[01] In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

[02] Tο ένα και τα πολλά πρόσωπα
τού Ηλία Πετρόπουλου (+2003) - Χ. Γιαννακόπουλος

[03] Ένοχος Αθωότητας: ο Νίκος Καρούζος (+1990)
- Γ.-Ι. Μπαμπασάκης
[04] Ο Λόγος και η Λέξη: Μπενί Λεβ
ί (1945-2003) - Ελένη Καρρά
[05] Mαρία Κάλλας: Έζησε για τη ν
τέχνη, έζησε για τον έρωτα (Γ.-Ι. Μπαμπασάκης)
[06] Τα τελευταία ποιήματα
του Μπουκόφσκι - Χ. Γιαννακόπουλο

________________________

[01] Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


[02] Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

[03] Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

[04] Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


[05] Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


[06] Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


[07] Διευκρίνηση προς τους επισκέπτες
τού Happy Few (οι happy few)


[08] Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



[10] Βαρυσήμαντη Ανακοίνωση τής Π.Α.Ε.Happyfew για το τριλεκτικό ποδόσφαιρο

[11] Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

[12] Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

[13] Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


[14] Μάρλον Μπράντο - Αναζητώντας
την Αγάπη - [Γ. Ι. Μπαμπασάκης]

[15] Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

[16]Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

[17]Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

[18]ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

[19]Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

[20] Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

 

Μαρία Κάλλας:
Έζησε για την Τέχνη, έζησε για τον Έρωτα


Η Μαρία Κάλλας, όπως συμβαίνει με προσωπικότητες του 20ού αιώνα όπως ο Μπομπ Ντύλαν, όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ, όπως ο Όρσον Ουέλλες, ήταν κάτι παραπάνω, κάτι πέρα από το να είναι μεγάλη διάκονος της τέχνης. Αλλά και κάτι παραπάνω από μύθος, από σύμβολο. Ήταν μεγάλη, τεράστια προσωπικότητα, είχε μπορέσει, και όχι πάντα με τη θέλησή της, ούτε πάντα ανώδυνα, απεναντίας, να γίνει η ίδια έργο τέχνης. Ένα έργο τέχνης άφθαρτο, ένα έργο τέχνης πέρα από το χρόνο, ένα έργο τέχνης πέρα ακόμα και από τις όποιες διακυμάνσεις της ίδιας της Τέχνης. Η Μαρία Κάλλας μπόρεσε να γίνει ένα συγκλονιστικό κράμα, ένα συμπαγές και ανοξείδωτο αμάλγαμα των μυθικών ηρωίδων που ερμήνευσε, που κυριολεκτικώς ενσάρκωσε. Η Μαρία Κάλλας ήταν η Νόρμα, και ήταν η Λουτσία, ήταν η Μήδεια και ήταν η Τόσκα. Και πάνω απ' όλα, πέρα απ' όλα, η Μαρία Κάλλας ήταν η Βιολέτα.

Πριν από οχτώ δεκαετίες, στις 2 Δεκεμβρίου του 1923, θα δει το πρώτο φως της, η Καικιλία Σοφία Άννα Μαρία Καλογεροπούλου. Θυγατέρα του Γιώργου Καλογερόπουλου, ενός γοητευτικού φαρμακοποιού που αναζήτησε την ευημερία στις Ηνωμένες Πολιτείες, και της Ευαγγελίας Δημητριάδη, κόρης ενός αριστοκρατικού και αρκετά γλεντζέ συνταγματάρχη. Σε όλη της τη ζωή, η Κάλλας θα αλλάζει κατοικίες, θα είναι κατ' ουσίαν άπολις και άπατρις. Και σ' αυτό επίσης, μοιράζεται το ίδιο πεπρωμένο με άλλα ιερά τέρατα της τέχνης. Με τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, με τον Σάμιουελ Μπέκετ, θαρρείς και πρόκειται για μια κατάρα που συνοδεύει όσους μεγαλουργούν, όσους είναι ανήμποροι να ενταχθούν και να συμμορφωθούν. Θα αλλάξει και όνομα, θα γίνει Μαρία Κάλλας, και μ' αυτό ακριβώς το όνομα θα γνωρίσει τον θρίαμβο και την πτώση, τον απόλυτο έρωτα και την απόλυτη απογοήτευση. Γιατί η Μαρία Κάλλας, παρά τα τόσα και τόσα μυθεύματα, παρά την κίτρινη δημοσιογραφία και τις ανυπόστατες φήμες, ήταν πλασμένη για την τέχνη και για τον έρωτα. Vissi d'arte, vissi d'amore, όπως τραγουδάει περήφανα και σπαρακτικά η Φλόρια Τόσκα. «Με τέχνη κι έρωτα έζησα μόνο». Και, το ξέρουμε καλά, αυτοί που μονάχα με την τέχνη και τον έρωτα ζουν, κανέναν δεν πληγώνουν στο διάβα τους, παρά μονάχα πληγώνονται. Αυτή είναι η νομοτέλεια των πραγμάτων, αυτή είναι η «ωμότητα των πραγμάτων» όπως έλεγε ένας άλλος μεγάλος ερωτικός, ο ζωγράφος Φράνσις Μπέικον.

