In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Αναμεταδόσεις #3

από re-public

Μία συζήτηση με την Judith Butler για τη έννοια του πένθους : την Αντιγόνη, το δημόσιο θρήνο, την παραγωγή πληθυσμών που δεν είναι «άξιοι πένθους», τη θυματοποίηση, και την σημασία τους στη διεύρυνση της έννοιας της “ζωής που μπορεί να βιωθεί”, που αξίζει να προστατευτεί, που αξίζει να αξίζει.

Νέλλη Καμπούρη: Στη τελευταία σας δουλειά, αναφέρεστε όλο και πιο συχνά στα σύνορα και στα όρια της κυριαρχίας. Ποιες είναι οι έμφυλες – σεξουαλικοποιημένες διαστάσεις τους?

Judith Butler: Πιστεύω ότι είναι δυνατόν να σκεφτούμε κάποιες μορφές ψυχολογίας του εγώ, καθώς επίσης και Κλαϊνικής ψυχανάλυσης που να καταγραφούν τα σημάδια της πολιτικής κυριαρχίας στην ψυχή. Ποιού είδους εγώ ή ποιού είδους ψυχή θεωρεί πολύτιμη την ίδια την αδιαπέραστή της διάσταση πέρα από οποιαδήποτε μορφή σύνδεσης και αλληλεξάρτησης; Η αίσθηση που έχω είναι ότι το «σύνορο» του εγώ λειτουργεί διαφορετικά κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες του έθνους-κράτους, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ο φόβος της «εισβολής», όταν η «εσωτερική ακεραιτότητα» ανάγεται στην υψηλότερη αξία, και όταν κυριαρχεί η άρνηση της αλληλεξάρτησης, ιδιαίτερα της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης.

Για εμένα ήταν ξεκάθαρο ότι αντιδρώντας στην 11η του Σεπτέμβρη, η Αμερικανική κυβέρνηση σε συνδυασμό με κάποια δουλοπρεπή (abject) ΜΜΕ προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα εθνικό υποκείμενο που να είναι υπέρμετρα αρσενικοποιημένο ούτως ώστε να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως αδιαπέραστο, άτρωτο, αμείλικτα επιθετικό, και διαρκώς αρνούμενο τους σημαντικούς διεθνείς του δεσμούς. Το ερώτημα έχει να κάνει με το πώς το εθνικό υποκείμενο αντιδρά στην ξαφνική συνειδητοποίηση της ίδιας του της αδυναμίας! Εξάλλου αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ δέχτηκαν επίθεση εντός των συνόρων τους μετά το Πέρλ Χάρμπορ κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αδράξουν την ευκαιρία να αναγνωρίσουν την ίδια τους την αδυναμία και να αναγνωρίσουν επίσης την πιθανότητα γενίκευσης της αδυναμίας τους, μια κίνηση που θα ενδυνάμωνε διεθνείς και δια-εθνικές συμφωνίες που έχουν σκοπό να μειώσουν το ρίσκο της βίας. Η στρατηγική τους όμως, ήταν να αποκηρύξουν αυτήν ακριβώς την αδυναμία.

Αυτή η εκδοχή του εθνικού υποκειμένου δημιουργήθηκε (σαν ένα είδος εξαναγκαστικά εδραιωμένου φαντασιακού του έθνους) μέσα από την κανονιστική ρύθμιση του πώς αντιλαμβανόμασταν και αντιδρούσαμε στο θάνατο. Ο θάνατος όσων πέθαναν στις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου δεν θεωρήθηκε απλά «άξιος πένθους», αλλά εξυψώθηκε στο επίπεδο μιας ασυνήθιστα εξαγνισμένης υπόστασης. Από την άλλη πλευρά, όμως, μας απαγορεύτηκε να δούμε τους νεκρούς του πολέμου – και αυτό ισχύει μέχρι σήμερα- που σημαίνει ότι παραμένει κρίσιμη για τους σκοπούς του πολέμου η κανονιστική ρύθμιση του οπτικού πεδίου όπου μπορεί κανείς να απαντήσει το θάνατο. Ορισμένες ζωές είναι άξιες πένθους και άλλες δεν είναι, κι αυτό λειτουργεί σαν καθαγιασμός της βίας που ασκούμε, και επιτρέπει την άρνηση της δικής μας επισφάλειας. Αυτοί, τους οποίους σκοτώνουν οι ΗΠΑ, δεν αποτελούν πραγματικά «έμβια όντα» αλλά πληθυσμούς που απειλούν την «ζωή» όπως την ξέρουμε. Πρόκειται για ένα ολέθριο σχίσμα που διαμορφώνει την κουλτούρα του πολέμου.

