In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

Περί Πολέμου (Ι)

 

 


Ακόμα ένας πόλεμος, λίγο πιο μακρυά από τη γειτονιά μας αυτή τη φορά, ενώ βέβαια διάφορες τοπικές συρράξεις ή αψιμαχίες συνεχίζονται εδώ κι εκεί στην επιφάνεια τής γης. Αυτός εδώ, στο όνομα τής Δημοκρατίας και τής Ασφάλειας. Πολλά τα ονόματα τού θεού Άρη παναθεμά τον! Και βέβαια πολλές οι απόψεις για τα αίτιά του. Κατ' άλλους, «για τα πετρέλαια». Βέβαια οι ΗΠΑ παίρνουν πετρέλαιο κυρίως από Βενεζουέλα και Βόρεια θάλασσα, οπότε: «για να χτυπηθεί η Ε.Ε., που παίρνει πετρέλαιο κυρίως από τον Κόλπο». Βάσιμη υποψία, αν σκεφτούμε τι επακολούθησε την αμφισβήτηση τής συνθήκης τού Μπρέτον-Γουντς από τη Γερμανία, το 1970, κι ενώ έπεφτε, από τα μέσα κι από τα έξω, το αμερικάνικο μέτωπο στο Βιετνάμ. Μόλις οι πεισματάρηδες και πανέξυπνοι Γερμανοί, με τη βοήθεια τών ευρωδολλαρίων, συνήλθαν από την ήττα τού Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, αποφάσισαν οτι την ισοτιμία δολλαρίου-μάρκου δεν θα την ώριζε πλέον μόνο του το δολλάριο σαν αποκλειστικός εγγυητής, με βάση το Μπρέτον-Γούντς, τής σχέσης χρήματος-χρυσού, αμέσως ξέσπασε ένας τοπικός πόλεμος και μια «πετρελαιική κρίση» υποχρεώνοντας την Ευρώπη να περάσει το δυσκολότερο χειμώνα στη σύγχρονη ιστορία της.

Δύο χρόνια αργότερα, στη συνθήκη τής Τζαμάικα, το χρήμα αποδεσμεύεται πλέον από την πανάρχαια υποχρέωσή του να αντιστοιχεί σε κάποιο απόθεμα χρυσού! Αληθινή επανάσταση! Διότι από ' δω και πέρα, εγγυητής τής νομισματικής ισοτιμίας θα είναι πλέον, ανοικτά, όποιος έχει τη Δύναμη χωρίς να έχει καμμιά υποχρέωση να την αποδείξει «ορθολογικά», προσκομίζοντας τις ανάλογες ράβδους χρυσού «επί τη εμφανίσει». Οι μάσκες έπεσαν και μπροστά στον κίνδυνο ν' ακουστεί οτι «ο Βασιλιάς είναι γυμνός», ο Βασιλιάς τριπλασιάζει τη φρουρά του κι αλλάζει την πολιτική του: κατά περίπτωση αλλά πάντως στις περισσότερες περιοχές, αίρει την προστασία που προσέφερε σε τοπικές δικτατορίες και στηρίζει δημοκρατικά καθεστώτα. Σ' ένα κόσμο που βαδίζει στην κόψη τού ξυραφιού, ο Βασιλιάς δεν θα μπορούσε να περπατάει (ή έστω να φαντάζεται οτι περπατάει) πια σε ροδοπέταλα.

Μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια καταρρέει σαν χάρτινος πύργος το «αντίπαλο δέος». Στον αγώνα δρόμου τών εξοπλισμών, ο υπερβολικά γραφειοκράτης Ρώσος Αντιβασιλέας, λαβωμένος κι απ' το δικό του Βιετνάμ στο Αφγανιστάν, δεν καταφέρνει πια να στηρίξει τούς δορυφόρους του, μερικοί από τούς οποίους (όπως η Πολωνία) είναι κιόλας υπερχρεωμένοι στο Βασιλιά και δεν έχουν ολότελα ξεχάσει τις δημοκρατικές κι αντιγραφειοκρατικές τους παραδόσεις. Το «Τείχος» στη γερμανική συμβολική πόλη-σύνορο, που για δεκαετίες παρεμπόδιζε επιμελώς την ανάπτυξη τού ειδυλλίου μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, γκρεμίζεται. Ο κόσμος γίνεται υπερβολικά πολύπλοκος για ένα Βασιλιά, που έχει μείνει μόνος του. «Είμαι εδώ!», φωνάζει και ρίχνει τούς πυραύλους του πρώτα στις πετρελαιικές πηγές κι έπειτα στο μαλακό υπογάστριο τής αναθαρρυμένης γηραιάς Ευρώπης, μεταφέροντας ταυτόχρονα τη συμβολική πόλη-σύνορο τής εξωτερικής πολιτικής του από το Βερολίνο στην Ιερουσαλήμ.

Ανέκαθεν τα νομίσματα απεικόνιζαν τη μορφή ή τα σύμβολα κάποιου Βασιλιά, μιάς (οπωσδήποτε ένοπλης αλλά όχι μόνο) Δύναμης. Το παιχνίδι τής χρηματικής, δηλαδή τής «ίσης ανταλλαγής», που ερχόταν ν' αντικαταστήσει τα όχι λιγότερο βάρβαρα «πότλατς» (εφόσον γνωρίζουμε πλέον πως εκεί εξοστρακιζόταν ή νομιμοποιούνταν κάθε είδους βία προς όποια άτομα ή οικογένειες ή φυλές αδυνατούσαν ή δεν ήθελαν ν' ανταποκριθούν σ' εκείνο το παιχνίδι «ανταλλαγής δώρων» που μόνο δωρεές δεν ήταν), χρειαζόταν κι αυτό έναν εξωλογικό εγγυητή-προστάτη. Με ποιά κριτήρια όμως θ' αναγορευόταν αυτός ο ένοπλος προστάτης τής "ίσης ανταλλαγής"; Ποιά θα ήταν η εγγύηση οτι δεν θα τον αντικαθιστούσε κάποιος άλλος, δυνατότερος, από τη μια μέρα στην άλλη βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο το ήδη στημένο παιχνίδι τής «ίσης ανταλλαγής»; Τι το ιδιαίτερο θα έπρεπε να έχει αυτή η (όποια) προστάτιδα Δύναμη ώστε να νομιμοποιείται στα μάτια όλων ή έστω τών περισσότερων «παικτών»;