Από μικρή, η Κάλλας εκδήλωσε την αγάπη της για την καλή μουσική. Η μητέρα της ενθάρρυνε αυτή τη ροπή, θα εξοικονομήσει χρήματα κάνοντας μικροδουλειές ραπτικής και θα εξασφαλίσει μαθήματα τραγουδιού για τη μικρή Μαρία αλλά και για την Υακίνθη, τη μεγαλύτερή αδελφή της Μαρίας. Η Υακίνθη, που θα μετονομαστεί σε Τζάκι, ένα όνομα μοιραίο, όπως ξέρουμε, στη ζωή της Κάλλας, θα εγκαταλείψει σύντομα τις κολοσσιαίες απαιτήσεις, θα προτιμήσει να γίνει ωραία και γοητευτική. Απεναντίας, η Μαρία θα επιμείνει, όπως θα επιμένει σε όλη της ζωή, να διακονεί την τέχνη με μια αδάμαστη μανία, με ένα είδος ακραίας τελειοθηρίας. Κι αυτό της χάρισε τον θρίαμβο, αλλά συνάμα την οδήγησε, πολλές φορές, στην απόλυτη εξάντληση, ψυχική και σωματική.

Το 1937, η Ευαγγελία και η Μαρία θα επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ακόμα μια μοιραία απόφαση, πολύ κρίσιμη για τη μετέπειτα ζωή της Κάλλας. Θα κάνει μαθήματα στο Εθνικό Ωδείο, θα εγκαταλείψει, ευτυχώς, τη φιλοδοξία να γίνει χειρουργός-οδοντίατρος, θα μαθητεύσει κοντά στην παγκοσμίως γνωστή αοιδό Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, θα ανακαλύψει τις ολοένα και πιο πλούσιες εκφραστικές δυνατότητες της φωνής της, «ένα εξαιρετικό όργανο που γίνεται άρπα ή γκρανκάσα», όπως εύστοχα σημειώνει ο Νταβίντ Λελαί, ένας από τους βιογράφους της. Έχοντας ακόμη το όνομα Μαρία Καλογεροπούλου, θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση ως βεντέτα στη Λυρική Σκηνή της Αθήνας. Με την Τόσκα του Πουτσίνι. Δυστυχώς, πιεζόμενη αρκετά από τη μητέρα της, η Μαρία θα ενδώσει στο να τραγουδάει για τους Ιταλούς και Γερμανούς φιλόμουσους μεν αλλά κατακτητές, κάτι που θα δεν θα πάψουν να εκμεταλλεύονται οι κατά καιρούς επαγγελματίες μνησίκακοι, αυτοί οι πυγμαίοι που δεν ξέρουν τη δύναμη της συγχώρεσης και το μεγαλείο της αγάπης. Όπως υποστηρίζει, δικαίως, ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης, στο έξοχο και επιβλητικό πόνημά του Η Άγνωστη Κάλλας (εκδ. Καστανιώτης), «Το θέμα της στάσης της Μαρίας απέναντι στις Αρχές Κατοχής έχει επίσης πολύ συζητηθεί και κακοποιηθεί. Ως αποτέλεσμα της τάσης πολλών - κυρίως αριστερών, αλλά όχι μόνο - για αβασάνιστες κατηγορίες περί συνεργασίας και δωσιλογισμού, επικρατεί γενικά η άποψη πως η Μαρία υπήρξε αδίστακτη στην εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας, προκειμένου να προωθήσει το συμφέρον της μέσω των Αρχών Κατοχής. Παρότι σχέσεις και υποστήριξη από Ιταλούς και Γερμανούς αναμφίβολα υπήρξαν, θα πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι - με λίγες εξαιρέσεις - οι μουσικοί δεν σταμάτησαν τότε να ασκούν το επάγγελμά τους, ακόμα κι όταν επρόκειτο να ψυχαγωγήσουν τις Αρχές Κατοχής, συνήθως κατόπιν αιτήσεως που ισοδυναμούσε με διαταγή». Έκτοτε πάντως, η Μαρία θα παρουσιάσει συμπτώματα νεύρωσης και κατάθλιψης που τη συνόδευσαν σε όλα της τα χρόνια. Επίσης έκτοτε, θα αρχίσει να αναζητά τον έρωτα σε άντρες αρκετά μεγαλύτερούς της και, κυρίως, πολύ δυναμικότερους από αυτήν.