Νέλλη Καμπούρη: Κατά πόσο είναι δυνατόν να επινοήσουμε στρατηγικές και να ξανασκεφτούμε τη βία ούτως ώστε να παράγουμε θετικά υλικά αποτελέσματα και κοινωνικούς δεσμούς;

Judith Butler: Μου αρέσει πάρα πολύ η ιδέα της σχέσης μεταξύ των γυναικών σαν κοινωνική μορφή που αναπαριστά την αλληλεξάρτηση. Η αίσθηση που έχω είναι ότι κάποιες ηθικές αρχές γίνονται εμφανείς και εφαρμόζονται μόνο μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές καταστάσεις. Έτσι, κατά η γνώμη μου, δεν υπάρχει ηθική πέρα από την κοινωνική πρακτική και το πεδίο της εξουσίας. Μου φαίνεται ότι οποιαδήποτε απόφαση προς την κατεύθυνση του να ασκήσουμε βία ή να αρνηθούμε τη βία εμπεριέχει μια ηθική διάσταση, καθώς αναφέρεται στην συμπεριφορά και στο είδος του σκεπτικού που αποδίδουμε σε κάθε σχέση με τη βία που υιοθετούμε. Δεν θα βρισκόμασταν, όμως, σε τέτοιου είδους καταστάσεις αν δεν υπήρχε η πολιτική επιθετικότητα και πιο συγκεκριμένα οι κοινωνικές μορφές της επιθετικότητας αυτής. Το φεμινιστικό κίνημα της αυτό-άμυνας είναι συγχρόνως μια ηθική και μια πολίτική πρακτική. Δεν θα υπήρχε ανάγκη για κάτι τέτοιο αν δεν υπήρχε η βία κατά των γυναικών. Κι όμως αυτό προσδίδει στις ηθικές αρχές κοινωνική μορφή.

Νομίζω επίσης ότι υπάρχουν συμμαχίες στην Παλαιστίνη, η δουλειά του κινήματος Ta-ayush, Αναρχικοί ενάντια στο Τείχος και διάφορα άλλα εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά προγράμματα εντός της Παλαιστίνης που διαρκώς προσπαθούν να πάρουν το ρίσκο της μη-βίας.

Νέλλη Καμπούρη: Μιλάτε πολύ συχνά για υποκείμενα και κοινωνικές ομάδες, των οποίων οι θάνατοι δεν είναι «άξιοι δημόσιου πένθους». Επαναλαμβάνοντας την Αντιγόνη, θα μπορούσαν ίσως αυτές οι πράξεις πένθους να μεταμορφωθούν σε μορφές αντίστασης όταν γίνονται αντικείμενο δημόσιου πένθους;

Judith Butler: Ναι, μπορούμε να αναλογιστούμε το δημόσιο πένθος για τους «εξαφανισμένους» στη Χιλή και την Αργεντινή, τις μεγάλες διαδηλώσεις για το AIDS που συμπεριελάμβαναν εξαιρετικά θεατρικές προσπάθειες σηματοδότησης και θρήνου για ζωές που δεν είναι «άξιες πένθους». Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν βασίζονται μόνο στην απουσία απεικονίσεων των θυμάτων του πολέμου αλλά και στις συστηματικές προσπάθειες παραγωγής ορισμένων πληθυσμών που δεν είναι «άξιοι πένθους». Έχει ενδιαφέρον ότι είχε απαγορευτεί στην Αντιγόνη να πενθήσει δημόσια τον αδελφό της. Ο Κρέων δεν προσπαθούσε απλά να ελέγξει την δημόσια προβολή της πίστης της, αλλά να αποφασίσει ποιος είναι που θα πρέπει να θεωρείται σαν συγγενής. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο διεκδικεί αυτόν τον δεσμό γίνεται μια προσπάθεια αμφισβήτησης του κυριαρχικού ελέγχου αυτού που θεωρείται και αυτού που δεν θεωρείται ως συγγένεια. Γενικότερα μπορούμε να αντιληφθούμε την σημασία του δημόσιου πένθους όταν εκείνοι που πενθούνται υποτίθεται ότι είναι ζωές που δεν είναι άξιες πένθους. Μια ζωή που δεν θα έπρεπε να πενθείται είναι επίσης μια ζωή που δεν θα έπρεπε να υπάρχει καθόλου, της οποίας η «άρνηση» έχει χτιστεί μέσα στην ίδιο της τον δημόσιο προδιορισμό. Νομίζω ότι ο πόλεμος θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να ξεκινήσει αν κάποιοι πληθυσμοί θεωρούνταν σαν κομμάτι αυτού που υπάρχει, δηλαδή σαν κάποιοι που οι ζωές τους είναι νομιμοποιημένες.

Νέλλη Καμπούρη: Νομίζω, όμως, ότι υπάρχουν και παραδειγματικά θύματα των οποίων οι ζωές «πενθούνται» καθημερινά στα πλαίσια των ανθρωπιστικών πολιτικών, αποστολών και προγραμμάτων. Μπορεί να είναι ανώνυμα και σιωπηλά αλλά την ίδια στιγμή είναι ιδιαίτερα ορατά. Μπορούμε να σκεφτούμε τα σύνορα, το όρια, τη βία και το πένθος εκτός της παραδειγματικής θυματοποίησης ορισμένων κατηγοριών (για παράδειγμα αθώων θυμάτων, προσφύγων, γυναικόπαιδων, θυμάτων της παράνομης διακίνησης προσώπων, Μουσουλμάνων γυναικών) ;

Judith Butler: Βεβαίως και είναι σημαντικό να εντοπίσουμε και να γνωρίζουμε την θυματοποίηση, αλλά θα ήταν λάθος αν θεωρούσαμε την θυματοποίηση ως παράδειγμα της πολιτικής υποταγής. Φυσικά, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει πιθανότητα αντίστασης, στις περιπτώσεις εκείνες όπου κυριαρχεί υπέρμετρος εξαναγκασμός, αλλά σε άλλες περιπτώσεις ο εξαναγκασμός ανατρέπεται μέσα από διάφορες πρακτικές ανυπακοής, μέσω μορφών ανέλπιστης αλληλεγγύης και συλλογικής δράσης. Δεν αρκεί να έχουμε πολιτικές που απώτερος σκοπός τους είναι το «δημόσιο πένθος». Το νόημα του δημοσίου πένθους είναι να διευρύνουμε τις ιδέες που έχουμε για το τι είναι εκείνο που αποτελεί μια ζωή που μπορεί να βιωθεί, να διευρύνουμε την αναγνώριση αυτών των ζωών που αξίζει να προστατευτούν, που αξίζει να αξίζουν. Αυτό είναι σημαντικό όχι σαν ατομική δραστηριότητα αλλά σαν κάτι που δεν συμβαίνει απλά δημόσια αλλά έχει την δύναμη να επαναπροσδιορίσει την δημόσια σφαίρα.

Πιστεύω ότι θα πρέπει να αναπτύξουμε την έννοια της «κριτικής αναγνώρισης» που θα έχει να κάνει με την αναζήτηση αναγνώρισης στα πλαίσια των υφιστάμενων κανόνων (για παράδειγμα διεύρυνση των υπάρχοντων κανόνων για την ισότητα και την δικαιοσύνη), αλλά επίσης και να θέσουμε ερωτήματα και να αμφισβητήσουμε τον τρόπο προσέγγισης και τον χαρακτήρα των κανόνων αυτών. Αν απλά αναζητούμε αναγνώριση είμαστε δέσμιοι των υπάρχοντων κανόνων. Αλλά αν νοιαζόμαστε για εκείνους που δεν μπορούν ποτέ να λάβουν αναγνώριση από τους υφιστάμενους κανόνες ( ή ακόμα και την επέκτασή τους) τότε μπορούμε να αναδείξουμε νέες κοινωνικές μορφές, ακόμα και νέους κανόνες. Αυτό σημαίνει να θέσουμε σε αμφισβήτηση τα όρια του αναγνωρίσιμου και να διαμορφώσουμε πολιτικές ακριβώς στο σημείο αυτό.