιας με ένα ορισμένο νόημα, η συνταύτιση τής «πινακίδας» με τον τόπο που δείχνει, αντιστοιχεί στη διαδεδομένη σήμερα σύγχιση ανάμεσα στη γνώση και την επικοινωνία με την πληροφορία και την πληροφόρηση. Κι αυτή η σύγχιση είναι χαρακτηριστικό τής γραφειοκρατίας, που έλεγε κι ο ανωτέρω Μουσταφάς.

Η γραφειοκρατία όμως, πριν γίνει ολοκληρωμένη πράξη, είναι κατ' αρχήν μια στάση απέναντι στη ζωή και τις λέξεις, που τη συναντάμε ακόμα και μεταξύ ανθρώπων που (υποτίθεται οτι) την αντιμάχονται. Για παράδειγμα, μέσα στις υπερβολικές ανησυχίες διαφόρων "χώρων", ομάδων ή και ατόμων γύρω από το ποιοί δικαιούνται να φέρουν το γενικό ιδεολογικό τίτλο που φέρουν και οι ίδιοι. Και μές από τη βίαιη βιασύνη τους να φορέσουν άλλες ετικέτες στους κατά την γνώμη τους "ανάξιους να φέρουν" αυτό τον τίτλο.

Αυτές οι υπερβολικές ανησυχίες γύρω από τη «γνήσια χρήση» ενός τίτλου, μιάς λέξης ή μιάς έννοιας, και γύρω από την «αίρεση», προέρχονται και προέρχονταν ανέκαθεν από ανθρώπους που δεν είναι σίγουροι για τη δική τους γνησιότητα. Δηλαδή από ανθρώπους που δεν είναι σίγουροι εάν, ο τίτλος, οι λέξεις και οι έννοιες που διεκδικούν για λογαριασμό τους αντιστοιχούν πράγματι στους ίδιους σε μια προσωπικά βιωμένη και μοιρασμένη στάση ζωής.

Διότι νομίζω οτι κάποιος δεν βγαίνει ουρλιάζοντας ή έστω γαβγίζοντας να κυνηγάει «αιρέσεις» εάν έχει την ηρεμία ψυχής, που τού παρέχει η βεβαιότητα οτι ξέρει πού έχει να παραπέμψει, γιατί η δική του «πινακίδα» δείχνει πράγματι προς τη σωστή κατεύθυνση, στην κατεύθυνση που ο ίδιος τραβάει σ' αυτή τη ζωή - δηλαδή σ' αυτή την προσωπικά βιωμένη και μοιρασμένη στάση ζωής που λέγαμε -, και όχι σε θολά νερά, μπερδέματα κι αδιέξοδα.

Eάν δηλαδή έχει κάποιος αυτή την ηρεμία ψυχής, τότε βεβαίως και οριοθετείται! Βεβαίως και δεν είναι "χύμα στο κύμα"! Αλλά φροντίζει πρωτίστως να είναι εντάξει το δικό του "σπίτι", ώστε, αν τυχόν τού χτυπήσουν μια μέρα το κουδούνι, να έχει πού και πώς να καλοδεχτεί τούς απρόσμενους (και ίσως απρόσμενα φιλικούς) επισκέπτες!

Αλλά βεβαίως η γραφειοκρατική στάση απέναντι στις λέξεις, τις έννοιες και τη ζωή, δεν ξεπηδάει απο το πουθενά. Προέρχεται από μια συνολικότερη διαδικασία (την ίδια ακριβώς που έκανε το χρήμα πηγή και εγγύηση τής αλληλοαναγνώρισης τών ανθρώπων) αφαίρεσης, η οποία συνίσταται στην υποκατάσταση τών σχέσεων μεταξύ προσώπων και προσωπικών βιωμένων στάσεων από πράγματα, σχήματα, ρόλους κι αφηρημένες ιδέες.

Κι έτσι οι λέξεις γίνονται ετικέτες, και οι ετικέτες "ιδιωτική ιδιοκτησία" με τα ανάλογα "κοπυράιτ" και τούς γνωστούς ετικετοπόλεμους.

Διότι είναι εύκολο να μιλάμε θεωρητικά περί «ανθρώπινης κοινότητας» αλλά είναι πολύ δύσκολο να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μιάς προσωπικά βιωμένης στάσης ζωής και επικοινωνίας.

Για όποιον δεν έχει την τόλμη ν' αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη, πάντοτε φταίνε κάποιοι άλλοι.

Starry Nights in a Dark Age

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης [e-mail]