Ήταν μύθος η άκαμπτη σοβαροφάνεια και η έλλειψη ζωτικών χυμών, πέρα από εκείνους που εκρηκτικά άφηνε να ξεχυθούν επί σκηνής η Κάλλας. Ήταν μια γυναίκα με πάθος, ναι, μια γυναίκα παθιασμένη, μια γυναίκα που αφηνόταν να παρασυρθεί από τις ρυθμικές ρούμπες, που της άρεσαν τα γουέστερν, που αγαπούσε τα κινούμενα σχέδια και την τζαζ. Ήταν μια γυναίκα παθιασμένη που το κόκκινο ήταν το αγαπημένο της χρώμα. Ήταν μια γυναίκα που το αγαπημένο της λουλούδι ήταν η γαρδένια. Κι ακόμα, ήταν μια γυναίκα που δεν δίστασε να γίνει αυθεντία σε μία ιδιάζουσα μορφή του αισθησιασμού, στην λεγόμενη ερωτική φιλία. Η ερωτική φιλία, όσο οδυνηρό συναίσθημα κι αν ξέρουμε πως είναι, δεν παύει να αποτελεί πολύτιμη και βαθιά, βαθύτατη εμπειρία. Η ερωτική φιλία συνδυάζει την ορμή του πόθου με το άρωμα της αβρότητας, τον πόνο του ανέφικτου με την τρυφερότητα της βαθιάς ακατάλυτης σύνδεσης. Μια τέτοια ερωτική φιλία συνέδεσε την Μαρία Κάλλας με τον βιομήχανο Τάκη Τσιγαρά, ο οποίος ήταν δεκατρία χρόνια μεγαλύτερός της. Τέτοια φαίνεται να ήταν και η σχέση της με τον πρώτο βαρύτονο της Λυρικής Σκηνής, τον Ευάγγελο Μαγκλιβέρα, επίσης μεγαλύτερό της κατά δεκατέσσερα χρόνια. Πάντως, όπως μας θυμίζει, ή μάλλον μας αποκαλύπτει ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης, η Κάλλας δεν συνδεόταν αποκλειστικά με μεγαλύτερούς της. Δύο αλλοδαποί ήσαν περίπου συνομήλικοι έρωτές της. Και ήσαν μάλλον περιπετειώδεις τύποι. Ο ένας ήταν ιταλός αλεξιπτωτιστής. Λεγόταν Άντζιολο Ντοντόλι. Η σχέση τους θα πρέπει να ήταν θυελλώδης, καθόσον άφησε σημάδια στη Μαρία μολονότι διάρκεσε μόλις μία εβδομάδα. Ο άλλος ήταν Άγγλος αξιωματικός. Τον έλεγαν Ρέι Μόργκαν, και συνδέθηκε με την Κάλλας για σχεδόν δύο μήνες, αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

