HOLLOW SKY 34

 

0........................
1.Βγαίνει απ' το σπίτι του. Τα συννεφιασμένα πλήθη πηγαινοέρχονται αμίλητα
2.Η σιωπή εκεί που δεν την περιμένουμε.
3.Σε ποιούς ανήκει ο λόγος;
4.Είχα κάποτε ένα φίλο,
5.Πώς παίζεις με ό,τι σού δίνεται χωρίς να σού ανήκει;
6.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
7.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
8.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!

9.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
10.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
11.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
12.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
13.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
13.5.Πίσω στα θρανίααααααααα!!!
14.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
15.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
16.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
17.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!

18.Aναζητήσεις

19.Aκόμα και οι βρυκόλακες μελαγχολούν.
20.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
21.Προς άρσιν ορισμένων παρεξηγήσεων
(και δημιουργία νέων.)

22.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
23.Οι αιχμάλωτες λέξεις
24......................
25.Ευχές...
26.
27.Πέρα από το Άτομο.
28
29
30
31
32.Ο επιθεωρητής Τζιράρ ξαναχτυπά!
33.«The last moment belogs to us
- that agony is our triumph »

34.Γλώσσα Ζωντανή, Γλώσσα Επιτηρούμενη
35
36.ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΚΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Γλώσσα Ζωντανή, Γλώσσα Επιτηρούμενη

(μέρος 1ο)

Πάνω από 20 χρόνια πέρασαν από την επίσημη, δηλαδή με τις ευλογίες του κράτους, καθιέρωση της δημοτικής και στη συνέχεια του μονοτονικού, κι η διαμάχη για τη γλώσσα ακόμη καλά κρατεί. Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, καλά κάνει και κρατάει ακόμα! Αλίμονο αν εφησυχάζαμε και δεν τσακωνόμασταν για τη γλώσσα, δηλαδή για τη μορφή, το περιεχόμενο και τον τρόπο με τον οποίον επικοινωνούμε! Εφόσον «κοινωνία» είναι τρόπος (όχι «παραγωγής» αλλά) επικοινωνίας, οι διαμάχες γύρω απ’ τον «τρόπο επικοινωνίας» φανερώνουν ότι, ευτυχώς, η κοινωνία μας παραμένει ζωντανή.

Εκείνο ωστόσο που εμένα (και μάλλον όχι μόνον εμένα) με αποθαρρύνει στον τρόπο διεξαγωγής της συγκεκριμένης διαμάχης γύρω από τη γλώσσα, είναι ο υπεβολικός βαθμός στο οποίον το «γλωσσικό ζήτημα» προβάλλεται σαν μια υπόθεση των Γλωσσολόγων ως «ειδικών περί τη γλώσσα και το γλωσσικό». Τεράστια ήταν η απογόητευσή μου όταν λ.χ. διάβασα ότι, κατά τον Αιμ. Κριαρά, έναν από τους κορυφαίους εισηγητές της γλωσσικής μεταρρύθμισης, η απόφαση για τα γλωσσικά ζητήματα δεν είναι της αρμοδιότητας ούτε «λαϊκών δημοψηφισμάτων», ούτε «των ποιητών, όσο σημαντικοί κι αν είναι αυτοί», αλλά αποκλειστικά και μόνο «των ειδικών γλωσσολόγων και παιδαγωγών».

Καθώς η Γλωσσολογία αποτέλεσε γέννημα της Φιλολογίας, κι η Φιλολογία ήταν απότοκος της προσπάθειας αποκρυπτογράφησης, αφομοίωσης και κατοχής των «νεκρών»-«γραπτών»-«ξένων» γλωσσών, τόσο η Γλωσσολογία όσο κι η Φιλολογία τείνουν εκ των πραγμάτων να συλλαμβάνουν τη γλώσσα με όρους κυρίως φορμαλιστικούς και σαν να επρόκειτο περί κάποιου κατά βάση «τεχνικού» ζητήματος.

Φυσικά, η φόρμα είναι μια σημαντική στιγμή κάθε πράξης, κάθε μετάδοσης. Τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί χωρίς μορφή. Τα «περιεχόμενα» σκέτα δεν μεταδίδονται και για την ακρίβεια δεν υπάρχουν καν σκέτα «περιεχόμενα», περιεχόμενα χωρίς μορφή. Μια διαμάχη γύρω από το «περιεχόμενο» χωρίς μια διαμάχη γύρω από τη «μορφή» είναι καθαρή ανοησία. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι ένας κόσμος «μετάδοσης».

