HOLLOW SKY 31
<<<<<Γιάννης Ιωαννίδης | Η Κοινωνία του Θεάματος Σήμερα<<<<<

Ξενοδοχείο τών Ξένων

Σχόλια στην «Κοινωνία του θεάματος σήμερα»

 

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι τα σχόλια τού «Ξενοδοχείου τών Ξένων» πάνω στο κείμενο-ομιλία μου (Θεσσαλονίκη, Υφανέτ, Νοέμβριος 2004) με θέμα «Η κοινωνία τού θεάματος σήμερα», που παρουσίασα στο προηγούμενο Hollow Sky. Τα σχόλια αυτά δημοσιεύτηκαν στο 7ο τεύχος τού «Ξενοδοχείου τών Ξένων», Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 2005, που περιλαμβάνει κι ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο καυτό ζήτημα τής βιοτεχνολογίας, το οποίο σάς συνιστώ ένθερμα να μελετήσετε. Την απαντησή μου στα σχόλια αυτά, την οποία έστειλα ήδη στους φίλους τού «Ξενοδοχείου», θα τη βρείτε εδώ, κάνοντας κλίκ στο next. Μια πολύ σημαντική, κατά τη γνώμη μου, συζήτηση και μάλιστα με εκλεκτούς συνομιλητές φαίνεται πως άρχισε και συνεχίζεται.]

Η παράδοση όλων των νεκρών βαραίνει
σαν εφιάλτης στη συνείδηση των ζωντανών
Καρλ Μαρξ

 