Παρότι πολλοί μίλησαν για την «ανέραστη» Κάλλας, είναι εντελώς διαφορετική η αλήθεια. Ναι, είχε αφοσιωθεί με μεγάλο μέρος της ψυχής της στη μουσική, όπως μαρτυρεί άλλωστε και η εκθαμβωτική σταδιοδρομία της. Αλλά είναι βέβαιο ότι η Κάλλας ήξερε να ερωτεύεται με όλο της το είναι, να ανοίγει την καρδιά της και να προσφέρει τα πάντα, όποιο κι αν ήταν το ρίσκο. Δεν είχε πίσω σκέψεις, η ανιδιοτέλεια και η δοτικότητα ήσαν πάντα κεντρικά της γνωρίσματα όταν ένιωθε το σκίρτημα του πάθους. Η Κάλλας ήξερε να συγκλονίζεται και ήξερε να δίνει τα πάντα όταν συγκλονιζόταν. Όταν σχετίσθηκε ερωτικά με τον ιμπρεσάριο Έντυ Μπαγκαρόζι - ο οποίος ήταν αισθητά μεγαλύτερός της και παντρεμένος - η Κάλλας δεν δίστασε να του υπογράψει ένα αυτοσχέδιο συμβόλαιο, «τρελή από έρωτα», όπως σημειώνει ο Νταβίντ Λελαί, όπου του παραχωρούσε το δέκα τοις εκατό από όλα της τα μελλοντικά συμβόλαια! Αυτή η έκρηξη γενναιοδωρίας, αργότερα στάθηκε η αφορμή να συρθεί στα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών και να διασυρθεί από τους μαιτρ του «κιτρινισμού». Όταν ερωτεύθηκε παράφορα τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον κροίσο Αριστοτέλη Ωνάση, η Κάλλας δεν δίστασε να του τα δώσει, κυριολεκτικώς, όλα. Όλα! Ho datto tutto a te! Σου τα έδωσα όλα, τραγουδούσε ενσαρκώνοντας τη Νόρμα. Του έδωσε ακόμα και την σταδιοδρομία της. Μετά την οριστική διάλυση της σχέσης, η Κάλλας κατέρρευσε. Αποσύρθηκε στον εαυτό της, αναζήτησε παρηγοριά στη μοναξιά - τη χειρότερη παρηγοριά, οφείλω να πω - κλείστηκε στην κατοικία της, στο Παρίσι, άλλον έναν τόπο εξορίας για κάθε απελπισμένο από τον έρωτα. Το μόνο της παρόν ήταν το παρελθόν. Το μόνο της μέλλον ήταν οι αναμνήσεις.

Αν με τον Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, τον εύπορο θαυμαστή της και σύζυγό της, η Κάλλας απόλαυσε το σημαντικό για κάθε γυναίκα αγαθό που λέγεται προστασία και ασφάλεια, με τον Ωνάση βίωσε, με τρόπο μοναδικό, τον απόλυτο έρωτα, αυτή την έκρηξη από την οποία ουδείς έχει καταφέρει ποτέ να ιαθεί, να συνέλθει οριστικώς. Ο απόλυτος έρωτας είναι η απολύτως μη ιάσιμη «αρρώστια». Δεν υπάρχουν ποτέ ασφαλή προληπτικά μέτρα εναντίον της. Και μια γυναίκα με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της μεγάλης αοιδού, δεν μπορούσε παρά να είναι εκρηκτική και στον έρωτα. Πολλοί έμειναν εμβρόντητοι όταν η Κάλλας αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Μενεγκίνι και να κάνει στ' αλήθεια τρέλες αγκαλιά με τον Ωνάση. Αλλά, όπως λένε οι βιογράφοι, ομοφωνώντας επί του προκειμένου, η Κάλλας έγινε και πάλι η Μαρία όταν την συνεπήραν οι θωπείες και τα φιλιά του Έλληνα. Για την Κάλλας ο Ωνάσης ήταν το παν, της έκανε συναρπαστική τη ζωή, την οδήγησε σε ένα σύμπαν ερωτισμού που η ίδια το γνώριζε έως τότε μονάχα από τις όπερες και από τη λογοτεχνία. Τώρα όμως μιλούσε η ίδια η ζωή, τώρα έκαιγε η φωτιά του αληθινού πάθους. Και η Μαρία ανακάλυψε ότι τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από το πάθος του έρωτα. Και είναι προς τιμήν της ότι, αντίθετα από άλλες ομότεχνές της, αντίθετα από πολλές γυναίκες που ζούνε τον έρωτα εμμέσως, ή εξ αποστάσεως, η Κάλλας ρίχτηκε ανενδοίαστα σ' αυτή την υπέροχη, θελκτική άβυσσο, στην αληθινή ζωή!