Ωστόσο, η γλωσσολογικο-φιλολογική έμφαση στη μορφή της γλώσσας και η φορμαλιστική-τεχνικιστική προσέγγιση του περιεχομένου της, τείνει ν’ αγνοεί ή να βάζει σε δεύτερη μοίρα εκείνο που αποτελεί τη ζωντάνια και το νεύρο της γλώσσας.

Οι λέξεις τείνουν ν’ αποκόβονται απ’ το συγκεκριμένο πλαίσιο μετάδοσης/επικοινωνίας τους – να αποκόβονται από τις άλλες λέξεις, από τις προτάσεις, τις φράσεις και το λόγο/διάλογο μέσα στον οποίο εκφέρονται και/ή γράφονται – και τείνουν να εκλαμβάνονται σαν «σήματα» μάλλον παρά σαν «σημεία». Κατ’ αυτό τον τρόπο, η σημασία (αλλά και η ίδια η φόρμα) μιας λέξης περιστέλλεται σ’ ένα πρόβλημα λεξικολογικής ταυτοποίησης, σαν να επρόκειτο περί «σήματος», και η ταύτιση αυτή θεωρείται σαν κατανόηση της λέξης!

Άλλο πράγμα είναι όμως η ταυτοποίηση κι άλλο η κατανόηση. Άλλο πράγμα είναι το «σήμα» κι άλλο το «σημείο». Το «σήμα», όπως το πράσινο και το κόκκινο του φωτεινού σηματοδότη των οδικών διασταυρώσεων, είναι μια συμπαγής μονοσήμαντη ενότητα που παραπέμπει σε κάποιο εξίσου συμπαγές μονοσήμαντο αντικείμενο ή γεγονός. Το «σήμα» δεν είναι ποτέ πολυσήμαντο, όπως είναι το «σημείο». Δεν παραπέμπει σε διάλογο/μετάδοση/επικοινωνία. Είναι ένα τεχνικό εργαλείο, ανήκει στη σφαίρα της τεχνικής δραστηριότητας του ανθρώπου, και – αντίθετα από το «σήμα» – δεν μας καλεί να το κατανοήσουμε αλλά απλώς να το ταυτοποιήσουμε. 

Η ζωντανή γλώσσα όμως δεν είναι ένα σύμπαν «σημάτων» αλλά ένας κόσμος «σημείων». Για τους ζωντανούς συνομιλητές, οι λέξεις είναι αδιαχώριστες απ’ τις προτάσεις, τις φράσεις και το λόγο όπου εκφέρονται στα πλαίσια μιας ζωντανής γλωσσικής κοινότητας. Είναι πολυσήμαντες. Γι’ αυτό άλλωστε η «παρεξήγηση» αποτελεί αδιάσπαστο κομμάτι κάθε συνομιλίας (πλην εκείνων που αναφέρονται σε καθαρώς τεχνικά αντικείμενα). Έχετε δει ποτέ να λύνεται μια παρεξήγηση με τη συνδρομή του λεξικού, της γραμματικής και του συντακτικού;

Επιπλέον: ακόμα και στα πλαίσια μιας κατά τα φαινόμενα γλωσσικής κοινότητας, μπορεί να εκφέρονται από τον έναν λέξεις που είναι ουσιαστικά ξένες στον άλλον.  Για παράδειγμα, οι λέξεις «συσσώρευση κεφαλαίων» ή «στασιμοπληθωρισμός» – όπως κι οι περισσότερες ιερές λέξεις της οικονομίας – είναι ξένες λέξεις για τον φτωχό. Μπορεί να τις ταυτοποιήσει με τη βοήθεια του λεξικού αλλά δεν γίνεται να τις αφομοιώσει και να τις κατανοήσει, διότι πολύ απλά αναφέρονται σε πραγματικότητες στις οποίες δεν έχει πρόσβαση και μάλιστα αποτελούν αποτέλεσμα μιας διαδικασίας απ’ την οποία έχει αποκλειστεί κι εξαιτίας της οποίας είναι φτωχός. Όσο και να τους της εξηγήσει κανείς ειδικός, αυτός θα μένει πάντοτε, και φυσιολογικά, απορημένος ή θυμωμένος.

Το νεύρο κι η ζωντάνια της γλώσσας (ακόμα και κάθε λέξης!), σαν κόσμου πολυσήμαντων «σημείων», είναι ο διάλογος, η διαμάχη, η επικοινωνία. Μια διαμάχη περί το γλωσσικό, περί τη γλώσσα, θα ώφειλε λοιπόν να είναι πρωτίστως μια διαμάχη γύρω από τον τρόπο επικοινωνίας. Εάν υπάρχει ένα οποιοδήποτε γλωσσικό ζήτημα, αυτό είναι το ζήτημα των όρων και των τρόπων με τους οποίους καλούνται να επικοινωνούν οι σημερινοί άνθρωποι – χωρίς να ξεχνάμε πως αυτοί οι όροι και τρόποι δεν έχουν μόνο «περιεχόμενο» αλλά και «μορφή»: είναι όροι και τρόποι μετάδοσης μιας ορισμένης αντίληψης της ανθρώπινης ζωής.

Ποιοί είναι οι σημερινοί κυρίαρχοι όροι και τρόποι επικοινωνίας; Ποιό είναι το κύριο χαρακτηριστικό τους; Πώς αυτό φανερώνεται στη γλώσσα;

Οι σημερινοί κυρίαρχοι όροι και τρόποι επικοινωνίας είναι μονίμως «δομημένοι» και «συστημικοί» εκ των προτέρων. Οι «αδόμητες» κι «ασυστηματοποίητες» περιοχές της ύπαρξης και της ζωής, οι «αδόμητες» κι «ασυστηματοποίητες» ζώνες επικοινωνίας, οδηγούνται ολοένα και περισσότερο προς την εξαφάνιση. Έτσι η διαλεκτική «δομημένου-αδόμητου» (ή «πολιτισμένου» και «απολίτιστου», ή ακόμα αν θέλετε «ορθής διαγωγής» και «αλητείας»), η οποία αποτελεί τον τόπο της ζωντανής επικοινωνίας και γλώσσας, τείνει σιγά σιγά να εκλείψει.

Συχνά ακούω καθηγητές Γυμνασίου ή και ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να παραπονούνται πως οι μαθητές κι οι σπουδαστές τους έχουν «πολύ φτωχό λεξιλόγιο», «δεν εκφράζονται καλά», «αδυνατούν να καταλάβουν τις έννοιες», κ.ο.κ. Σίγουρα σε κάποιο βαθμό αυτά τα παράπονα δεν αντανακλούν παρά τη συνηθισμένη γκρίνια των παλιότερων έναντι των νεώτερων. Αντανακλούν όμως και μια ζοφερή πραγματικότητα, σχετική μ’ αυτά που είπα στην προηγούμενη παράγραφο, που φοβάμαι πως οι παιδαγωγοί μας, όπως κι οι γλωσσολόγοι μας, είτε παραβλέπουν είτε δεν θα ήθελαν καν να βλέπουν.

Αυτή η ζοφερή πραγματικότητα έχει να κάνει με το γεγονός ότι, ολοένα και περισσότερο, οι νέες γενιές, τα παιδιά μας, ειδικά στις πόλεις αλλά σιγά-σιγά και στην ύπαιθρο, καλούνται να μεγαλώνουν σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε «δομημένες» (και φυσικά εκ των πραγμάτων «επιτηρούμενες») περιοχές, με όλο και λιγότερες τις πιθανότητες και τις δυνατότητες να κινηθούν σε ζώνες «αδόμητες», στις οποίες θ’ αναμετριούνται αναμεταξύ τους, σαν συνομήλικοι προς συνομηλίκους, χωρίς άνωθεν «δόμηση» κι «επιτήρηση».

Αλάνες δεν υπάρχουν πια! Η ζωοποιός διαλεκτική μεταξύ της «δομημένης» σχολικής κι οικογενειακής ζωής και της «αλητείας» στις «αδόμητες» αλάνες πέθανε! Εκτός σχολείου και οικογένειας, τα παιδιά τα τρέχουν σε «δραστηριότητες» (από φροντιστήρια έως σπορ), που βέβαια είναι πλήρως δομημένες άνωθεν κι επιτηρούμενες. Η κοινωνία μας, που επαίρεται ότι «σκότωσε τον Πατέρα» και τον «πατερναλισμό», τους αντικατέστησε απλά με τον απρόσωπο «Μεγάλο Αδελφό», το «Σύστημα». Πώς τα παιδιά αυτά να μη γίνουν, άθελά τους, «μικρομέγαλοι»; Πώς να μη συλλαμβάνουν πλέον τη ζωή παρά με όρους «δύναμης» κι «αδυναμίας»; Πώς να μην τους λείπει το Σθένος εκείνο, χάρη στο οποίο μπορεί κανείς και να «εκφράζεται καλά», και να έχει «πλούσιο λεξιλόγιο», και να «καταλαβαίνει τις έννοιες»;

(συνεχίζεται)

 

Γιάννης Ιωαννίδης