Το πλούσιο σε αναφορές και παρατηρήσεις κείμενο του Γιάννη Ιωαννίδη, και η πληθώρα των ζητημάτων που αυτό θέτει, ζητήματα που όπως συμπεράναμε και από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε απασχολούν και αρκετούς άλλους, μας οδήγησαν στο να επεξεργαστούμε περισσότερο κάποιες σκέψεις προσπαθώντας να τοποθετηθούμε απέναντι στη βασική θέση του κειμένου: «Κατά τη γνώμη μου, και με βάση όσα σας είπα, θα πρέπει να πετάξουμε το βιβλίο Η κοινωνία του θεάματος και τη θεωρία του 'θεάματος' που μας προτείνει».
Η Κοινωνία του Θεάματος δεν είναι βέβαια κανένα ευαγγέλιο ή αποκαλυπτικό κείμενο που μας δίνει λύσεις για τα πάντα. Ούτε και ψάχνουμε για κάτι τέτοιο. Αν το κάναμε θα στρεφόμασταν στη θεολογία. Εκεί μόνον υπάρχουν εξ αποκαλύψεως αλήθειες.
Δεν είμαστε οπαδοί του Γκυ Ντεμπόρ, ούτε φυσικά φιλοκαταστασιακοί που τρέχουμε να στηρίξουμε το σπίτι μας κάθε φορά που εμφανίζονται ρωγμές. Αναγνωρίζουμε πολλά προβλήματα στις θέσεις του Ντεμπόρ και προσπαθούμε να καταδείξουμε τα όρια της προσέγγισής του: το άλυτο πρόβλημα του επαναστατικού υποκειμένου, της επαναστατικής πρωτοπορίας και της αναγκαιότητας "στρατηγών", αλλά και το πρόβλημα μιας πολύ εύκολα αφομοιώσιμης αντίληψης η οποία στηρίζει τόσα πολλά στο ζήτημα της συμπεριφοράς. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον πραγματικό Ντεμπόρ και όχι μια καρικατούρα του. Όταν αντιμετωπίζουμε καρικατούρες, είναι ευκολότερο να πετάξουμε τα έργα τους στα σκουπίδια.
Όποια προσέγγιση επικεντρώνεται με περιοριστικό τρόπο σε μία μόνο όψη του βιβλίου του Ντεμπόρ, το αποκόπτει από το ιστορικό του πλαίσιο. Τον παρουσιάζει ως έναν ακόμη εκπρόσωπο μιας σκληρής μαρξιστικής ντετερμινιστικής παράδοσης που προσπάθησε να βάλει τον κόσμο στα δικά της καλούπια, εξοντώνοντας το άτομο και το πρόσωπο. Έναν άνθρωπο που νοιάζεται μόνο για την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων, που μιλά μεταφυσικά, που δεν μιλά για σταχανοβισμό κυρίως επειδή δεν γουστάρει ο ίδιος τη δουλειά - και που αφήνει αδικαίωτες όλες του τις αλλοτινές απόψεις για τη γιορτή και το διάλογο. Ε, λοιπόν ο Ντεμπόρ της Κοινωνίας του Θεάματος είναι ακριβώς το αντίθετο!
Ο πλούτος του βιβλίου έγκειται και στο ότι για πρώτη φορά τίθενται με τόση ένταση από τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού μια σειρά από σημαντικά ζητήματα, σε μια εποχή που στη Γαλλία κυριαρχούσαν από τη μια τα αριστερά γκρουπούσκουλα και από την άλλη οι οργανικοί διανοούμενοι του Kόμματος που εντρυφούσαν σε ενδιαφέρουσες μεν, μη κεντρικές δε αναλύσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι καταστασιακοί (και βέβαια όχι μόνον αυτοί) αποφασίζουν να μιλήσουν συνολικά για ένα κεντρικό ζήτημα: την επανάσταση. Την πολιτική επανάσταση που είναι ταυτόχρονα και επανάσταση της καθημερινής ζωής.
Αυτό εξάλλου είναι ίσως το βασικό, ή ένα από τα βασικά, θέματα του βιβλίου. Γι' αυτό και το εκτενέστερο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Το προλεταριάτο ως υποκείμενο και ως αναπαράσταση». Από τη δεύτερη κιόλας θέση του κεφαλαίου αυτού, ο Ντεμπόρ σημειώνει: «Το υποκείμενο της ιστορίας δεν μπορεί παρά να είναι το ζωντανό που παράγει τον εαυτό του και γίνεται κύριος και κάτοχος του κόσμου του που είναι η ιστορία, και που υπάρχει ως συνείδηση του παιχνιδιού της». (Θ. 74) Η κριτική του στον λενινισμό και στον εξουσιαστικό μαρξισμό είναι διαυγής. Η κριτική του στον αναρχισμό γόνιμη. Η θέση του ότι «η επαναστατική οργάνωση αναγκάζεται να μάθει ότι δεν μπορεί πια να αγωνιστεί ενάντια στην αλλοτρίωση με αλλοτριωμένες μορφές αγώνα» (Θ. 122) πιστοποιεί την αντίληψή του ότι «η επαναστατική οργάνωση δεν μπορεί να αναπαράγει μέσα της τις συνθήκες της διάσπασης και της ιεραρχίας που είναι οι συνθήκες της κυρίαρχης κοινωνίας» (Θ. 121). Στο ξεκάθαρα ελευθεριακό αυτό πρόταγμα του Ντεμπόρ κυριαρχούν το παιχνίδι, η ζωή, το ποιοτικό και ο διάλογος. Όπως σημειώνει, το θέαμα είναι «το αντίθετο του διαλόγου» (Θ. 18), ενώ «η συνείδηση της επιθυμίας και η επιθυμία της συνείδησης είναι ένα και το αυτό σχέδιο» (Θ. 53). Υπάρχουν και άλλα σημεία του βιβλίου από τα οποία συνάγεται ότι σε καμία περίπτωση ο Ντεμπόρ δεν απαρνήθηκε όσα έγραφε στο παρελθόν. Απλώς τα ενέταξε σε ένα κείμενο που προσπάθησε, όσο κανένα άλλο, να αναμετρηθεί με τις διάφορες ερμηνείες του μαρξισμού που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή.
Οι αρετές αυτές του βιβλίου δεν είναι οι μόνες. Ας συγκρατήσουμε το ενδιαφέρον του Ντεμπόρ για την ιστορία και τη χωροταξία -καθόλου αυτονόητα ζητήματα για την εποχή του-, τις παρατηρήσεις του για τον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό της Σοβιετικής Ένωσης, την επανατοποθέτηση του ζητήματος της αλλοτρίωσης και της ποιότητας, καθώς και τα πρώτα σπέρματα κριτικής στον μεταμοντερνισμό «του τίποτε και των πάντων» καθώς και στον αντι-ιστορικό στρουκτουραλισμό που ήταν και της μόδας, και που ακολουθήθηκε και από "ελευθεριακούς" ανθρωπολόγους.
Δεν θα ασχοληθούμε με τα παραπάνω, όχι επειδή πιστεύουμε ότι δεν αξίζουν. Αυτό όμως που θέλουμε να δείξουμε είναι ότι ο Ντεμπόρ δεν θα πρέπει να γίνει στόχος επειδή ακολουθεί τον μαρξισμό, αλλά ότι θα πρέπει να μας ενδιαφέρει επειδή προσπαθεί να τον ξεπεράσει και να τον επικαιροποιήσει.
Εδώ μια μικρή παρέκβαση για τον μαρξισμό: Δεν βλέπουμε τον μαρξισμό βέβαια ως απότοκο μιας επιστημονίζουσας λαϊκής δοξασίας της εποχής του Mαρξ που ως δια μαγείας κυριάρχησε στο μυαλό των πιο ανήσυχων ανθρώπων. Η καίρια κριτική όμως στον μαρξισμό έγινε την ώρα που έμπαινε δυναμικά στην ιστορία. Ο Μπακούνιν και οι αναρχικοί ανέδειξαν τα εξουσιαστικά στοιχεία της θεωρίας και καταδίκασαν τον ντετερμινισμό της αναδεικνύοντας τα ζητήματα της ιεραρχίας, του πολιτισμού και του κράτους. Μπήκαν με όλες τους τις δυνάμεις στο παιχνίδι της επανάστασης, προτιμώντας να καούν στις φλόγες της. Έδειξαν ότι η εξέγερση είναι κάτι που το πιστεύεις συνειδητά, όχι που το προγραμματίζεις στις «αντικειμενικές συνθήκες».