«Ήμουν τόσο καιρό», γράφει η ίδια η Κάλλας, «κλεισμένη στο κλουβί ώστε, τη μέρα που συνάντησα τον Ωνάση και τους φίλους του, γεμάτους χάρη και ζωή, ένιωσα διαφορετική γυναίκα. Ζώντας με έναν άντρα πολύ πιο ηλικιωμένο από μένα, είχα πάθει κατάθλιψη κι είχα γεράσει πριν από την ώρα μου. Ευημερούσα με τον Μπατίστα και δεν είχα άλλη σκέψη από τα χρήματα και την κοινωνική θέση μας. Σήμερα είμαι επιτέλους φυσιολογική γυναίκα, ευτυχισμένη».

Ευτυχισμένη! Τι γενναιότητα και γενναιοψυχία κλείνει μέσα της αυτή η λέξη όταν βγαίνει από τη γραφίδα μιας γυναίκας που είχε ήδη ζήσει θριάμβους, που είχε γίνει η πιο διάσημη γυναίκα στον κόσμο, που είχε σαγηνεύσει το δύσκολο κοινό της Σκάλας του Μιλάνου, που είχε ανυπολόγιστα χρήματα, κοσμήματα, ενδύματα, που είχε ερμηνεύσει τους πιο απαιτητικούς ρόλους, που είχε συνεργαστεί με τον Τούλιο Σεραφίν και τον Λουκίνο Βισκόντι. Ευτυχισμένη! Τι βάθος και τι συγκίνηση κλείνει μέσα της αυτή η τόσο γλυκιά λέξη που όλο και λιγότεροι ξέρουν πια να την προφέρουν από τα βάθη της καρδιάς τους! Και, ναι, για μιαν οχταετία, ανάμεσα στα 1959 και 1967, η Κάλλας θα πάλλεται στους άγριους ρυθμούς του ανήμερου ερωτικού πάθους. Το 1965, θα εγκαταλείψει οριστικά την όπερα. Η ευαισθησία της θα κορυφωθεί επικίνδυνα, αλλά δεν την πτοεί καμία απειλή. Ζει τον έρωτά της, ζει για τον έρωτά της. Να κάτι που ενέπνευσε ποιητές και συγγραφείς, τον Σωτήρη Κακίση και τον Μένη Κουμανταρέα, να γράψουν λαμπρές σελίδες κομψής λογοτεχνίας για την Κάλλας. Γιατί μονάχα όποιος ξέρει να ζήσει τον μεγάλο του έρωτα, μονάχα αυτός, και ουδείς άλλος, δικαιούται λαμπρές λογοτεχνικές σελίδες. Μονάχα αυτός εμπνέει τους ποιητές. Οι άλλοι, ακόμα κι αν υπήρξαν σημαντικοί στον τομέα τους, οφείλουν δικαίως να αρκεστούν στις πένες του βιογράφου, του μελετητή, και του δοκιμιογράφου.

