HOLLOW SKY 33

0........................
1.Βγαίνει απ' το σπίτι του. Τα συννεφιασμένα πλήθη πηγαινοέρχονται αμίλητα
2.Η σιωπή εκεί που δεν την περιμένουμε.
3.Σε ποιούς ανήκει ο λόγος;
4.Είχα κάποτε ένα φίλο,
5.Πώς παίζεις με ό,τι σού δίνεται χωρίς να σού ανήκει;
6.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
7.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
8.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!

9.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
10.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
11.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
12.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
13.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
13.5.Πίσω στα θρανίααααααααα!!!
14.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
15.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
16.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
17.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!

18.Aναζητήσεις

19.Aκόμα και οι βρυκόλακες μελαγχολούν.
20.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
21.Προς άρσιν ορισμένων παρεξηγήσεων
(και δημιουργία νέων.)

22.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
23.Οι αιχμάλωτες λέξεις
24......................
25.Ευχές...
26.
27.Πέρα από το Άτομο.
28
29
30
31
32.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
33.«The last moment belogs to us
- that agony is our triumph »

34.Γλώσσα Ζωντανή, Γλώσσα Επιτηρούμενη
35
36.ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΚΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

«The last moment belogs to us
- that agony is our triumph …»

Αυτά ήταν τα λόγια που πρόφερε, με ηρεμία και δίχως στόμφο, σχεδόν για να τον παρηγορήσει βλέποντας τη στεναχώρια του, όπως «οι μεγάλοι άντρες χαμογελούν με κατανόηση μπρος στα προβλήματα ενός μικρού παιδιού», ο μελλοθάνατος Μπαρτολομέο Βαντσέτι στο δημοσιογράφο Φίλιπ Στονγκ το Μάιο του 1927. Λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Αυγούστου, η ηλεκτρική καρέκλα της φυλακής του Τσάρλσταουν, στις Η.Π.Α., έγραφε το τέλος της σύντομης ιστορίας του Ιταλού αναρχικού μετανάστη και του φίλου και συντρόφου του, Νίκολα Σάκο, εκτελώντας μια άδικη και στημένη δικαστική απόφαση, για την οποία δεν έχει ακόμα ζητηθεί ούτε μια τυπική συγγνώμη.

Καθώς στις μέρες μας η κατάσταση των μεταναστών, που «φιλοξένησαν» με το αζημίωτο οι θεωρούμενες ως οι πλέον πολιτισμένες ή έστω «προηγμένες» (σε τι στ’ αλήθεια;) χώρες του κόσμου, έτυχε να γδάρει λιγάκι το λούστρο των μ.μ.ε. – κι ίσως κι αυτό της πολιτισμένης συνείδησης –, ένιωσα την ανάγκη να ξαναθυμίσω όχι τόσο την «υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι», που έτσι κι αλλιώς είναι λίγο πολύ γνωστή, όσο μια ιστορία ζωής που ίσως είναι αρκετά άγνωστη και που μάς θύμισαν, πριν ένα χρόνο, οι φροντίδες των φίλων του «Ξενοδοχείου των Ξένων» της Θεσσαλονίκης.

Πρόκειται για το αυτοβιογραφικό κείμενο «Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής», που έγραψε ο Βαντσέτι περιμένοντας το θάνατο στη φυλακή και που μπορείτε – ή μάλλον ΠΡΕΠΕΙ οπωσδήποτε – να βρείτε στο 6ο τεύχος του «Ξενοδοχείου των Ξένων» (Ιούνιος 2004).

Κείμενο λιτό όσο και συγκλονιστικό, η «Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής» είναι μια μαρτυρία βγαλμένη από τα σπλάχνα του παλιού εργατικού κινήματος, που μάς φανερώνει όχι μόνο το κακοτράχαλο οδοιπορικό μα και τον απίστευτο πλούτο και το ηθικό μεγαλείο μιάς ψυχής, που άνθισε στα βράχια της πιο σκληρής πραγματικότητας πριν τη διεκδικήσει, πρόωρα, ένας τραγικός κι άδικος θάνατος.

«Η ιστορία μου δεν αξιώνει ολόκληρη αυτοβιογραφία. Ανώνυμος σ’ ένα πλήθος ανωνύμων, μου έλαχε να ελκύσω και να καθρεφτίσω λίγο από το φως της δυναμικής σκέψης που οδηγεί την ανθρωπότητα σε καλύτερη μοίρα», είναι οι γραμμές με τις οποίες εκείνος ο απλός Ιταλός εργάτης ξεκινά την ιστορία του. Από τα 13 του χρόνια, ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι γνώρισε στην ξενιτειά, μακριά απ’ το σπίτι του στην ίδια του τη χώρα, «τι θα πει σκληρή κι αδιάκοπη δουλειά […] από τις 7 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ κάθε μέρα, μ’ ένα τρίωρο διάλειμμα δυό φορές το μήνα». Από τότε, ο κόπος, ο πόνος κι οι αρρώστειες δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Ούτε όμως κι η ελπίδα, η συμπόνοια, ο στοχασμός και μια αγωνιστική κοινωνική στάση απέναντι στη ζωή κι ενάντια σ’ ό,τι την πνίγει.

Ένα μικρό διάλειμμα ευτυχίας, που έζησε γυρνώντας βαριά άρρωστος σπίτι του, κόπηκε κι αυτό απότομα κι οριστικά: «Από τότε μέχρι τη στιγμή που έφυγα για την Αμερική έμεινα στο σπίτι του πατέρα μου. Ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου. Είκοσι χρονών, στη μαγική ηλικία των ελπίδων και των ονείρων, ακόμη και γι’ αυτούς που, όπως εγώ, γυρίζουν τις σελίδες της ζωής πριν την ώρα τους. Έκανα φίλους πολλούς κι έδωσα απλόχερα αγάπη από την καρδιά μου. Βοήθησα στον κήπο του σπιτιού μου μ’ ένα πάθος που ποτέ δεν είχα νιώσει στις πόλεις. Μα σύντομα η ηρεμία μου έμελλε να διακοπεί, από την πιο επώδυνη ατυχία που μπορεί να χτυπήσει άνθρωπο. Μια μέρα θλιβερή αρρώστησε η μάνα μου».

Στάθηκε δίπλα της μέρα και νύχτα, «μα ούτε η επιστήμη, ούτε η αγάπη δεν κατάφεραν να τη σώσουν. Τρεις μήνες βάναυσης αρρώστειας και η μητέρα μου ξεψύχησε στην αγκαλιά μου. Πέθανε χωρίς να μ’ ακούσει να κλαίω. Εγώ την ξάπλωσα στο φέρετρο. Εγώ τη συνόδεψα στην τελευταία της κατοικία. Εγώ έριξα στον τάφο της το πρώτο χώμα. Και πράγματι, έτσι έπρεπε να γίνει, αφού μαζί της έθαβα ένα μέρος του εαυτού μου. Το κενό που άφησε μέσα μου, δεν αναπληρώθηκε ποτέ».

Απελπισμένος βαθιά, στις 9 Ιουνίου του 1908 φεύγει για την Αμερική, βαστώντας έντονα τα τελευταία λόγια με τα οποία τον αποχαιρέτισε μια γριά γειτόνισα: «Α, ήρθες λοιπόν. Σε πρόσμενα. Πήγαινε κι είθε να σ’ ακολουθεί η αγάπη του θεού. Ποτέ δεν είδα γιο να κάνει για τη μητέρα του όσα έκανες εσύ για τη δική σου. Πάρε την ευχή μου, γιε μου». Έτσι άφησε για πάντα τη χώρα που γεννήθηκε, «ταξιδιώτης χωρίς πατρίδα. Έτσι ανθίσαν κι οι ευχές των απλών εκείνων ψυχών με τα ευγενέστερα αισθήματα».

Τ’ όνειρο για μια καλύτερη ζωή γκρεμίστηκε μονομιάς, σαν πάτησε το πόδι του στη «Γη της Επαγγελίας»: «Είδα τους υπαλλήλους να φέρονται στους επιβάτες του καταστρώματος σα να ‘τανε ζώα. Ούτε μια καλή κουβέντα, ούτε μια ενθάρρυνση που να ελαφρύνει κάπως το βάρος του φόβου από τους ώμους των νεοερχομένων στις ακτές της Αμερικής. Η ελπίδα, που είχε σαγηνεύσει τους μετανάστες μέχρι τη νέα χώρα, ευθύς μαράθηκε στο άγγιγμα των άκαρδων υπαλλήλων».

Ζει, στοιβαγμένος κι αυτός, σε μικρά βρωμερά δωμάτια, άλλοτε κάνοντας ένα σωρό βαρειές δουλειές, από εκείνες που απαξίωναν πια να κάνουν οι απόγονοι των παλιών μεταναστών που έφτιαξαν τις Η.Π.Α., κι άλλοτε, το πιο συχνό, ψάχνοντας άνεργος να δουλέψει. Παρά την πείνα και την ανέχεια, η ανθρωπιά κι η μεγαλοκαρδία δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ. Ξοδεύει όλες του σχεδόν τις οικονομίες για να προσφέρει φαγητό σ’ ένα «νεαρό πιο έρμο και πιο άτυχο» από τον ίδιο, κι ύστερα γυρίζουν μαζί με τα πόδια σε διάφορες κωμοπόλεις αναζητώντας μάταια δουλειά.

Αυτή την αγάπη για τον συνάνθρωπο την έδωσε άφθονα αλλά και την έλαβε κάμποσες φορές, ακόμα κι από σπιτονοικοκύρηδες που αντί να τον πετάξουν έξω, επέμεναν να του προσφέρουν σπίτι, κλίνη και φαγητό χωρίς κανένα αντάλλαγμα. «Σ’ όλα τα χρόνια μου στο Σπρίνγκφιλντ και το Μέριντεν δεν έμαθα βέβαια μόνον τοσκανικά. Έμαθα ν’ αγαπώ και να συμπάσχω μ’ όλους εκείνους που, όπως κι εγώ, ήταν έτοιμοι να δεχτούν τον αθλιότερο μισθό για να κρατηθούνε σώοι ψυχή και σώματι. Έμαθα πως η ταξική συνείδηση δεν ήταν φράση που εφηύραν οι προπαγανδιστές, μα δύναμη πραγματική και ζωτική, και πως όσοι νιώθαμε τη σημασία της δεν ήμασταν χαμένα κορμιά, μα ανθρώπινα όντα».

Ποτέ του δεν σταμάτησε να διαβάζει ένα σωρό βιβλία και περιοδικά «κάθε σοσιαλιστικής, πατριωτικής και θρησκευτικής φράξιας», ολονυχτίς, δίπλα στο σπινθήρισμα μιάς σόμπας υγραερίου, έως το πρωί! Κροπότκιν, Γκόρκι, Μερλίνο, Μαλατέστα, Ρεκλί, το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, ντι Λαμπριόλα, Δαρβίνο, Σπένσερ, Ουγκό, Ζολά, Τολστόι, ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία … βαστώντας, όπως λέει, χαραγμένη στο μυαλό του μια φράση από κάποιο βιβλίο του Αγίου Αυγουστίνου, που είχε διαβάσει στα νιάτα του και που κατά ένα περίεργο τρόπο του «προκαθόρισε» την πορεία του στη ζωή: «Το αίμα των μαρτύρων είναι ο σπόρος της απελευθέρωσης».

Ένθερμος καθολικός στα πολύ νεανικά του χρόνια, τον τελευταίο καιρό της παραμονής του στη γενέτειρά του είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί «πως η μεγαλύτερη πανούκλα που πλήττει αλύπητα την ανθρωπότητα είναι η άγνοια και ο εκφυλισμός των φυσικών αισθημάτων»: «Ο θεός έγινε για μένα ένα ον τέλεια πνευματικό, χωρίς κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Παρόλο που ο πατέρας μου μου έλεγε συχνά οτι η θρησκεία ήταν απαραίτητη για να συγκρατεί τα ανθρώπινα πάθη, εγώ ένιωθα το καλό και το κακό των πραγμάτων μέσα στην καρδιά μου».

«Έμαθα από τη μελέτη μου να παρατηρώ αμείλικτα, διεισδυτικά κι επίμονα τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά, τα πάντα δηλαδή που περιβάλλουν τους ανθρώπους. Το Βιβλίο της Ζωής: να το Βιβλίο των Βιβλίων. Όλα τα υπόλοιπα σου μαθαίνουν μόνο πως να το διαβάσεις. Μιλάω για τα τίμια βιβλία Χ γιατί τα ανειλικρινή βιβλία, έχουν τον αντίθετο σκοπό. Τις πράξεις μου και τις αρχές μου τις καθόρισε ο διαλογισμός πάνω σε τούτο το Βιβλίο. Αρνήθηκα το ‘ο καθένας για τον εαυτό του κι έχει ο θεός για όλους’. Υποστήριξα τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους, τους απλούς και τους καταδιωγμένους. Θαύμασα τον ηρωισμό, τη δύναμη και τη θυσία όταν γίνονταν για να θριαμβεύσει το δίκιο. Κατάλαβα οτι στο όνομα του Θεού, του Νόμου, της Πατρίδας, της Ελευθερίας και των αγνότερων αφηρημένων εννοιών, των ανώτερων ανθρώπινων ιδανικών, εκτελούνται και θα συνεχίσουν να εκτελούνται τα φρικτότερα εγκλήματα, μέχρι τη μέρα που θα ‘χουμε δει το φως και δεν θα είναι πια δυνατό για τους λίγους, στ’ όνομα του Θεού να κάνουν κακό στους πολλούς».

Σε τούτο το οδοιπορικό συνάντησε το Νίκολα Σάκο. Μαζί τούς συνέλαβαν σε μια στιγμή που ετοίμαζαν «μια μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας για το θάνατο του Σαλσέντο στα χέρια του Υπουργείου Δικαιοσύνης», μαζί τούς απέδωσαν κατηγορίες για ένα φόνο που δεν είχαν διαπράξει, μαζί τούς δίκασαν και τους καταδίκασαν άδικα σε θάνατο, μαζί τούς εκτελέσανε λίγο μετά τα μεσάνυχτα μιας αυγουστιάτικης μέρας…

Η «Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής» είναι, όπως είπα, ένα γραπτό συγκλονιστικό. Όχι μόνο για όσα μας μεταφέρει σαν μαρτυρία ζωής αλλά και για το γεγονός οτι σε καμμιά στιγμή δεν «συνθηματολογεί». Κι ακόμα περισσότερο – και τούτο το στοιχείο του το βρίσκω, εγώ, σαν το συγκλονιστικότερο όλων! –, επειδή ποτέ και πουθενά δεν αφήνεται στο μίσος … Ούτε μέσα στις γραμμές, ούτε πίσω απ’ τις γραμμές, ούτε καν με κάποιο ταξικό επαναστατικό προκάλυμμα ή περιεχόμενο, παρ’ οτι η ταξική συνείδηση κι η επαναστατικότητα δεν του έλειψαν στιγμή.

Ποιός θα μπορούσε να κατηγορήσει, αλήθεια, τον Βαντσέτι αν, σε τούτη ‘δω τη μαρτυρία, τη γραμμένη μπροστά σ’ έναν άδικο θάνατο, αφηνόταν έστω και προς στιγμήν να εκδηλώσει ένα άγριο μίσος για όλους εκείνους που τον εκμεταλλεύτηκαν σ’ όλη του τη ζωή, που τον κατέτρεξαν και που στο τέλος τον καταδίκασαν αναίτια; Μάλλον κανείς. Φαντάζομαι ακόμα πως, ίσως, κάποιοι θα περίμεναν κάτι τέτοιο από αυτόν.

Όμως ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι στεκόταν, φαίνεται, ολόκληρος μέσα στη ζωή μα και ταυτόχρονα – ή μάλλον: γι’ αυτό ακριβώς! – πολύ μακριά απ’ το, έστω και δικιολογημένο, μίσος: «Κατάλαβα πως η ισότητα στις πράξεις, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, είναι η μοναδική ηθική βάση στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια δίκαιη ανθρώπινη κοινωνία. ΄Εβγαλα το ψωμί μου με τον τίμιο ιδρώτα του προσώπου μου. Δεν έβαψα με στάλα αίμα τα χέρια μου, ούτε και τη συνείδησή μου».

Αναρωτήθηκα, από πού μπόρεσε να πηγάσει και να παραμείνει αλώβητο, κόντρα σ’ όλες τις συνθήκες της πολύ σκληρής πραγματικότητας, αυτή η ανυπέρβλητη ηθική μεγαλωσύνη εκείνου του ταπεινού εργάτη-μετανάστη; Πώς δεν άφησε την καρδιά του να παραδοθεί στη σκοτεινιά ενός, από πολλές πλευρές, δικιολογημένου μίσους; Απάντηση σίγουρη είναι βέβαιο πως δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε ποτέ.

Ωστόσο μας δίνει ο ίδιος ένα πολύτιμο κλειδί, που αξίζει να διπλοϋπογραμμίσω: «Κατάλαβα πως κάθε άνθρωπος έχει δύο εγώ, ένα πραγματικό κι ένα ιδανικό, οτι το δεύτερο είναι η πηγή κάθε προόδου και οτι καθετί που πάει να εξισώσει το πρώτο με το δεύτερο δεν γίνεται καλοπροαίρετα. Η διαφορά σε κάθε άνθρωπο μεταξύ των δυο εγώ του είναι πάντοτε η ίδια, αφού είτε στην τελειότητα είτε στην παρακμή, τα δυο κρατούν μεταξύ τους την ίδια απόσταση».

Κι έτσι: «Κατάλαβα οτι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αρκετά σεμνός απέναντι στον εαυτό του κι οτι η πραγματική σοφία βρίσκεται στην ανοχή».

Να ‘τος λοιπόν, ορθός στην ώρα του ύστατου αποχαιρετισμού: «Και τώρα; Σε ηλικία τριαντατριών ετών – την ηλικία του Χριστού και, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, την ηλικία των παραβατών γενικότερα – μου έχουν προδιαγράψει φυλακή και θάνατο. Ωστόσο, αν ήταν να ξαναρχίσω το ‘ταξίδι της ζωής’, τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθούσα, με την προσπάθεια ίσως να μειώσω τα κρίματα και τα λάθη μου και να πολλαπλασιάσω τις αγαθές μου πράξεις. Στέλνω στους συντρόφους μου, στους φίλους μου, σε όλους τους καλούς ανθρώπους την αδελφική μου αγκαλιά, την αγάπη και το θερμό μου χαιρετισμό! ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ».

Ποιός θ’ αρνιόταν ή έστω θα δυσκολευόταν άραγε – και στ’ όνομα τίνος πράγματος; – να δει στον Μπαρτολομέο Βαντσέτι ένα γνήσιο φίλο, σύντροφο κι αδελφό;

photo by Harry Callachan [cape Cod 1972]

 

Γιάννης Ιωαννίδης