In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

Σχόλια πάνω στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
«Έκλειψη κι επανεμφάνιση
τού κομμουνιστικού κινήματος»

 

«Το πρόβλημα τής αιτιότητας είναι ένα ψευτοπρόβλημα, που μάς το επιβάλλει η κάλπικη επιστήμη, η επιστήμη που θέλει να προβλέπει. (...) H αιτιακή περιγραφή αποκαλύπτει μία μόνον όψη τής εξέλιξης: τα αναγκαία ή οικονομικά στοιχεία της. Τα σφάλμα γίνεται όταν θεωρούμε αυτούς τούς δεσμούς συγχρόνως επαρκείς για την εξέλιξη, και όλα τα υπόλοιπα άχρηστα που πρέπει να τ' αγνοούμε. Από την άλλη μεριά, είναι εξ ίσου ανόητο να αρνηθούμε όλες τις αιτιακές σχέσεις με πρόσχημα οτι υπάρχει κάτι άλλο πέρα απ' αυτές. Θα ήταν καλύτερο να τοποθετήσουμε την αιτιότητα ως μια επιμέρους κλίμακα τού τρόπου με τον οποίον ο άνθρωπος βλέπει την ύλη».

Άσγκερ Γιόρν, Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιάς μεθοδολογίας τών τεχνών (εκδ. Νησίδες)

«Μόνο μέσα στην κοινωνική κατάσταση, ο υποκειμενισμός και ο αντικειμενισμός, ο ιδεαλισμός και ο υλισμός, η ενεργητικότητα και η παθητικότητα χάνουν τον αντιθετικό τους χαρακτήρα και συνεπώς παύουν να υπάρχουν σαν αντιθέσεις` η λύση τών θεωρητικών αντιθέσεων δεν είναι δυνατή παρά μόνο μ' ένα πρακτικό τρόπο, μόνο με την πρακτική ενέργεια τού ανθρώπου».

Κάρλ Μαρξ, Χειρόγραφα 1844.


Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη ;


Το βιβλίο αυτό τού Ζιλ Ντωβέ κυκλοφόρησε το Μάιο τού 2002 από την εκδοτική ομάδα «Κόκκινο νήμα» σε εξαιρετική μετάφραση. Στον πρόλογο οι εκδότες επισημαίνουν πως «πέρα από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές τών κομμουνιστών τούς δυο τελευταίους αιώνες, σχεδόν όλα τα επιμέρους ζητήματα που θίγει ο συγγραφέας αποτελούν θέμα συζήτησης και εκ νέου πραγμάτευσης μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, αφού μιλάμε για ένα ζωντανό κίνημα που αναδημιουργείται από την ίδια την αντιφατική πορεία τής καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης». Το σχόλιό μου λοιπόν είναι η συνεισφορά μου σ' αυτή τη συζήτηση - μια συνεισφορά όμως που θα τολμήσει να βάλει σε συζήτηση, πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, και κάποιες από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές τών κομμουνιστών.

*

Στα αναμφισβήτητα «υπέρ» αυτού τού βιβλίου είναι, πρώτον, οτι επιχειρεί (εστιάζοντας έστω και μόνο στην αιτιοκρατική-ντετερμινιστική πλευρά της) να επανενεργοποιήσει τη σκέψη τού Μαρξ` έτσι μάς καλεί να τη θυμηθούμε και ν' αναμετρηθούμε γι' άλλη μια φορά μαζί της. Δεύτερον, η έμφαση που θέλει να δώσει στον κομμουνισμό σαν ένα υπαρκτό ήδη από σήμερα κίνημα, σύμφωνα με τη ρήση τού Μαρξ: «Εμείς ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την τωρινή κατάσταση. Οι όροι αυτής τής κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που υπάρχουν σήμερα» (Η Γερμανική ιδεολογία) [1].

Έχοντας ζήσει την παρακμή που ακολούθησε το «Μάη τού '68», την ατέρμονη όσο και ανούσια πολιτικολογία και τη διάσπαση εκείνου τού κινήματος σ' ένα σωρό ετικέτες και πόζες χωρίς σοβαρό περιεχόμενο, ο Ντωβέ επιχειρεί - απολύτως δικιολογημένα ώς εδώ - να εστιάσει στο περιεχόμενο τού κομμουνισμού: «Η οργανωτική μορφή τής κομμουνιστικής επανάστασης, όπως κάθε άλλου κοινωνικού κινήματος, εξαρτάται από το περιεχόμενό της» (σελ. 48, η υπογράμμιση τού Ντωβέ). «Ο Μαρξ εστιάζει στο περιεχόμενο τού κινήματος. Ο Λένιν και η υπεραριστερά εστίασαν στις μορφές του» (σελ. 81, η υπογράμμιση τού Ντ.).

Ταυτόχρονα όμως απορρίπτει σαν «υποκειμενιστικό» το στοχασμό πάνω στις όποιες οργανωτικές, θεσμικές, πολιτικές κ.ά. μορφές τού κομμουνισμού, καθώς πιστεύει πως αυτές θα προκύψουν αναγκαστικά κι αναπόφευκτα, «αυθόρμητα», από το περιεχόμενό του, που με τη σειρά του προκύπτει από τις αντιφάσεις τής ίδιας τής καπιταλιστικής ανάπτυξης: «Η καπιταλιστική κοινωνία από μόνη της γεννάει ένα κομμουνιστικό κόμμα, που δεν είναι τίποτε άλλο από την οργάνωση τού αντικειμενικού κινήματος» (σελ. 65, η υπογράμμιση τού Ντ.). «Το κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι απολίτικο, είναι ενάντια στην πολιτική» (σελ. 49, η υπογράμμιση τού Ντ.).

Ο Ντωβέ δεν θεωρεί πως η απόπειρά του, να εστιάσει αποκλειστικά στο περιεχόμενο τού κομμουνισμού, προέκυψε μέσα από κάποιες παροδικές ιστορικές συνθήκες, δηλαδή από την παρακμή τού κινήματος τού '68 και την «υποκειμενιστική» παρεκτροπή που την ακολούθησε. Δεν βλέπει πως η έμφαση στον «αντικειμενισμό» και η κάθετη ρήξη με τον «υποκειμενισμό» εξυπηρετούσε μια πρόσκαιρη αντίθεση με ημερομηνία λήξης` και οτι, εάν αναχθεί σε απόλυτη αλήθεια και σε απόλυτη αντίθεση, επανεισάγει και συντηρεί αλώβητη την αδιέξοδη αντίθεση αντικειμενισμού-υποκειμενισμού. Αντίθετα, υποστηρίζει οτι αποκλειστικά και μόνο μ' αυτό τον «αντικειμενιστικό» τρόπο μπορεί να συλληφθεί έγκυρα ο κομμουνισμός γενικά, τόσο ως υπαρκτό κίνημα όσο και ως μέλλον.

Βέβαια και ο Μαρξ έδωσε έμφαση στο «περιεχόμενο». Για παράδειγμα, σ' ένα από τα πιο πολιτικά κείμενά του, μιλώντας για την κοινωνική επανάσταση τού 19ου αιώνα έλεγε πολύ χαρακτηριστικά πως «παλιότερα η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο` σήμερα το περιεχόμενο ξεπερνά την φράση» (Η 18η Μπρυμαίρ τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη). Προς το τέλος τής ζωής του, με αφορμή το συνέδριο τού γερμανικού Εργατικού κόμματος στην Γκότα, έγραφε στον Μπράκε: «Κάθε βήμα τού πραγματικού κινήματος είναι πιο σπουδαίο από μια δωδεκάδα προγράμματα» (Κριτική τού προγράμματος τής Γκότα, 1875). Αλλά και πέρα από αυτό, σε γενικές γραμμές θεωρούσε πως σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία «οι νομικές σχέσεις και οι μορφές τού Κράτους δεν μπορούν να εξηγηθούν από αυτές τις ίδιες, ούτε από την υποτιθέμενη γενική εξέλιξη τού ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ριζώνουν μάλλον μέσα στις υλικές συνθήκες τής ζωής (?)` και γι' αυτό πρέπει ν' αναζητήσουμε στην πολιτική οικονομία την ανατομία τής κοινωνίας τών πολιτών (Πρόλογος στην Κριτική τής πολιτικής οικονομίας). Θεωρούσε επίσης πως ακόμα και οι παραγωγικές σχέσεις, παρ' όλο που στο «σύνολό τους σχηματίζουν την οικονομική δομή τής κοινωνίας, το πραγματικό θεμέλιο πάνω στο οποίο υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα, στο οποίο αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές τής κοινωνικής συνείδησης» (στο ίδιο), καθορίζονται κι αυτές από ένα άλλου είδους «περιεχόμενο»: «Αυτές οι σχέσεις παραγωγής αντιστοιχούν σ' ένα δεδομένο βαθμό ανάπτυξης τών υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων» (στο ίδιο).

Αλλά ο Μαρξ δεν οδηγήθηκε ποτέ σε μια υποτίμηση τού ζητήματος τών μορφών, ούτε σε μια καθολική εναντίωση στην πολιτική. O υπότιτλος τής Νέας Εφημερίδας τού Ρήνου, που διεύθυνε το ταραγμένο 1848, ήταν «όργανο τής δημοκρατίας» και για δεκαετίες πρόβαλε το αίτημα μιάς πανευρωπαϊκής δημοκρατικής εξωτερικής πολιτικής, θεωρώντας την τσαρική Ρωσία σαν το μεγαλύτερο εχθρό για τη επανάσταση στην Ευρώπη [2]. Μίλησε για κομμουνιστικό κόμμα και έγραψε το «μανιφέστο» του, στο οποίο επέστρεφε διαρκώς έως το τέλος τής ζωής του. Η θεωρητική αντιπαράθεσή του με τον Προυντών στρεφόταν εναντίον τής «απολίτικης» ή «αντιπολιτικής» θεωρίας τού Γάλλου σοσιαλιστή. Πάνω στην ίδια βάση, στο πιο πρακτικό πλαίσιο τής Α΄ Διεθνούς πολέμησε με οξύτητα τούς προυντωνιστές επειδή υποτιμούσαν πλήρως την πολιτική διάσταση τού προλεταριακού αγώνα και, όπως στο Μανιφέστο τού κομμουνιστικού κόμματος το 1847-48, έτσι και στην Ιδρυτική διακήρυξη τής Α΄ Διεθνούς του 1864 θεωρούσε αναγκαία την «κατάληψη τής πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο». Αλλά ακόμα και όταν η εμπειρία τής Παρισινής Κομμούνας τον έσπρωξε σε πιο «αντικρατικές» πολιτικές θέσεις, κάνοντάς τον να υποστηρίξει την «καταστροφή τής σημερινής μηχανής τού αστικού Κράτους», και τότε ακόμα δεν δίστασε να χαρακτηρίσει την Κομμούνα σαν την «πολιτική μορφή, που επιτέλους βρέθηκε, τής δικτατορίας τού προλεταριάτου» (Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, 1872, η υπογράμμιση τού Μαρξ). Σ' αυτή μάλιστα την ανάλυσή του τής Κομμούνας με μεγάλη επιμέλεια φρόντισε να εντοπίσει και να προβάλλει τις οργανωτικές μορφές της, ακόμα και παραχαράσσοντας υπέρ τού συγκεντρωτισμού την αληθινή φύση τών μορφών οργάνωσης τής Κομμούνας.

Πέρ' από αυτή την απόκλισή του από τον Μαρξ, εστιάζοντας αποκλειστικά στο περιεχόμενο τού κομμουνισμού, ο Ντωβέ ορίζει τον κομμουνισμό σαν το κοινωνικό κίνημα που αρνείται πλήρως την «αξία»(όρο με τον οποίον, ακολουθώντας τον Μαρξ, εννοεί την «ανταλλακτική αξία»). Την ίδια όμως στιγμή συνταυτίζει πλήρως την «αξία» με την ανταλλαγή. Το περιεχόμενο τού κομμουνισμού, τόσο σαν πραγματικό κίνημα όσο και σαν μελλοντική κοινωνία, το εντοπίζει σε πρακτικές άρνησης τής ανταλλαγής: «Ο σκοπός δε θα είναι να καταλάβουμε τα εργοστάσια για να παραμείνουμε εκεί ως διαχειριστές τους, αλλά να βγούμε από αυτά, να τα συνδέσουμε μεταξύ τους χωρίς ανταλλαγή, πράγμα που τα καταστρέφει ως επιχειρήσεις» (σελ. 45, η υπογράμμιση δική μου). «Σε αυτές τις συγκρούσεις οι άνθρωποι αυθόρμητα προσπαθούν να οικειοποιηθούν αγαθά χωρίς να υπακούουν στη λογική τής ανταλλαγής. Αντιμετωπίζουν δηλαδή αυτά τα αγαθά ως αξίες χρήσεις» (σελ. 51, η υπογράμμιση δική μου).

Έτσι, πέρα από το γεγονός οτι η «άρνηση τής ανταλλαγής» είναι κάτι το πολύ συζητήσιμο - και ο Ντωβέ δεν το συζητάει εδώ όσο θα έπρεπε [3] --, είναι επίσης πολύ συζητήσιμη και η πλήρης συνταύτιση «ανταλλακτικής αξίας» και «ανταλλαγής» γενικά, από την οποία ο Ντωβέ συνάγει πως ο κομμουνισμός αρνείται γενικά την ανταλλαγή.

Ο Μαρξ, πολύ πιο ρεαλιστής, δεν δεχόταν μια τέτοια μονοκόμματη συνταύτιση «αξίας» και ανταλλαγής. Αντίθετα, διέκρινε το «ανώτερο στάδιο» τού κομμουνισμού -- όπου θα ισχύει το σύνθημα «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» --, από μια «πρώτη φάση τής κομμουνιστικής κοινωνίας», η οποία «μόλις αναδύεται από την καπιταλιστική κοινωνία [και γι' αυτό,] από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική, διανοητική, εξακολουθεί να φέρει τα στίγματα τής παλιάς τάξης από την οποία γεννήθηκε» (Κριτική τού προγράμματος τής Γκότα, οι υπογραμμίσεις δικές μου). Στο ίδιο κείμενο μάλιστα ο Μαρξ υποστήριζε οτι, κατ' αυτή την πρώτη φάση τής κομμουνιστικής κοινωνίας, ο εργαζόμενος «παίρνει από την κοινωνία ένα μπόνους το οποίο πιστοποιεί οτι παρείχε το τάδε ποσό εργασίας (αφού αφαιρεθεί η εργασία που πραγματοποιείται για τούς κοινούς πόρους) και, με αυτό το μπόνους, παίρνει από τα κοινωνικά αποθέματα ακριβώς τόσα αντικείμενα κατανάλωσης όσα τού κόστισε η εργασία του». Και συνέχιζε: «Προφανώς εδώ ισχύει η ίδια αρχή που βασιλεύει στην ανταλλαγή τών εμπορευμάτων, εφόσον πρόκειται για ανταλλαγή ισοδυνάμων. Όμως το βάθος και η μορφή αλλάζουν, επειδή έχουν αλλάξει οι συνθήκες: κανείς δεν θα μπορεί να προσφέρει κάτι άλλο από την εργασία του και άλλωστε τίποτα δεν μπορεί να γίνει ιδιοκτησία τών ατόμων, εκτός από τα προσωπικά μέσα κατανάλωσης» (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Συνεπώς, αντίθετα από τον Ντωβέ, για τον Μαρξ η ύπαρξη ανταλλαγής γενικά δεν συνταυτίζεται αναγκαστικά με την ύπαρξη καπιταλισμού και εμπορευματικής ανταλλακτικής αξίας, έστω κι αν για κάποιο χρονικό διάστημα η αναδυόμενη κομμουνιστική κοινωνία υιοθετεί αναγκαστικά την «ίδια αρχή» που ισχύει στην ανταλλαγή τών εμπορευμάτων. Ούτε ακόμα και η ύπαρξη ενός «μπόνους»-ανταλλακτικού ισοδύναμου συνταυτίζεται, κατ' αυτόν, με το καπιταλιστικό χρήμα. Γι' αυτό και τη δέχεται για την «πρώτη φάση» τής μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Η ανταλλαγή, ακόμα και η μορφή-«μπόνους», αλλάζουν σε μορφή και σε βάθος όταν αλλάζουν οι συνθήκες και εγκαθιδύεται η κοινοκτησία τών μέσων παραγωγής - μια σκέψη που απορέει πολύ λογικά απο το γεγονός οτι, για τον Μαρξ, η «αξία» θεμελιώνεται στο «χωρισμό τών παραγωγών από τα μέσα παραγωγής» και όχι στην ανταλλαγή γενικά. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ δεν σκέφτεται τη σχέση περιεχομένου-μορφής τόσο μονοκόμματα όσο ο Ντωβέ, και δεν διστάζει να ονομάσει «κομμουνιστική» μια κοινωνία όπου η ανταλλαγή συνεχίζεται μεν αλλά στη βάση πλέον αυτής τής κοινοκτησίας.

Είναι λοιπόν πολύ συζητήσιμη η εμμονή τού μαρξιστή Ντωβέ αποκλειστικά στο περιεχόμενο τού κομμουνισμού, εφόσον μάλιστα τον κάνει να τού διαφεύγουν οι πρακτικές μορφές οι οποίες ενοποιούν και προσανατολίζουν όλες αυτές τις πρακτικές "άρνησης τής ανταλλαγής", τις οποίες θεωρεί ως «περιεχόμενα» τού κομμουνισμού.

Αυτή η τοποθέτησή του έρχεται άλλωστε άμεσα σε αντίφαση με τον πολύ σημαντικό ρόλο που αποδίδει στη θεωρία, θεωρώντας την περίπου σαν την αποκλειστική «μορφή» ενοποίησης τών κομμουνιστικών πρακτικών. Λέει για παράδειγμα: «Οποιαδήποτε μόνιμη ομάδα επαναστατών εργατών πρέπει να προσπαθήσει να βρει μια θεωρητική βάση για τη δράση της. Η θεωρητική αποσαφήνιση είναι συστατικό στοιχείο και απαραίτητη προϋπόθεση τής πρακτικής ενοποίησης" (σελ.67, οι υπογραμμίσεις τού Ντ.). Και ακόμα: θεωρητική συνοχή είναι μόνιμος στόχος τών επαναστατών, εφόσον πάντοτε επισπεύδει τον πρακτικό συντονισμό τών επαναστατικών προσπαθειών" (σελ. 83, οι υπογραμμίσεις τού Ντ.).

Εδώ μπαίνει λοιπόν εύλογα ένα κρίσιμο ερώτημα, που ο Ντωβέ αφήνει αναπάντητο. Η θεωρία, δηλαδή μια ορισμένη μορφή συνείδησης, είναι μορφή ή περιεχόμενο; Είναι εποικοδόμημα ή βάση; Αν, σαν "μόνιμος στόχος τών κομουνιστών", ανήκει στη βάση-περιεχόμενο, τότε γιατί θα ήταν εποικοδομήματα κάποιες άλλες πρακτικές μορφές συνείδησης (όπως είναι λ.χ. το ιστορικό κόμμα ή η δημοκρατία), για τις οποίες θεωρεί πως θα προκύψουν "αυθόρμητα" και είναι άνευ νοήματος ν' ασχοληθούμε από τώρα; Αν πάλι η θεωρία είναι μορφή-εποικοδόμημα, οπότε θα αναδυθεί "αυθόρμητα" όπως και τα υπόλοιπα εποικοδομήματα όταν αναπτυχθούν οι κατάλληλες υποδομές, τότε γιατί τής αποδίδει τον παραπάνω καίριο ρόλο, τον οποίον αποδεικνύει άλλωστε και η συστηματική ενασχόλησή του με αυτήν;

Θα εξετάσω αργότερα με ποιόν τρόπο ο Ντωβέ επιχειρεί να κλείσει αυτή την αντίφασή του αποδίδοντας, όπως και ο Μαρξ, στη θεωρία του μια ιδιαίτερη, "αντικειμενική" ποιότητα - δηλαδή επιχειρώντας να την παρουσιάσει σαν ένα σύνολο σκέψεων που υποτίθεται πως δεν έχουν τίποτε το "υποκειμενικό". Προς το παρόν, ας σημειώσω πως η παραπάνω αντίφαση προέρχεται από ένα γενικότερο πρόβλημα που διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο του. Πηγάζει πράγματι από το γεγονός οτι σκέφτεται τη μορφή μάλλον ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τού κομμουνισμού ως παρόν και ως μέλλον. Έτσι όμως η κριτική που κάνει στην ιστορική "υπεραριστερά", επειδή θεωρεί οτι αυτή έδωσε έμφαση στη μορφή παραμελώντας το περιεχόμενο, προέρχεται τελικά από το ίδιο σφάλμα που τής καταλογίζει, δηλαδή οτι σκεφτόταν τη μορφή (συμβούλια) ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τού κομμουνισμού. Σ' αυτό το πλαίσιο σκέψης, το πρόβλημα τών σχέσεων μεταξύ "μορφής-εποικοδομήματος" και "βάσης-περιεχομένου" παραμένει απροσπέλαστο.

Κατά τη γνώμη μου, σ' αυτή την εσωτερική του αδυναμία βρίσκεται και το κύριο ενδιαφέρον αυτού τού βιβλίου καθώς, παρά τις προθέσεις τού συγγραφέα του, αποτελεί μια πολύ καλή συνοπτική έκθεση μάλλον, παρά επίλυση, μιάς διαρκούς εσωτερικής αδυναμίας τού κομμουνιστικού κινήματος συνολικά, όπως αυτό εκφράστηκε στην ιστορία τών δύο τελευταίων αιώνων και κυρίως κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Η αδυναμία αυτή να συλληφθεί με μια ενιαία κίνηση η «μορφή» και το «περιεχόμενο» τού κομμουνισμού, έχει ήδη εκφραστεί μέσ' από τη δυσκολία τού ίδιου τού Μαρξ να συμβιβάσει πειστικά τη σύλληψη τής ιστορίας ως «πάλης τών τάξεων» από τη μια και ως «ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων» από την άλλη, και τη δυσκολία τών επιγόνων του συνολικά να βρούνε το «κόκκινο νήμα» που συνδέει την «αντικειμενική» με την «υποκειμενική» πλευρά τόσο τής αλλοτρίωσης όσο και τού αγώνα εναντίον της.

Εξαιτίας αυτής τής αδυναμίας - που έχει να κάνει και με μια «λειτουργιστική» αντίληψη τής μορφής από τον Μαρξ --, οι διάφορες εκφράσεις τού κομμουνιστικού κινήματος παλινδρομούσαν αέναα, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις προσωπικότητες, μεταξύ «υποκειμενισμού-βολονταρισμού» και «αντικειμενισμού-ντετερμινισμού», μέσα σ' ένα φαύλο κύκλο χωρίς καμμιά διέξοδο. Και οπωσδήποτε σήμερα που, έπειτα από την εμπειρία τής δεκαετίας τού '60, γνωρίζουμε οτι δεν μπορούμε ν' αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς ν' αλλάξουμε τον εαυτό μας και αντίστροφα, γίνεται όλο και πιο σαφές οτι η αδυναμία αυτή τού ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος βρίσκεται στη ρίζα τής «έκλειψής» του` και οτι δεν μπορούμε να περιμένουμε μια «επανεμφάνισή» του όσο δεν καταφέρνει να την απαντήσει.

Πρέπει αμέσως να υπογραμμίσω πως δεν θεωρώ τις αντιφάσεις ενός βιβλίου, ενός συγγραφέα, ενός ανθρώπου, σαν κάτι το αρνητικό ή μειωτικό. Δεν υπάρχει άνθρωπος ούτε βεβαίως θεωρία (ακόμα κι αν είναι πιο συλλογικά διαμορφωμένη) χωρίς, όχι μόνο ελλείψεις και αδύναμίες, αλλά και αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις όμως είναι ένα δυναμικό και το πλουσιότερο κομμάτι κάθε ανθρώπου, διότι μέσ' από αυτές -- και επειδή ουσιαστικά εκφράζουν τις αντιφάσεις καθενός από εμάς στον αγώνα μας για την ελευθερία και στις αντικειμενικές κι υποκειμενικές δυσκολίες που συναντάμε εδώ --, εκφράζεται ένας προσωπικός ή πιο συλλογικός αγώνας που αφορά όλους μας. Κι έτσι οι άνθρωποι και οι θεωρίες γίνονται συζητήσιμοι όπως όλοι μας, δηλαδή πραγματικά ενδιαφέροντες για το σύνολο.

Μ' αυτή την έννοια, το σχόλιό μου πάνω στο βιβλίο τού Ντωβέ αποτελεί και μια πρόσκληση να διαβαστεί και να συζητηθεί. Διότι η κεντρική αντίφασή του, η αντίφαση ανάμεσα στην αναζήτηση τής ελευθερίας και τις ντετερμινιστικές θεωρήσεις του, είναι μια αντίφαση που μάς διαπερνά λίγο-πολύ όλους.

*

Η δική μου ανάγνωση θα προσπαθήσει να φέρει στην επιφάνεια τα λογικά και πρακτικά αδιέξοδα και τούς φαύλους κύκλους, στους οποίους οδηγείται ο αγώνας για μια πιο ελεύθερη και δίκαια κοινωνία όταν θέλουμε να τον στηρίξουμε αποκλειστικά στις βεβαιότητες τού «αντικειμενισμού» και τού υλιστικού ντετερμινισμού - μιάς απο τις βασικές θεωρητικές παραδοχές τών κομμουνιστών.

Ακόμα, η ανάγνωσή μου θα προσπαθήσει να φέρει στην επιφάνεια το ακόμα πιο ενοχλητικό αλλά επίκαιρο και ζωτικού ενδιαφέροντος γεγονός οτι, ο σκληρός πυρήνας τού αντικειμενισμού και τού υλιστικού ντετερμινισμού αποτελεί μια βασική συνιστώσα τής σημερινής κυρίαρχης ιδεολογίας τής «ανάπτυξης» και τού «εκσυγχρονισμού». Διότι πράγματι, ο άνθρωπος που φαντάζεται και θέλει ο υλιστικός ντετερμινισμός, ο άνθρωπος που στηρίζει την ευημερία και την επίλυση τών κοινωνικών προβλημάτων στην «επαρκή ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων», την «επαρκή αποθήκευση παρελθοντικής εργασίας» και την «ικανοποίηση τών αναγκών», ο άνθρωπος που μετέχει στην ιστορία υπακούοντας σε απρόσωπες «παραγωγικές δυνάμεις» και «ανεξάρτητα από αυτό που θέλει και σκέφτεται», είναι ο άνθρωπος που φαντάστηκαν και θέλουν οι άρχοντες αυτού εδώ τού κόσμου, δηλαδή ο σύγχρονος σκλάβος, και όχι ο φορέας ενός καινούργιου, καλύτερου κόσμου.

Τέλος, σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, η δική μου ανάγνωση τού βιβλίου τού Ντωβέ θα προσπαθήσει να δείξει πως οι υλιστικές ντετερμινιστικές απόψεις αγνοούν, παραγνωρίζουν ή υποτιμούν το ζήτημα τής δημόσιας διαμάχης, δηλαδή τού τρόπου επίλυσης τών διαφορών, τών διαφωνιών και τών συγκρούσεων μεταξύ τών ανθρώπων, που το θεωρώ καίριο και αποφασιστικής σημασίας.

Για να προλάβω όμως τις αναμενόμενες εδώ παρεξηγήσεις, σπεύδω να πω οτι δεν θ' αντιπαραθέσω στον «αντικειμενισμό» και τον υλιστικό ντετερμινισμό το ρομαντικό μύθο τού «αδέσμευτου ατόμου» και τής «ριζοσπαστικής υποκειμενικότητάς» του, ούτε κάποια εξίσου ρομαντική ιδεολογία «αντί-ανάπτυξης» και «αντί-εκσυγχρονισμού». Η δική μου θεώρηση τών πραγμάτων τοποθετείται σε εντελώς άλλες βάσεις και από τον «αντικειμενιστικό ντετερμινισμό» και από τον «υποκειμενιστικό βολονταρισμό».

Πριν προχωρήσω, πρέπει να σημειώσω οτι για τις ανάγκες αυτού εδώ τού σχολίου θ' αναφερθώ συχνά, όπως και ο Ντωβέ, στον ίδιο τον Μαρξ. Ίσως αυτό φανεί λιγάκι κουραστικό, όμως είναι απαραίτητο μιάς και ο Ντωβέ υποστηρίζει πως η απόπειρά του είναι μια εκ νέου ανακάλυψη τού Μαρξ, στον οποίον προσπαθεί να στηρίξει όλες τις δικές του απόψεις. Έτσι είναι απαραίτητο να δείξω σε ποιό βαθμό ο Ντωβέ πράγματι στηρίζεται στον Μαρξ, σε ποιό βαθμό ξεφεύγει από αυτόν, και σε ποιό βαθμό η δική του αντίφαση είναι και αντίφαση τού μεγάλου «δασκάλου» του.


"Ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται"

Μια πρώτη γενική τοποθέτηση λοιπόν. Οι αντιφάσεις και τ' αδιέξοδα τής θεωρίας τού Ντωβέ, που θα επισημάνω στη συνέχεια, οφείλονται στο γεγονός οτι υιοθετεί ασυζητητί τον κλασικό μαρξιστικό ντετερμινισμό [4] και «αντικειμενισμό», ενώ τη ίδια στιγμή, επειδή γνώρισε το κίνημα τού '68, δεν μπορεί να παρακάμψει πλήρως το ζήτημα τής ανθρώπινης υποκειμενικότητας, το οποίο παρέκαμπτε σταθερά ο κλασικός ιστορικός κομμουνισμός (με φωτεινές αλλά μοναχικές εξαιρέσεις κάποιες προσωπικότητες όπως αυτές τού Βίλχελμ Ράιχ και τού Otto Ruhle[5]).

Έτσι, ενώ μιλάει για αγώνες και αναγνωρίζει π.χ. το ενδιαφέρον τού εγχειρήματος τών καταστασιακών - που σε μια άκρως σταλινική εποχή τής κομμουνιστικής Αριστεράς θέλησαν, περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένα, να ξαναθυμήσουν το ζήτημα τής συνείδησης και τής προσωπικής ευθύνης --, ο Ντωβέ θεωρεί τον κομμουνισμό σαν κάτι το ιστορικά απολύτως αναγκαίο και αναπόφευκτο, που υπάρχει κι έρχεται ανεξάρτητα από τη σκέψη, τη θέληση και την απόφαση τών ανθρώπων!

Λέει για παράδειγμα: «Ο μηχανισμός τής κομμουνιστικής επανάστασης είναι προϊόν τών αγώνων. Η ανάπτυξη αυτών τών αγώνων φέρνει τα πράγματα σε ένα σημείο όπου η κοινωνία αναγκάζει όλα τα άτομα, στα οποία δεν αφήνει καμμιά άλλη προοπτική, να εγκαθιδρύσουν νέες κοινωνικές σχέσεις. Εάν σήμερα ένας αριθμός κοινωνικών αγώνων δείχνει να μην οδηγεί πουθενά, αυτό συμβαίνει επειδή η μόνη πιθανή τους συνέχιση θα ήταν ο κομμουνισμός, ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν σε αυτούς» (σελ. 45-46, οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Δεν είναι τυχαία εδώ η χρήση τής λέξης «μηχανισμός». Για τούς ντετερμινιστές, η ιστορία είναι κατά βάθος πάντοτε ένας μηχανισμός. Αν όμως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται όσοι συμμετέχουν στους αγώνες, τότε τι νόημα έχει η ανάγκη θεωρητικής αποσαφήνισης και διατύπωσης μιάς θεωρίας; Αυτή η ανάγκη δεν δείχνει, αντίθετα, πως ο κομμουνισμός εξαρτάται (και) από το τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες;

Επιπλέον, αυτό το «ανεξάρτητα τού τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες» ισχύει άραγε ή όχι και για τις σκέψεις που διατυπώνει ο ίδιος ο Ντωβέ και οι ντετερμινιστές γενικότερα; Διότι αν δεν ισχύει, τότε αναρωτιέται κανείς πώς η θεωρία του ξεφεύγει από αυτό το γενικό κανόνα τής εξέλιξης «ανεξάρτητα από τις σκέψεις». Αν πάλι ισχύει, τότε ο «αντικειμενισμός» τής θεωρίας του είναι πάρα πολύ σχετικός.

Τέλος, η υπόθεση πως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται «ανεξάρτητα από τι τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες», τι πρακτικό νόημα έχει; Αν πάρουμε υπ' όψη μας οτι σκέφτομαι σημαίνει επίσης συζητώ, και οτι ποτέ δεν διαμορφώνεται σκέψη χωρίς συζήτηση [6], τότε αυτή η υπόθεση φαίνεται να σημαίνει πως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται ανεξαρτήτως τού τι συζητούν αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες! Αλλά τότε, πέρα από το σκανδαλώδες αυτής τής υπόθεσης, προς τι π.χ. η συγγραφή, η έκδοση και η συζήτηση βιβλίων όπως αυτό τού Ντωβέ ή οποιοδήποτε άλλου;

Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως η ανθρωπότητα εξελίσσεται ανεξάρτητα από το τι σκέφτονται οι άνθρωποι, γεγονός είναι πως οι υλιστές ντετερμινιστές (όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε) όχι μόνο σκέφτονται αλλά θεωρούν και σημαντικό για το κίνημα να ακουστούν οι σκέψεις τους! Αφιερώνουν και χρόνο και χρήμα στη συγγραφή και την έκδοση τών σκέψεών τους (και πολύ καλά κάνουν), και μάλιστα καλούν τούς ανθρώπους να τις συζητήσουν. Ωστόσο, αφήνουν στο σκοτάδι και το γιατί θεωρούν τις δικές τους σκέψεις σημαντικές για το κίνημα και το πώς οι ίδιοι έφτασαν σ' αυτές τις υποτιθέμενα «αντικειμενικές» σκέψεις. Μέσ' από τη συμμετοχή στους αγώνες; Αλλά, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, αυτή δεν αρκεί μιάς και τα πράγματα εξελίσσονται ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται όσοι μετέχουν στους αγώνες. Μήπως μεσ' από τη συμμετοχή στους αγώνες και τη μελέτη και συζήτηση; Μα τότε, η μελέτη και η συζήτηση, δηλαδή η σκέψη, είναι εξίσου καθοριστικές με τη συμμετοχή στους αγώνες για την εξέλιξη τής κοινωνίας.

Μήπως τελικά ο υλιστικός ντετερμινισμός, με την εμμονή του στην ανακάλυψη τών «αντικειμενικών νόμων» που υποτίθεται οτι καθορίζουν τις κοινωνικές εξελίξεις ανεξαρτήτως τού τι σκέφτονται όσοι συμμετέχουν σε αυτές, εκφράζει μια απόπειρα αποφυγής ή, χειρότερα ακόμα, προεξόφλησης τών συζητήσεων; Μήπως αυτό που τελικά φαντάζεται σαν δράση τών κομμουνιστών είναι ουσιαστικά αυτή τής «αποκάλυψης» αυτών τών αντικειμενικών νόμων και μια δασκαλίστικη κατήχηση στην «αλήθεια» τους;

 

Το κείμενο αυτό είναι το εισαγωγικό και το πρώτο κεφάλαιο τών "Σχολίων",
που ένας σκοτεινός νους συνέγραψε το Νοέμβριο τού 2002.
Ακολουθούν άλλα σαράντα κύματα, συγγνώμη: κεφάλαια, όπου συζητείται διεξοδικά
η μεγάλη αστοχία τού Ντωβέ στην κριτική που επιχειρεί στην ιστορική "υπεραριστερά",
τα αδιέξοδα τής ημιεκσυγχρονισμένης άποψής του για το "προλεταριάτο"
και γενικότερα οι φαύλοι κύκλοι
τού υλιστικού ντετερμινισμού τόσο τού Ντωβέ όσο και τού Μαρξ.

Όποιος επιθυμεί να διαβάσει ολόκληρο το γραπτό αυτό σε μορφή Word,
δεν έχει παρά να το ζητήσει στέλνοντας ένα απλό e-mail
στον τρισάθλιο συγγραφέα του,
γνωστό και ως "ένα
[φτου κακά] ακόμα επικριτή τής κομμουνιστικής θεωρίας
και
[φτου κακά νο 2]υπέρμαχο τής δημοκρατίας ",

Γιάννη -όλα τα φτου κακά-. Ιωαννίδη

 

Υποσημειώσεις.

1. Θ' ακολουθήσω εδώ τον Ντωβέ στην επιθυμία του να επανακαθορίσει τον όρο «κομμουνισμός», έστω κι αν αυτός ο όρος καθεαυτός δεν με ικανοποιεί καθόλου. Το βιβλίο του επεκτείνεται σε πολλά θέματα, οπότε αυτό εδώ το σχόλιό μου δεν το εξαντλεί. Προσπάθησα να επικεντρωθώ στο κυρίως σκεπτικό τού Ντωβέ, στην οπτική γωνία από τη οποία βλέπει τα πράγματα σε τούτο το βιβλίο του.
2. Βλ. Καρλ Κορς, «Η στάση τού Μαρξ στην ευρωπαϊκή επανάσταση τού 1848», στο βιβλίο Γιατί είμαι μαρξιστής, εκδόσεις Ύψιλον (1979).
3. Οι λετριστές και οι καταστασιακοί λ.χ., που υποστήριζαν κάτι ανάλογο, είχαν προσπαθήσει να διακρίνουν πιο συγκεκριμένα αυτή την «άρνηση τής ανταλλαγής» θεωρώντας την ως κατά κάποιον τρόπο αναζωογόννηση, σ' ένα ανώτερο πλαίσιο, τού «potlach". Έστω κι αν έκαναν λάθος νομίζοντας οτι το «πότλατς» ήταν «άρνηση τής ανταλλαγής», ωστόσο έδωσαν μια σαφέστερη εικόνα τής προοπτικής τους εδώ - πράγμα που, αντίθετα απο την ασάφεια του Ντωβέ, βοηθάει την έρευνα, τη συζήτηση και κυρίως τη συγκεκριμενοποίηση.
4. Αιτιοκρατία (determinisme): Γενικά, η θεωρία κατά την οποία ο,τιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο γίνεται κατ' απόλυτη ανάγκη και στη βάση τής αιτιώδους συνάφειας. Ειδικά, η θεωρία που υποστηρίζει οτι η βούληση και η συνείδηση τού ανθρώπου δεν είναι ελεύθερη αλλά καθορίζεται απο εσωτερικά ή εξωτερικά αίτια, που ανήκουν σε άλλη τάξη από τη βούληση ή τη συνείδηση. Αιτιοκρατικοί θεωρούνται οι αρχαίοι «ατομικοί» φιλόσοφοι (Λεύκιππος), ορισμένοι χριστιανοί όπως ο Αυγουστίνος και ο Καλβίνος, ο Σπινόζα, οι Χομπς, Χιούμ, Λόκ, κ.α.
5. Ο Όττο Ρύλε (1874-1943) αγωνίστηκε στις τάξεις τής γερμανικής «υπεραριστεράς». Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδαγωγική και την ψυχανάλυση. Ενδεικτικά βιβλία του: Σοσιαλιστικό σχολικό πρόγραμμα (1921), Μονογραφία πάνω στην κατάσταση τού παιδιού προλετάριου (1922), Το βασικό ζήτημα τής εκπαίδευσης (1921), Εικονογραφημένη πολιτισμική και ηθική ιστορία τού προλεταριάτου (1927).
6. Αν παρατηρήσουμε ακόμα και τις πιο ενδόμυχες σκέψεις μας, θα δούμε οτι θεμελιώνονται διαρκώς σ' ένα διάλογο` κι ακόμα, πως η πλευρά τού άλλου «συζητητή» είναι ένα αξεδιάλυτο σύνολο ιδεών, γνωμών, απόψεων, εικόνων, φράσεων άλλων ανθρώπων. Οι διαμορφωμένες σκέψεις και πολύ περισσότερο οι θεωρίες (όπως αυτή τού Ντωβέ λ.χ., ή η δική μου), είναι σαφώς προϊόντα διαλόγου - έστω και διαλόγου με ... μακαρίτες διανοητές!