Για τον Ωνάση, η Κάλλας υπήρξε επίσης ένας έρωτας παράφορος, αλλά εντέλει τον κέρδισε η Τζάκυ Κέννεντυ, η χήρα του δολοφονημένου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κέννεντυ. Μέχρι την ημέρα που ανακοινώθηκε ο γάμος του Ωνάση με την Τζάκυ, η Κάλλας έλπιζε, προσδοκούσε, κρατούσε αναμμένη τη φλόγα της αναμονής. Οι καβγάδες τους με τον Έλληνα κροίσο ήσαν αντάξιοι του ταμπεραμέντου και των δύο, ήσαν θυελλώδεις όσο και το πάθος τους για τη ζωή. Αλλά παρά τις μεταπτώσεις, παρά τις εντάσεις, παρά τις διακυμάνσεις, η Μαρία περίμενε πάντα μιαν οριστική συμφιλίωση. Αποσύρθηκε στο Παρίσι, αγόρασε ένα ακίνητο στη λεωφόρο Ζορζ Μαντέλ, το επίπλωσε λαμπρά, σταμάτησε σχεδόν ολωσδιόλου να ταξιδεύει, και τέλος παραβίασε, με εκρηκτικό πάντα τρόπο τις αρχές της: δέχτηκε να γίνει ερωμένη ενός παντρεμένου! Όταν ο Ωνάσης, κυριευμένος από το άσβεστο ερωτικό του πάθος, πήγε να τη συναντήσει και να τη διεκδικήσει, η Μαρία ενέδωσε, πέρασε μια τρελή ερωτική νύχτα μαζί του, κι ύστερα κι άλλες, κι άλλες, κι άλλες?

Παρότι ξέσπασε σκάνδαλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ξέρουμε και από πρόσφατες ιστορίες, πόσο αιμοσταγείς πουριτανοί και υποκριτές είναι συνήθως οι Αμερικανοί, η Μαρία Κάλλας και ο Αριστοτέλης Ωνάσης, δεσμώτες του πάθους, δεν θα σταματήσουν να συναντιούνται περιφρονώντας κάθε άλλη αρχή πέραν αυτής του αδάμαστου έρωτα. Και κάνουν καλά. Και μάλιστα, ακόμα κι όταν ο μεγαλύτερος πόνος που μπορεί να γνωρίσει άνθρωπος, ο πόνος της απώλειας αγαπημένου προσώπου, κρούσει τη θύρα του Έλληνα κι αυτός με τη σειρά του τη θύρα της αοιδού για να ζητήσει συμπαράσταση και πολύτιμη παρηγορία, η Κάλλας θα την ανοίξει διάπλατα. Όταν τον Ιανουάριο του 1973, σκοτώθηκε ο γιος του Ωνάση, ο Αλέξανδρος, η Μαρία ήταν ο άνθρωπος που του πρόσφερε αμέριστα το σωτήριο θάλπος!

Το 1975, ο μεγάλος έρωτας της Κάλλας, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, θα οδεύσει προς την τελευταία του κατοικία. Περίπου δύο χρόνια θα κυλήσουν ώσπου να σβήσει και η μεγάλη αοιδός. Είχε πια ήδη αποκοπεί από τη ζωή. Όταν πεθαίνει ο έρωτάς σου, σβήνεις. Ο βιολογικός θάνατος είναι απλώς ζήτημα χρόνου. «Αυτή η νότα δεν θα μου βγαίνει ποτέ, γιατί έτσι τραγουδάει κανείς όταν πεθαίνει», είχε πει η Κάλλας για το φινάλε της αγαπημένης όπερας των ερωτευμένων, της Τραβιάτα. Η Κάλλας δεν βλέπει πια σχεδόν κανέναν. Παραμελεί τον εαυτό της. Παραμελεί την εμφάνισή της. Η ίδια θα πει ότι η επιθυμία να ξεκόψει πια απ' όλους είχε γίνει παθολογική. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, κυριεύεται από ζάλη, νιώθει έναν πόνο στην αριστερή πλευρά, καθησυχάζει εντούτοις την πιστή της καμαριέρα, την Μπρούνα, πίνει μια γουλιά πικρό, όπως της άρεσε ανέκαθεν, καφέ, χαμογελάει. Και μετά, φεύγει. Για πάντα. Φεύγει, για εκεί όπου όλα τα κορίτσια τα λένε Βιολέτα και όλα τα αγόρια είναι ποιητές.

 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης