THINKING BITES
[#1] Μάρτιος 2007

 

Thinking Bites 2 1

Michel Foucault: ‘Τι είναι Διαφωτισμός;

μετ.Νίκος Σκιαδόπουλος

απόσπασμα από το μάθημα της 5ης Ιανουαρίου 1983 στο Collège de France, Dits et Écrits, τ. 2, no. 351, σσ. 1498-1507  

Μου φαίνεται ότι το κείμενο αυτό αναδεικνύει έναν νέο τύπο ερωτήματος στο πεδίο του φιλοσοφικού στοχασμού. Βεβαίως, δεν είναι σίγουρα ούτε το πρώτο κείμενο στην ιστορία της φιλοσοφίας ούτε και το μοναδικό στο οποίο ο Kant θεματοποιεί ένα ερώτημα όσον αφορά στην ιστορία. Μπορούμε να βρούμε κείμενα του Kant τα οποία θέτουν ένα ερώτημα περί καταγωγής της ιστορίας: το κείμενο για την αρχή της ίδιας της ιστορίας , το κείμενο που αφορά τον ορισμό της έννοιας της φυλής· άλλα πάλι κείμενα θέτουν στην ιστορία το ερώτημα του τρόπου αποπεράτωσής της: το κείμενο του ίδιου έτους 1784 Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό. Άλλα, τέλος, θέτουν το ερώτημα της εσωτερικής τελεολογίας που διέπει τις ιστορικές διαδικασίες, όπως το κείμενο που είναι αφιερωμένο στην χρήση των τεχνολογικών αξιωμάτων . Όλα αυτά τα ερωτήματα, που συνδέονται εξ άλλου στενά μεταξύ τους, διαπερνούν εν τέλει τις αναλύσεις του Kant ως προς το ζήτημα της ιστορίας. Μου φαίνεται ότι το κείμενο πάνω στον Διαφωτισμό (Aufklarung) είναι αρκετά διαφορετικό· δεν θέτει άμεσα κανένα από τα παραπάνω ερωτήματα, ούτε εκείνο της καταγωγής, ούτε, παρά τα φαινόμενα, εκείνο του τέλους της ιστορίας, αλλά θέτει με έναν σχετικά έμμεσο τρόπο, πλάγιο σχεδόν, το ερώτημα της εμμενούς στην ίδια την διαδικασία της ιστορίας τελεολογίας.

      Εκείνο που θεωρώ πως τίθεται για πρώτη φορά στο κείμενο αυτό του Kant είναι το ερώτημα γύρω από το παρόν, το ερώτημα γύρω από την επικαιρότητα(l’ actualité): τί συμβαίνει σήμερα; Τί συμβαίνει τώρα; Τί είναι αυτό το ‘τώρα’ μέσα στο οποίο βρισκόμαστε τοποθετημένοι ο ένας και ο άλλος· και τι προσδιορίζει την στιγμή  αυτή κατά την οποία γράφω; Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε στην ιστορία του φιλοσοφικού στοχασμού αναφορές στο παρόν, με την έννοια τουλάχιστον της ιστορικά προσδιορισμένης κατάστασης που μπορεί να έχει κάποια αξία για το φιλοσοφείν. Πάνω απ’ όλα, όταν ο Descartes στην αρχή του Λόγου περί της Μεθόδου, διηγείται την πορεία του και το σύνολο των φιλοσοφικών αποφάσεων στις οποίες κατέληξε ταυτόχρονα για τον εαυτό του και για την φιλοσοφία, αναφέρεται άμεσα σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ιστορική συνθήκη μέσα στην τάξη της γνώσης και των επιστημών της ίδιας της εποχής του. Σ’ αυτό το είδος των αναφορών το ζητούμενο πάντοτε είναι να βρεθεί, μέσα σ’ αυτό το μόρφωμα που ορίζεται ως παρόν, ένα μοτίβο που θα υποστηρίξει μια φιλοσοφική απόφαση· στον Descartes δεν θα συναντήσετε ποτέ ένα ερώτημα της τάξεως: ‘Τί ακριβώς είναι τούτο το παρόν στο οποίο μετέχω;’. Μου φαίνεται λοιπόν πως το ερώτημα στο οποίο απαντά ο Kant, στο οποίο εξ άλλου κλήθηκε να απαντήσει αφού του ετέθη, τούτο το ερώτημα είναι διαφορετικό. Διότι δεν ρωτά απλώς: ‘τί είναι αυτό που, μέσα στην παρούσα κατάσταση, θα μπορούσε να προσδιορίσει αυτή ή την άλλη φιλοσοφικής τάξεως απόφαση;’ Το ερώτημα που τίθεται στον Kant έχει να κάνει με το τί είναι τούτο το παρόν, θέτει καταρχάς το ζήτημα του προσδιορισμού ενός συγκεκριμένου στοιχείου του παρόντος που θα το αναγνωρίζαμε, θα το διαχωρίζαμε και θα το υποδεικνύαμε ανάμεσα στα άλλα. Τί είναι αυτό που, μέσα στο παρόν, έχει νόημα να γίνει αντικείμενο φιλοσοφικού στοχασμού;

      Στην απάντησή που ο Kant επιχειρεί να δώσει στο παραπάνω ερώτημα, αναλαμβάνει να δείξει πώς το στοιχείο αυτό συμβαίνει να είναι το όχημα και το σημείο(signe) μιας διαδικασίας που αφορά την σκέψη, την γνώση (connaissance), την φιλοσοφία· αλλά πρόκειται να δείξει, ακόμη, πώς και σε ποιό βαθμό εκείνος ο οποίος μιλά ως στοχαστής, ως λόγιος, ως φιλόσοφος συμμετέχει ο ίδιος σε τούτη τη διαδικασία και, ακόμη περισσότερο, πώς έχει να αναλάβει έναν συγκεκριμένο ρόλο εντός της καθώς συμμετέχει ταυτόχρονα σ’αυτήν ως στοιχείο της και ως φορέας δράσης.

      Εν συντομία, μου φαίνεται πως μπορούμε να δούμε να προβάλλει στο κείμενο του Kant το ερώτημα του παρόντος ως φιλοσοφικού συμβάντος(événement) στο οποίο συμμετέχει ο φιλόσοφος που μιλά γι’ αυτό. Αν μάλιστα θέλουμε να δούμε την φιλοσοφία ως μια πρακτική του λόγου (pratique discursive) που έχει την δική της ιστορία, νομίζω πως με το κείμενο αυτό γύρω από τον Διαφωτισμό (Aufklarung) βλέπουμε την φιλοσοφία –και δεν είναι πρόθεσή μου να πιέσω τα πράγματα λέγοντας πως αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά- να ‘προβληματοποιεί’ (problimatiser) την ίδια την επικαιρότητα του λόγου της (actualité discursive): επικαιρότητα την οποία η φιλοσοφία επερωτά σαν να επρόκειτο για ένα συμβάν, ένα συμβάν που πρέπει να του αποδώσει το νόημα του, την αξία του, την φιλοσοφική του μοναδικότητα και μέσα στο οποίο καλείται να βρει τον λόγο της ύπαρξής της και το θεμέλιο αυτού που διατυπώνει. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, βλέπουμε πως, για την φιλοσοφία, το να τίθεται το ερώτημα της μετοχής της σ’ αυτό το παρόν, δεν θα έχει πλέον την σημασία ενός ερωτήματος για την συμμετοχή της σε μια σχολή ή σε μια παράδοση· δεν θα είναι πλέον απλά και μόνον ένα ερώτημα σχετικά με την συμμετοχή της στην ανθρώπινη κοινότητα εν γένει, αλλά θα είναι εκείνο που θα αναφέρεται στην συμμετοχή της σε ένα συγκεκριμένο ‘εμείς’, σε ένα ‘εμείς’ που αναφέρεται σε μια πολιτισμική ολότητα που χαρακτηρίζει την ίδια της την επικαιρότητα.  

      Και είναι αυτό το ‘εμείς’ που πρόκειται να αποτελέσει για την φιλοσοφία το αντικείμενο του ίδιου της του στοχασμού· με τον ίδιο τρόπο, ωστόσο, επιβεβαιώνεται πως είναι αδύνατον, για τον φιλόσοφο, να διαμορφώσει μια οικονομία του ερωτήματος που θα αναφερόταν στην ατομική του μετοχή σ’ αυτό το ‘εμείς’. Όλα αυτά, η φιλοσοφία ως ‘προβληματοποίηση’ της ίδιας της  επικαιρότητας και ως ερώτημα που ο ίδιος ο φιλόσοφος θέτει σ’ αυτήν την επικαιρότητα της οποίας αποτελεί μέρος και σε σχέση με την οποία βρίσκεται τοποθετημένος, θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηρίσουν την φιλοσοφία ως τον λόγο της νεωτερικόητας (modernité) και ως τον λόγο που καταπιάνεται με την νεωτερικότητα.

      Για να μιλήσουμε πολύ σχηματικά, το ερώτημα σχετικά με την νεωτερικότητα είχε τεθεί στον πολιτισμό της κλασικής εποχής επί τη βάσει ενός άξονα όπου στον ένα πόλο του βρισκόταν η αρχαιότητα και στον άλλο η νεωτερικότητα· και είχε διαμορφωθεί άλλοτε υπό τους όρους μιας αυθεντίας (autorité) προς αποδοχή ή προς απόρριψη (ποιά είναι η αυθεντία θα αποδεχτούμε; ποιό μοντέλο θα ακολουθήσουμε;), άλλοτε ακόμη υπό την (σχετική εξ άλλου με την παραπάνω) μορφή μιας συγκριτικής αξιολόγησης: ‘ήταν οι αρχαίοι ανώτεροι των ανθρώπων της νεωτερικότητας;’ ‘Μήπως ζούμε σε μια εποχή παρακμής;’ κ.λ.π. Βλέπουμε τώρα πως ανθεί ένας νέος τρόπος να τίθεται το ερώτημα της νεωτερικότητας, όχι πλέον ως μια σχέση που επιμηκύνεται προς τους αρχαίους, αλλά ως μια σχέση που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε ‘τοξοειδή’ εν αναφορά προς την ίδια την πραγματικότητα. Ο λόγος πρέπει να λάβει ξανά υπ’ όψιν την επικαιρότητά του, αφ’ ενός για να ξαναβρεί εκεί τον τόπο που του αρμόζει, αφ’ ετέρου για να της αποδώσει το νόημά της και, τέλος, για να προσδιορίσει τον τρόπο δράσης που είναι σε θέση να αναλάβει στο εσωτερικό της.

      Ποιά είναι η επικαιρότητά μου; Ποιό το νόημά της; Και τι κάνω όταν μιλάω γι’ αυτήν την επικαιρότητα; Σε όλα αυτά μου φαίνεται ότι συνίσταται το νέο ερώτημα σχετικά με την νεωτερικότητα.

      Όλα αυτά βέβαια δεν συνιστούν τίποτε περισσότερο από ένα ίχνος το οποίο θα άξιζε να το ερευνήσουμε από λίγο πιο κοντά. Θα χρειαζόταν να σχεδιάσουμε την γενεαλογία, όχι μόνον της έννοιας ‘νεωτερικότητα’, αλλά της νεωτερικότητας ως ερωτήματος. Και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν εκλαμβάνω το κείμενο του Kant ως σημείο ανάδυσης της εν λόγω ερώτησης, είναι αναμφίβολο ότι αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ιστορικής διαδικασίας την οποία πρέπει να καταγράψουμε. Χωρίς αμφιβολία θα συνιστούσε έναν ενδιαφέροντα άξονα για την μελέτη του 18ου αιώνα εν γένει, και πιο συγκεκριμένα για την μελέτη του Διαφωτισμού (Aufklarung), από το να αναρωτηθούμε για το ακόλουθο: ότι ο Διαφωτισμός ονομάζει τον εαυτό του ‘Aufklarung’· πρόκειται, βέβαια, για μια πολιτισμική διαδικασία μοναδική που απέκτησε επίγνωση του εαυτού της ονομάζοντάς τον, τοποθετούμενη όμως έτσι σε σχέση με το παρελθόν και το μέλλον της, υποδεικνύοντας τις ενέργειες τις οποίες έπρεπε να υποκινήσει στο εσωτερικό του ίδιου της του παρόντος.

      Μήπως όμως πάνω απ’ όλα ο Διαφωτισμός, είναι η πρώτη εποχή που κατονομάζει τον εαυτό της όχι απλά και μόνον χαρακτηρίζοντάς τον, σύμφωνα με μια παλιά συνήθεια, ως περίοδο παρακμής ή ευημερίας, μεγαλείου ή αθλιότητας, αλλά κατονομάζοντας τον επί τη βάσει ενός συγκεκριμένου συμβάντος το οποίο εξαρτάται από μια γενική ιστορία της σκέψης, του λόγου και της γνώσης, στο εσωτερικό της οποίας αναλαμβάνει η ίδια αυτή εποχή του Διαφωτισμού τον δικό της ρόλο;       

      Ο Διαφωτισμός είναι μια περίοδος που διαμορφώνει η ίδια το ίδιο της το έμβλημά, το ίδιο της το παράγγελμα, και η οποία λέει αυτό το οποίο έχει να κάνει, τόσο όσον αφορά την σχέση της με την γενική ιστορία της σκέψης, όσο και εν αναφορά με το ίδιο της το παρόν και τις μορφές αντίληψης(connaissance), γνώσης(savoir), άγνοιας και αυταπάτης μέσα στις οποίες μπορεί και αναγνωρίζει την ιστορική της κατάσταση.

      Μου φαίνεται πως στο ερώτημα ετούτο σχετικά με τον Διαφωτισμό μπορούμε να δούμε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου φιλοσοφείν, ο οποίος είχε μια μακρά ιστορία εδώ και δύο αιώνες. Είναι μια από τις μεγάλες λειτουργίες της λεγόμενης ‘μοντέρνας’ φιλοσοφίας (τις απαρχές της οποίας μπορούμε να τοποθετήσουμε στο τέλος του 18ου αιώνα) το να αναρωτάται για την ίδια της την επικαιρότητα.

      Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε την τροχιά αυτού του τρόπου του φιλοσοφείν από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Το μόνο πράγμα που θα ήθελα προς στιγμήν να υπογραμμίσω, είναι πως το ερώτημα αυτό με το οποίο ασχολήθηκε το 1784 προκειμένου να απαντήσει σε μια ερώτηση που του ετέθη έξωθεν, ο Kant δεν το λησμόνησε. Θα το θέσει εκ νέου και θα προσπαθήσει να το απαντήσει με αφορμή ένα άλλο συμβάν, το οποίο και αυτό δεν σταμάτησε θέτει τον εαυτό του υπό ερώτηση. Πρόκειται, φυσικά, για την Γαλλική Επανάσταση.

      Γνωρίζετε ότι Η διαμάχη των σχολών είναι μια συλλογή τριών πραγματειών γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές σχολές-τομείς που συγκροτούν το πανεπιστήμιο. Η δεύτερη από αυτές αφορά στην διαμάχη της φιλοσοφικής με την νομική σχολή. Ολόκληρο, λοιπόν, το πεδίο των σχέσεων ανάμεσα στην φιλοσοφία και το δίκαιο καταλαμβάνεται από το ερώτημα: ‘Υπάρχει σταθερή πρόοδος για το ανθρώπινο είδος’. Και προκειμένου να απαντήσει σ΄αυτήν την ερώτηση ο Kant, στην πέμπτη παράγραφο της εν λόγω πραγματείας, κάνει τον ακόλουθο συλλογισμό: αν θέλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα περί σταθερής προόδου του ανθρώπινου γένους, οφείλουμε να προσδιορίσουμε αν υπάρχει μια πιθανή αιτία αυτής της προόδου· αφ’ ης στιγμής όμως θέσουμε τούτη την πιθανότητα, οφείλουμε να αποδείξουμε πως αυτή η αιτία ισχύει εν τη πράξει και γι’ αυτόν τον λόγο να εντοπίσουμε ένα συγκεκριμένο συμβάν το οποίο να δείχνει πως η αιτία είναι πράγματι ενεργός. Η υπόδειξη, εν συντομία, ενός αιτίου δεν θα μπορέσει να καθορίσει τίποτε άλλο από πιθανά αποτελέσματα ή, ακριβέστερα, την πιθανότητα του αποτελέσματος· η πραγματικότητα, όμως, του αποτελέσματος δεν θα μπορέσει να στηριχθεί παρά μόνον δια της ύπαρξης ενός συμβάντος.

      Δεν αρκεί, λοιπόν, να ακολουθήσουμε το νήμα της τελεολογίας που καθιστά μια πρόοδο πιθανή· πρέπει να απομονώσουμε, στο εσωτερικό της ιστορίας, ένα συμβάν που θα έχει αξία σημείου.

      Σημείο τίνος; Σημείο της ύπαρξης ενός αιτίου, ενός εμμενούς αιτίου το οποίο, σε όλο το μήκος της ίδιας της ιστορίας καθοδηγεί τους ανθρώπους στο μονοπάτι της προόδου. Αιτίου σταθερού για το οποίο οφείλουμε λοιπόν να αποδείξουμε ότι έδρασε και άλλοτε,  ότι δρά τώρα και ότι θα εξακολουθεί να δρα εν συνεχεία. Το συμβάν, επομένως, που θα μας επιτρέψει να αποφασίσουμε άν υπάρχει πρόοδος θα είναι ένα σημείο, «rememorativum, demostrativum, pronosticum». Πρέπει να είναι ένα σημείο που θα υποδεικνύει πως τα πράγματα ήτανε πάντοτε έτσι (είναι το υπομνηματικό σημείο), ένα σημείο που θα δείχνει πως ό,τι συνέβη συνέβη πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο (το αποδεικτικό σημείο), και τέλος, ένα σημείο που δείχνει πως τα πράγματα θα συμβαίνουν σταθερά κατ’ αυτόν τον τρόπο (το προγνωστικό σημείο). Έτσι θα είμαστε πλέον σίγουροι ότι το αίτιο που καθιστά την πρόοδο δυνατή δεν έχει απλώς ενεργοποιηθεί μια δεδομένη στιγμή, αλλά εγγυάται μια γενική ροπή του ανθρώπινου γένους στο σύνολό του να προοδεύει. Ιδού το ερώτημα: ‘Υπάρχει γύρω μας κάποιο γεγονός που θα ήταν υπομνηματικό, αποδεικτικό και προγνωστικό μιας σταθερής προόδου η οποία θα καθοδηγούσε το ανθρώπινο γένος στην ολότητά του;’

      Την απάντηση που δίνει ο Kant την μαντεύετε· θα ήθελα όμως να σας διαβάσω το απόσπασμα με το οποίο πρόκειται να εισαγάγει την Επανάσταση ως συμβάν που διατηρεί την παραπάνω αξία του σημείου. «Μην περιμένετε, γράφει στην αρχή της τέταρτης παραγράφου, το συμβάν αυτό να συνίσταται σε υψηλές χειρονομίες ή σε βαριά εγκλήματα ώστε εκείνος που ήταν μεγάλος να γίνει μικρός ή εκείνος που ήταν μικρός να γίνει μεγάλος, ούτε στα παλαιά και λαμπρά οικοδομήματα που χάνονται ως δια μαγείας όταν στην θέση τους αναδύονται άλλα από τα βάθη της γης. Όχι, τίποτε από αυτά.»   

      Στο εν λόγω κείμενο, ο Kant αναφέρεται προφανώς στις παραδοσιακές σκέψεις που αναζητούν τις αποδείξεις περί προόδου ή μη-προόδου του ανθρώπινου γένους στην πτώση των αυτοκρατοριών, στις μεγάλες καταστροφές με τις οποίες εξαφανίστηκαν και τα πιο καλοεδραιωμένα κράτη, στα μεγάλα γυρίσματα της τύχης που ταπείνωσαν τις καθεστηκυίες δυνάμεις και έκαναν νέες να εμφανιστούν. Προσέξτε, λέει ο Kant στους αναγνώστες του, δεν είναι τα μεγάλα συμβάντα στα οποία οφείλουμε να αναζητήσουμε το υπομνηματικό, αποδεικτικό, προγνωστικό σημείο της προόδου, αλλά στα πολύ λιγότερο μεγαλοπρεπή στα λιγότερο αντιληπτά. Δεν μπορούμε να προβούμε στην ανάλυση αυτή του ίδιου μας του παρόντος δι’ αυτών των σημαινουσών αξιών δίχως να αναλάβουμε μια απαρίθμηση που θα μας επιτρέψει να αποδώσουμε σ’ αυτό που, κατά τα φαινόμενα, στερείται νοήματος και αξίας το σημαντικό εκείνο νόημα και την αξία που αναζητάμε. Τί είναι λοιπόν αυτό το συμβάν που δεν είναι μάλιστα ένα συμβάν ‘μεγάλο’; Υπάρχει προφανώς ένα παράδοξο στο να λέμε πως η επανάσταση δεν είναι ένα θορυβώδες συμβάν. Σάμπως δεν είναι το ίδιο το παράδειγμα ενός συμβάντος που ανατρέπει, που κάνει τον μεγάλο να γίνει μικρός και τον μικρό να γίνει μεγάλος, που καταπίνει τις φαινομενικά ακλόνητες δομές της κοινωνίας και των Κρατών; Για τον Kant, επομένως, δεν είναι αυτό το στοιχείο της επανάστασης που μετρά. Αυτό που αποδίδει στο συμβάν αξία υπομνηματικού, αποδεικτικού και προγνωστικού χαρακτήρα δεν είναι το ίδιο το επαναστατικό δράμα, δεν είναι οι κατακτήσεις της επανάστασης ούτε το νεύμα που την συνοδεύει. Σημαίνων είναι ο τρόπος με τον οποίο η επανάσταση γίνεται θέαμα, είναι ο τρόπος με τον οποίο την υποδέχονται ολόγυρά οι θεατές που δεν συμμετέχουν αλλά την παρακολουθούν, που παρευρίσκονται εκεί και που, για το καλύτερο ή το χειρότερο, αφήνονται να παρασυρθούν από αυτήν. Δεν είναι η επαναστατική ανατροπή που συνιστά την απόδειξη της προόδου· πρώτα πρώτα χωρίς αμφιβολία διότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αντιστρέφει τα πράγματα αλλά επίσης γιατί, αν έπρεπε να επαναλάβουμε αυτή την επανάσταση, δεν θα την ξανακάναμε. Υπάρχει ένα κείμενο που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον: «Λίγη σημασία έχει, μας λέει ο Kant, αν η επανάσταση ενός εμπνευσμένου λαού, όπως τη βλέπουμε σήμερα να πραγματοποιείται [πρόκειται βέβαια για την Γαλλική επανάσταση], επιτύχει ή αποτύχει, λίγη σημασία έχει αν συσσωρεύσει κάθε ωμότητα και αθλιότητα- στον βαθμό που ένας εχέφρων άνθρωπος που θα την ξαναέκανε με την ελπίδα να την φέρει εις πέρας, παρ’ όλα αυτά δεν θα αποφάσιζε ποτέ να δοκιμάσει μια εμπειρία μ’ αυτό το τίμημα.» Δεν είναι λοιπόν η επαναστατική διαδικασία που έχει σημασία, δεν σημαίνει πολλά αν επιτύχει ή αποτύχει, κάτι τέτοιο δεν θα είχε να κάνει καθόλου με την πρόοδο ή τουλάχιστον με το σημείο της προόδου που αναζητάμε. Η αποτυχία ή η επιτυχία της επανάστασης δεν είναι σημεία προόδου ή σημείο ότι δεν υπάρχει καθόλου πρόοδος. Αλλά, ακόμη κι αν υπήρχε η πιθανότητα κάποιος να έχει γνώση της επανάστασης, να ξέρει τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσεται και ταυτόχρονα να την φέρει εις πέρας, ε λοιπόν, υπολογίζοντας το απαραίτητο τίμημα για τούτη την επανάσταση, ο σώφρων εκείνος άνθρωπος δεν θα την έκανε ποτέ. Επομένως ως ‘αντιστροφή’, ως εγχείρημα που μπορεί να πετύχει μπορεί και να αποτύχει, ως τίμημα πολύ βαρύ για να το πληρώσει κανείς, η επανάσταση αφ’ εαυτήν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το σημείο που μας υποδεικνύει την ύπαρξη ενός αιτίου ικανού να θεμελιώσει, στο μήκος της ιστορίας, την σταθερή πρόοδο της ανθρωπότητας.

      Αντιθέτως εκείνο που έχει νόημα και που πρόκειται να συγκροτήσει το σημείο της προόδου είναι το γεγονός ότι ολόγυρα της επανάστασης επικρατεί, όπως μας λέει ο Kant, «μια εμπνευσμένη συμπάθεια που εγγίζει τον ενθουσιασμό». Εκείνο που μετρά στην επανάσταση δεν είναι η ίδια η επανάσταση, αλλά εκείνο που συμβαίνει στα κεφάλια όσων δεν την κάνουν ή, σε κάθε περίπτωση, εκείνων που δεν είναι οι πρωταγωνιστές της, είναι η σχέση που διατηρούν οι ίδιοι με την επανάσταση αυτή στην οποία δεν πρωταγωνιστούν. Ο ενθουσιασμός για την επανάσταση είναι σημείο, σύμφωνα με τον Kant, μιας ηθικής κλίσης της ανθρωπότητας· η κλίση αυτή εκδηλώνεται σταθερά με δύο τρόπους: πρώτον, στο δικαίωμα όλων των λαών να αποφασίζουν για το Σύνταγμα που τους ταιριάζει, και δεύτερον, στην σύμφωνη με το δίκαιο και την ηθική αρχή ενός πολιτικού Συντάγματος τέτοιου που να αποφεύγει, βάσει των ίδιων του των αρχών, κάθε επιθετικό πόλεμο. Είναι, λοιπόν, η κλίση που οδηγεί τον άθρωπο σε ένα τέτοιου είδους Σύνταγμα αυτό που σηματοδοτεί ο ενθουσιασμός για την επανάσταση. Η επανάσταση ως θέαμα και όχι ως χειρονομία, ως πεδίο ενθουσιασμού για εκείνους που παρευρίσκονται σ’αυτήν και όχι ως αρχή ανατροπής γι’ αυτούς που συμμετέχουν σ’ αυτήν, είναι ένα ‘signum rememorativum’ καθώς αποκαλύπτει την ευθύς εξ αρχής παρούσα κλίση· είναι ένα ‘signum demostrastivum’ καθώς υποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της κλίσης αυτής στο παρόν· είναι επίσης ένα ‘signum pronosticum’ καθώς, ακόμη και αν υπάρχουν αποτελέσματα της επανάστασης που θα μπορούσαν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, δεν μπορούμε να ξεχνάμε την κλίση εκείνη που αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκειά της.

      Γνωρίζουμε εξίσου καλά ότι τα δύο αυτά στοιχεία, το πολιτικό Σύνταγμα που επιλέγεται από τους λαούς στον βαθμό που τους αρμόζει και το πολιτικό Σύνταγμα που αποφεύγει τον πόλεμο, είναι αυτό το οποίο συνιστά την ίδια την διαδικασία του Διαφωτισμού, ότι δηλαδή, στην πραγματικότητα, η επανάσταση είναι αυτό που ολοκληρώνει και συνεχίζει την ίδια τη διαδικασία του Διαφωτισμού και πως σ’ αυτόν τον βαθμό τόσο ο Διαφωτισμός όσο και η Επανάσταση είναι γεγονότα τα οποία είναι αδύνατον να ξεχαστούν. «Υποστηρίζω, γράφει ο Kant, ότι μπορώ να προβλέψω για το ανθρώπινο γένος, χωρίς καν προφητικό πνεύμα, σύμφωνα με τα φαινόμενα και τα αποκαλυπτικά σημεία της εποχής μας, ότι θα πετύχει αυτόν τον σκοπό, ότι δηλαδή θα φτάσει σε μια κατάσταση τέτοια ώστε οι άνθρωποι θα μπορούν να έχουν το Σύνταγμα που θέλουν και το σύνταγμα εκείνο που θα εμποδίζει έναν επιθετικό πόλεμο και πως στο εξής η πρόοδος αυτή δεν θα ξανατεθεί εν αμφιβόλω. Ένα τέτοιο φαινόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν μπορεί να ξεχαστεί πλέον καθώς έφερε στο φως μια κλίση της ανθρώπινης φύσης, μια ικανότητα της να προοδεύσει τέτοια που καμία πολιτική δεν μπόρεσε, με την δύναμη της πανουργίας, να  διαχωρίσει από τον ρου των παλαιότερων συμβάντων, την οποία μόνον η φύση και η ελευθερία συναρθρωμένες στο ανθρώπινο είδος, ακολουθώντας τις ενδότερες αρχές του δικαίου ήταν σε θέση να ανακοινώσουν ακόμη και με έναν απροσδιόριστο τρόπο και υπό τη μορφή ενός τυχαίου συμβάντος. Μα κι αν ακόμη ο σκοπός αυτού του συμβάντος δεν θα είχε επιτευχθεί όταν πλέον η επανάσταση ή η αναμόρφωση του Συντάγματος ενός λαού θα είχε τελικά αποτύχει, ή ακόμη και αν, προϊόντος του χρόνου, τα πράγματα ξαναγύριζαν στην παλιά τους κατάσταση, όπως προβλέπουν σήμερα κάποιοι πολιτικοί, η φιλοσοφική αυτή προφητεία δεν θα έχανε τίποτε από την ισχύ της. Γιατί το συμβάν αυτό είναι τόσο σημαντικό, τόσο στενά συνυφασμένο με τα συμφέροντα της ανθρωπότητας και έχει ασκήσει μια τόσο μεγάλη επιρροή σε όλα τα μέρη της οικουμένης που δεν μπορεί να μην ξανάρθει στην μνήμη των λαών σε περίπτωση που οι περιστάσεις γίνουν ευνοϊκές και να μην ανακληθεί όταν θα ξεσπάσουν νέες απόπειρες αυτού του είδους, διότι, σε μια υπόθεση τόσο σοβαρή για το ανθρώπινο γένος, το σύνταγμα οφείλει τελικά σχεδόν να κατακτήσει, σε μια δεδομένη στιγμή, την σφριγηλότητα εκείνη που τα διδάγματα των επαναλαμβανομένων εμπειριών σε κάθε πνεύμα δεν μπορούν παρά να του προσδώσουν.»   

      Η επανάσταση, όπως και να ’χει, θα κινδυνεύει πάντα να εκπέσει ξανά στην προηγούμενή της κατάσταση· όμως, ως συμβάν, του οποίου ακόμη και το περιεχόμενο μπορεί να είναι ασήμαντο, έχει μια ύπαρξη που καταμαρτυρά μια εμμενή αυτοδυναμία και δεν μπορεί να ξεχαστεί: για την μελλοντική ιστορία αποτελεί την εγγύηση της συνέχειας καθώς και ένα βήμα προς την πρόοδο.

      Ήθελα μόνον να σας εκθέσω το κείμενο αυτό του Kant γύρω από τον Διαφωτισμό· όλη την ώρα προσπαθούσα να το διαβάσω από λίγο πιο κοντά. Ήθελα επίσης να δω πως, δεκαπέντε περίπου χρόνια αργότερα, ο Kant σκεφτόταν εκείνη την, κατά τα άλλα, πολύ πιο δραματική πραγματικότητα που ήταν η Γαλλική επανάσταση. Με τα δύο αυτά κείμενα βρισκόμαστε στο σημείο εκκίνησης, στις απαρχές μιας ολόκληρης δυναστείας φιλοσοφικών ερωτημάτων. «Τί είναι ο Διαφωτισμός; Τί είναι η επανάσταση;» είναι οι δύο μορφές υπό τις οποίες ο Kant έθεσε το πρόβλημα της ίδιας του της επικαιρότητας. Νομίζω ότι έχουμε επίσης να κάνουμε με δύο ερωτήματα τα οποία δεν έπαψαν να στοιχειώνουν, αν όχι ολόκληρη την μοντέρνα φιλοσοφία από τον 19ο αιώνα και εξής, τουλάχιστον ένα μεγάλο τμήμα της. Πάνω απ’ όλα μου φαίνεται ότι ο Διαφωτισμός, ταυτόχρονα ως μοναδιαίο γεγονός που εγκαινιάζει την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα και ως σταθερή διαδικασία που αναγγέλλει στην ιστορία του Λόγου (raison), στην ανάπτυξη και στην εγκαθίδρυση μορφών ορθολογικότητας και τεχνικής την αυτονομία και την κυριότητα της γνώσης (savoir), δεν αποτελεί για εμάς απλά ένα επεισόδιο μέσα στην ιστορία των ιδεών. Είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα, εγγεγραμμένο, από τον 18ο αιώνα, στην σκέψη μας. Ας αφήσουμε στην ευλάβειά τους εκείνους που θέλουν να διατηρήσουμε σώα και αβλαβή την κληρονομιά του Διαφωτισμού. Η ευσέβεια αυτή είναι, εξ άλλου, η πιο συγκινητική προδοσία. Δεν είναι τα υπολείμματα του Διαφωτισμού αυτό που πρέπει να διατηρήσουμε· είναι το ίδιο το ερώτημα αυτού του συμβάντος και του νοήματός του (το ερώτημα της ιστορικότητας της σκέψης του καθολικού) που πρέπει να διατηρήσουμε παρόν και να το κρατήσουμε στο νου μας ως αυτό που οφείλουμε να σκεφτούμε.

      Το ερώτημα του Διαφωτισμού, ή ακόμη του Λόγου, ως ιστορικό πρόβλημα διαπερνά, λιγότερο ή περισσότερο συγκεκαλυμμένα, όλο τον φιλοσοφικό στοχασμό από τον Kant μέχρι σήμερα. Το άλλο πρόσωπο της επικαιρότητας που συνάντησε ο Kant είναι η επανάσταση: η επανάσταση ταυτοχρόνως ως συμβάν, ώς ρήξη και ανατροπή στην ιστορία, ως αποτυχία, αλλά την ίδια στιγμή ως αξία, ως σημείο του ανθρώπινου γένους. Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση το ερώτημα για την φιλοσοφία δεν είναι να προσδιορίσει τί είναι αυτό από την επανάσταση που πρέπει να διατηρήσουμε και να προβάλλουμε ως παράδειγμα, αλλά να μάθει τι πρέπει να κάνουμε με τούτη την θέληση για επανάσταση, με αυτόν τον «ενθουσιασμό» για την επανάσταση που είναι άλλο πράγμα από το επαναστατικό εγχείρημα το ίδιο. Τα δύο ερωτήματα «Τί είναι ο Διαφωτισμός» και «Τί να κάνουμε αυτή την θέληση για επανάσταση» καθορίζουν το πεδίο του φιλοσοφικού προβληματισμού (interrogation) που οδηγεί σε αυτό που είμαστε εμείς σήμερα, στην δική μας επικαιρότητα.

      Έχω την εντύπωση ότι ο Kant θεμελίωσε τις δύο μεγάλες κριτικές παραδόσεις ανάμεσα στις οποίες μοιράζεται η μοντέρνα φιλοσοφία. Ας πούμε ότι, στο μεγάλο κριτικό του έργο, ο Kant έθεσε, θεμελίωσε αυτή τη φιλοσοφική παράδοση που θέτει το ερώτημα των όρων υπό τους οποίους είναι δυνατή μια αληθής γνώση και, αφορμούμενοι απ’ αυτό, μπορούμε να πούμε πως η μια πλευρά της μοντέρνας φιλοσοφίας από τον 19ο αιώνα παρουσιάστηκε και αναπτύχθηκε ως αναλυτική της αλήθειας.

      Υπάρχει, όμως, στην μοντέρνα και σύγχρονη φιλοσοφία ένα ερώτημα διαφορετικού τύπου, ένας άλλος τρόπος κριτικού προβληματισμού: εκείνος που βλέπουμε να γεννάται με το ερώτημα του Διαφωτισμού ή με το κείμενο γύρω από την επανάσταση· η άλλη αυτή κριτική παράδοση θέτει το ερώτημα: ‘Τί είναι η επικαιρότητά μας; Ποιό είναι το πραγματικό(actuel) πεδίο των πιθανών εμπειριών;’ Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια αναλυτική της αλήθειας, αλλά με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘οντολογία του παρόντος’, μια οντολογία ημών των ιδίων και μου φαίνεται πως η φιλοσοφική επιλογή με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι σήμερα είναι η εξής: μπορούμε να πάρουμε το μέρος μιας κριτικής φιλοσοφίας που θα παρουσιαστεί ως αναλυτική της αλήθειας εν γένει, ή κάλλιστα να πάρουμε το μέρος μιας κριτικής σκέψης που θα πάρει τη μορφή μιας οντολογίας ημών των ιδίων, μιας οντολογίας της επικαιρότητας μας· είναι αυτή η μορφή του φιλοσοφείν που, από τον Hegel ως την σχολή της Φρανκφούρτης περνώντας από τον Nietzsche και τον Max Weber, θεμελίωσε έναν τύπο στοχασμού μέσα στον οποίο προσπαθώ να διεξαγάγω τις έρευνές μου.

 

 

 

 

Η «Δύση» ως συμπαιγνία
και η απορία της «καθ’ ημάς Ανατολής» 
 (Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ίνδικτος», τχ. 16, Καλοκαίρι 2001.)
Hollowsky 

Παθήματα της Μνήμης του

Buccaneer's Gambit

ΣΤΗΝ ΤΣΙΤΑ
(και δεν εννοώ τη μαϊμού του Ταρζάν) 
hollowsky

Michel Foucault: ‘Τι είναι Διαφωτισμός;’, απόσπασμα από το μάθημα της 5ης Ιανουαρίου 1983 στο Collège de France, Dits et Écrits, τ. 2, no. 351, σσ. 1498-1507  
μετ. Νίκος Σκιαδόπουλος

Adolf Loos
Κριτική και Προφητεία

σύντομη μελέτη του Χρήστου Κουτσαφτσή