Ο Μαρξ συχνά αμφιταλαντεύτηκε, κυρίως στις προσωπικές σημειώσεις ή στην αλληλογραφία του, για την επιστημοσύνη του οικοδομήματός του. (Και ο Ντεμπόρ προσπάθησε να τον σώσει! Βλ. Θ. 89) Ωστόσο, γράφοντας στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, μιας επανάστασης που βασίστηκε κυρίως στην πίστη στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ήταν λογικά αδύνατο να την υπερβεί. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Μάραιη Μπούκτσιν: «Ο Μαρξ ήταν πάνω από όλα απασχολημένος με τις προϋποθέσεις της ελευθερίας (τεχνολογική ενοποίηση, εθνική ενοποίηση, υλική αφθονία), παρά με τις συνθήκες της ελευθερίας. Οι θεωρίες του ήταν ακόμη βασισμένες στο χώρο της επιβίωσης και όχι στο χώρο της ζωής». Από αυτή τη μεριά, τη μεριά της ζωής, έρχεται να μιλήσει στα μέσα του επόμενου αιώνα ο Ντεμπόρ.
Με αυτή την έννοια, νομίζουμε, αντίθετα με τον Γιάννη Ιωαννίδη, πως ο ισχυρισμός του Άνσελμ Γιάπε ότι, τελικώς, οι ιδέες του Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» εννοείται με τρόπο μάλλον ειρωνικό. Σύμφωνα με την άποψη αυτή του Γιάννη Ιωαννίδη, ο Ντεμπόρ «βιολογικοποιεί» γιατί εντασσόμενος κι αυτός στην παράδοση του μαρξισμού θέλει την ανθρώπινη μοίρα να καθορίζεται «από την ικανοποίηση των υλικών αναγκών». Ωστόσο, η σημερινή αναγωγή όλων των κοινωνικών ζητημάτων σε βιολογικά ζητήματα, δηλαδή η βιολογικοποίηση των κυρίαρχων ερμηνειών στην κοινωνία, είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από τη χρήση, στο πλαίσιο της μαρξικής παράδοσης, εννοιών όπως η ζωή και η επιβίωση. Η πρώτη βιολογικοποίηση (πανταχού παρούσα στο λόγο της εξουσίας σήμερα, θεωρούμε εμείς) αποτελεί μια στρέβλωση όλων των κοινωνικών και ιστορικών ερμηνειών υπέρ μιας αντίληψης ότι «όλα τα προβλήματα είναι γενετικά», ότι «δεν υπάρχουν σχέσεις, υπάρχουν μόνο χημικές αντιδράσεις». Αντίθετα, η αναφορά στη ζωή και την επιβίωση στη μαρξική συζήτηση, την οποία και συνεχίζει ο Nτεμπόρ, επιχειρεί να μιλήσει, στην παράδοση του Διαφωτισμού, για την ανθρώπινη φύση που είναι κατά βάθος αγαθή, για το ένστικτο της εξέγερσης που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να διδαχθεί, ή για τη ζωή που είναι μια ποιοτική αξία πολύ ανώτερη από την απλή πλήρωση των ελάχιστων αναγκών.
Είναι αλήθεια ότι μέσα στην ανάλυσή του ο Ντεμπόρ συχνά χρησιμοποιεί τους όρους αναγκαιότητα και απαραίτητο για να εξηγήσει ιστορικά φαινόμενα. Ωστόσο ξεκάθαρη είναι η κριτική του στον ντετερμινισμό του μαρξισμού, σε μια σειρά από θέσεις του. Παραθέτουμε μερικές:

«Αυτό που συνδέει στενά τη θεωρία του Μαρξ με την επιστημονική σκέψη είναι η ορθολογική αντίληψη των δυνάμεων που λειτουργούν πραγματικά μέσα στην κοινωνία. Όμως η μαρξιστική θεωρία είναι στη βάση της ένα υπερπέραν της επιστημονικής σκέψης, όπου αυτή δεν διατηρείται παρά μόνον εφόσον ξεπεραστεί: πρόκειται για μια αντίληψη της πάλης και όχι του νόμου» (Θ. 81)

«Σ' αυτή την τελευταία κίνηση που νομίζει ότι κυριαρχεί στη σύγχρονη ιστορία με μια επιστημονική γνώση, η επαναστατική άποψη παρέμεινε αστική» (Θ. 82)

«Η επιστημονική-ντετερμινιστική πλευρά μέσα στη σκέψη του Μαρξ ήταν ακριβώς η ρωγμή από την οποία εισχώρησε το προτσέσο 'ιδεολογικοποίησης' όσο ακόμη ζούσε και ο ίδιος και ακόμα περισσότερο στη θεωρητική κληρονομιά που άφησε στο εργατικό κίνημα» (Θ. 84).

Ο Ντεμπόρ στο κείμενό του συχνά πέφτει σε αντιφάσεις. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Γιάπε: «Ο Ντεμπόρ συμφωνεί με τον Λούκατς στην απόρριψη μιας αποκλειστικά επιστημονικής ερμηνείας της ιστορίας: Ο κινητήρας της ιστορίας είναι η πάλη των τάξεων, που δεν είναι απλή αντανάκλαση των οικονομικών διαδικασιών». Γι' αυτό εξάλλου σε καμία περίπτωση δεν αφήνει έξω από την οπτική του το ζήτημα τόσο των θεσμών, όσο και της κουλτούρας. Στη θέση 87 σημειώνει ότι ο Μαρξ παραμέλησε στην ανάλυσή του το κράτος, ενώ στη θέση 25 μιλά για τη θεσμοποίηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας. Και στις διάφορες θέσεις όπου αναφέρεται στο θέαμα αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό δεν είναι μόνο οικονομία ή εμπόρευμα αλλά και τεχνική, δηλαδή και θεσμοί.
Η σημασία της έννοιας του θεσμού λοιπόν δεν είναι έξω από την οπτική του Ντεμπόρ. Αυτό εξηγείται όχι μόνο από το ότι προέρχεται από μια αρχικά καλλιτεχνική ομάδα, αλλά και από την εποχή του, μια πρώτη εποχή γενικής κατανάλωσης και διασκέδασης, που κατακλύζεται από εικόνες, από βεντέτες, από μόδες και από ινδάλματα. Ζει σε μια μεταβατική ιστορική περίοδο, και η μεγάλη του ικανότητα είναι ότι αντιλαμβάνεται αυτό που έρχεται. Προσπαθεί να ξαναπιάσει το νήμα του μαρξισμού και να φωτίσει όψεις της μαρξιστικής σκέψης, όπως είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος και η αλλοτρίωση, που θα μπορούσαν να μιλήσουν για έναν κόσμο στον οποίο «το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου».
Η κριτική λοιπόν που θέλει τον Ντεμπόρ να λαθεύει επειδή οπλισμένος με τον μαρξισμό αφήνει εκτός της ανάλυσής του τα ζητήματα των θεσμών και του πολιτισμού είναι κατά τη γνώμη μας αστήρικτη. Ούτε μας φαίνεται γόνιμο να πάμε στο άλλο άκρο και να θεωρήσουμε ότι όλα τα ζητήματα είναι αυστηρά «θεσμικά». Αυτή εξάλλου η ερμηνεία των πάντων ως θεσμών θα μπορούσε να μοιάζει και με τη σημερινή αγοραία επιστημονική δοξασία του μεταμοντέρνου, σύμφωνα με το οποίο τίποτε δεν είναι πραγματικό και τα πάντα επιτρέπονται εφόσον «θεσμοποιηθούν».
Οι κριτικές του Σάλινς και του Κλαστρ προσέφεραν αξιοπρόσεκτα συμπεράσματα από τα οποία ωφελήθηκε ακόμη και η τρισκατάρατη μαρξιστική σκέψη αρκεί να δει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνουν μαρξιστές τις αναλύσεις του Σάλινς. Όμως και οι λετριστές πολλές δεκαετίες πριν δεν φάνηκε να μένουν ασυγκίνητοι, αφού οδηγήθηκαν να ονομάσουν ένα από τα έντυπά τους Potlatch και να ενστερνιστούν την άποψη του Zωρζ Μπατάιγ για το καταραμένο απόθεμα. Οι αναλύσεις βέβαια των ανθρωπολόγων αυτών εξετάζουν συγκεκριμένες κοινωνίες έξω από την ιστορία. Οι κοινωνίες του Κλαστρ δεν είναι μόνο ενάντια στο Κράτος, αφορούν στην κατάσταση πριν από αυτό και αναρωτιούνται μάλιστα αν υπάρχει αυτή η κατάσταση. Μπορεί οι θεωρήσεις αυτές να εξάπτουν τη φαντασία μας, αλλά έχουν χάσει πια το ενδιαφέρον τους ως πρωτογενή εργαλεία ανάλυσης του σήμερα. Πόση σημασία μπορεί να έχει η απάντηση στο ζήτημα των απαρχών της ανθρωπότητας;
Οι ερμηνείες αυτές για την ιστορία εξαφανίζουν τόσο την οικονομία όσο και την αναγκαιότητα, ανάγοντας τα πάντα σε ζητήματα πολιτισμικά και συμβολικά. Όμως οι άνθρωποι δεν αποκλείονται μόνο «θεσμικά-ιδεολογικά και πολιτικά». Μακάρι να ήταν έτσι. Αποκλείονται και οικονομικά και στρατιωτικά, φτωχαίνουν, πλουτίζουν και αφανίζονται. Τα ζητήματα της αναγκαιότητας και της θεσμοποίησης κατά τη γνώμη μας δεν τίθενται αλληλοαποκλειόμενα αλλά διαλεκτικά. Το ότι ο άνθρωπος ανήκει στο σύμπαν του πολιτισμού είναι δεδομένο. Ωστόσο ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος των πάντων, δεν υπερίπταται έξω από το σύμπαν του, δεν είναι πάντα δυνατά τα πάντα. Ο ατμός μπορεί να ήταν για τους αρχαίους έλληνες ένα παιχνίδι, αλλά στα χέρια της αγγλικής αστικής τάξης έγινε η βασική τεχνική ανακάλυψη που οδήγησε τους άγγλους χωρικούς στην προλεταριοποίηση. Μήπως η ανάγκη και η αναγκαιότητα βγαίνουν από την πόρτα για να ξαναμπούν από το παράθυρο και στις ανθρωπολογικές αναλύσεις;
Ίσως θα έφτανε μια απλή ματιά στην καθημερινή μας ζωή για να φανεί ο ρόλος και η βαρύτητα της οικονομίας. Αυτό όμως που καίρια εντόπισε ο Ντεμπόρ και κάθε άλλο παρά διαψεύστηκε είναι η σύντηξη της οικονομίας και της ιδεολογίας, μια υλική δύναμη και μια κοινωνική σχέση που διαχωρίζει και απομονώνει τους ανθρώπους, που αρνείται τη ζωή και την ονόμασε «θέαμα». Μπορούμε να την ονομάσουμε όπως αλλιώς θέλουμε, όμως αυτό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε δεν είναι απλώς «προπαγάνδα».
Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των ίδιων των αποσπασμάτων κειμένων του Ντεμπόρ που παραθέτει ο Γιάννης Ιωαννίδης θα αρκούσε (και σε ορισμένα σημεία η επιστροφή στα πρωτότυπα κείμενα θα μπορούσε να αποφύγει τις παραναγνώσεις). Για παράδειγμα, σε μια πρώτη φάση οι καταστασιακοί πράγματι ξεκινούν από το πεδίο της κουλτούρας, όμως σίγουρα το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται εκεί, αφού είναι ρητά στραμμένο στην επαναστατικοποίηση της ζωής του συνόλου της ζωής, όπως την αντιπαραθέτουν στην επιβίωση (και εδώ προφανώς δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πεδίο της κουλτούρας). «Το ξεπέρασμα της τέχνης είναι το 'βορειοδυτικό πέρασμα' της γεωγραφίας της αληθινής ζωής» γράφει ο Ντεμπόρ αναφερόμενος στο ξεκίνημα της προσπάθειάς τους να «εξαπολύσουν μια νέα επίθεση της κοινωνικής επανάστασης».
Υπάρχουν και άλλα κεφαλαιώδη ζητήματα, όπως για παράδειγμα το πώς ο Ντεμπόρ βρίσκεται έξω από το θέαμα και μπορεί και το αντιλαμβάνεται, όμως δεν είναι πρόθεσή μας να τα θίξουμε όλα. Η απάντησή μας προσπαθεί να είναι συνοπτική και επικεντρωμένη σε κάποιες στοιχειώδεις μας παρατηρήσεις που αξιοποιούν τις δυνατότητες που δίνει το ίδιο το βιβλίο και δίνουν το λόγο στον ίδιο τον Ντεμπόρ. (Το «σύνθημα» που έριξε στη μάχη ο Ντεμπόρ, εξάλλου, έπιασε τόπο, οι «μάζες» ακολούθησαν μεμιάς τους «εύκολους οδοδείκτες» και ανέτρεψαν ολοκληρωτικά τον κόσμο, μεταμορφώνοντας παράλληλα και τον εαυτό τους!)
«Σε αυτή τη προσπάθεια αναγνωρίζουμε αστερισμούς 'προγόνων' μας και οικειοποιούμαστε αποσπάσματα, μέσα στα οποία λάμπουν η αγωνία και ο πλούτος των επιθυμιών, η απελευθερωτική συνείδηση του χρόνου, οι δύσκολοι δρόμοι της συλλογικής μεταμόρφωσης της καθημερινότητας». Ο Γκυ Ντεμπόρ είναι ένας από αυτούς τους αστερισμούς. Mπορεί να μην προφητεύει το μέλλον, καθορίζει ωστόσο το παρελθόν μας.

Ξενοδοχείο τών Ξένων, τ. 7, Απρίλιος 2005

Γιάννης Ιωαννίδης