Γι' άλλη μια φορά στην ιστορία τής Ανθρωπότητας, ενάντια σε κάθε ορθολογισμό και σε πείσμα κάθε «οικονομικής επιστήμης» (και μην ακούτε τις μπούρδες τών φιλοδιαφωτιστών, που φαντάζονται οτι μπορούν να στήσουνε τον κόσμο πάνω στον Ορθό Λόγο!), επιλέχθηκε το κριτήριο τού θαυμαστού. Η προστάτιδα Δύναμη τής νομισματικής ανταλλαγής έπρεπε να είναι κάτοχος τού πολύτιμου, ιδιοκτήτης τού σπάνιου. Διότι, πολύ λογικά, μόνον όποιος κατέχει το σπάνιο, το πολύτιμο, το θαυμαστό, μόνον όποιος κατέχει κάτι που δεν τρέχει στους δρόμους και που δεν μπορούν να κατέχουν όλοι, μπορεί να εγγυηθεί οτι δεν πρόκειται να τον αντικαταστήσει απ' τη μια μέρα στην άλλη κάποια άλλη Δύναμη. Εγγυητής και προστάτης τού παιχνιδιού τής «ίσης ανταλλαγής» δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι ούτε ο ίδιος ο Θεός (άλλωστε, όπως λένε, όταν κατέβηκε ανάμεσά μας ποτέ δεν έπιασε χρήματα στα χέρια του, ακόμα κι όταν τον προκαλέσαν να το κάνει!), ούτε συνεπώς κάποιος «εκπρόσωπός» του. Εδώ, η απόπειρα τών Ναϊτών Ιπποτών να στήσουν ένα οργανωμένο δίκτυο πολεμιστών-τραπεζιτών-θησαυροφυλάκων στο όνομα τού Θεού, είχε προ πολλού αποτύχει οικτρά. Εγγυητής και προστάτης τής χρηματικής ανταλλαγής έπρεπε λοιπόν να είναι ο ρεαλιστής-υλιστής κάτοχος ενός σπάνιου πράγματος: στον κόσμο τού χρήματος, το θαυμαστό πρέπει να είναι χειροπιαστό! Ένα «πολύτιμο μέταλλο»! Στους πολέμους μεταξύ τών Γάλλων και τών Άγγλων για το αν αυτό το μέταλλο θα ήταν το ασήμι (οι Γάλλοι εξακολουθούν να έχουν την ίδια λέξη, argent, για το χρήμα και το ασήμι) ή ο χρυσός, κέρδισαν όπως ξέρουμε οι δεύτεροι.

Από τότε λοιπόν, και έως τη συνθήκη τής Τζαμάικα, ο ιδιοκτήτης τού «θαυμαστού» κι εγγυητής τού παιχνιδιού τής «ίσης ανταλλαγής» θα ήταν εκείνη η Δύναμη που θα κατείχε τον χρυσό, δηλαδή η (οπωσδήποτε ένοπλη αλλά όχι μόνο) Δύναμη που θα ήταν σε θέση να προσκομίσει το ανάλογο χρυσάφι «επι τη εμφανίσει». Μέσω τής αποικιοκρατίας, η ιδέα εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος τού πλανήτη ώσπου οι αποικιοκρατούμενοι ξυπνήσανε κι ήρθε η κατάρρευση τής Μεγάλης Αποικιοκρατικής Βρεταννίας. Ποιός θα γινόταν τώρα Βασιλιάς; Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τών επίδοξων μνηστήρων τού περιπόθητου θρόνου δεν έβγαλε κανένα σίγουρο νικητή. Αντίθετα, έμπλεξε περισσότερο τα πράγματα με την εμφάνιση ενός Ταβάριτς μεταξύ τών δυτικών Μνηστήρων. Το 1929 πολύς κοσμάκης βούτηξε στο κενό από τους 20ούς ορόφους κι ακόμα περισσότερος λύσσαξε στην πείνα. «Σκοτώνουν τ' άλογα όταν γεράσουν». Τα άλογα πράγματι, εφόσον με τη γενικευμένη χρηματική ανταλλαγή ο άνθρωπος ταυτίζεται με τη δουλειά και η δουλειά τού ανθρώπου αποτιμάται πλέον με βάση την πανάρχαια μηχανική δουλειά τού αλόγου (ή τού γαϊδάρου) στο μαγγανοπήγαδο: «Πόσες φορές γύρισες τον τροχό Μιχαλάκη; Πενήντα; Εύγε! Πάρε πενήντα φράγκα και άντε στην ευχή τού Αόρατου Χεριού!».

Εκεί στο Μεσοπόλεμο τού «Καμπαρέ», για πρώτη φορά έπειτα από μερικούς αιώνες αμφισβητείται όχι τόσο το ίδιο το παιχνίδι τής «ίσης ανταλλαγής» όσο το στήσιμό του πάνω στο χρυσό. Σαν αντίμετρο ψηφίζεται ο «νόμος τής αναγκαστικής κυκλοφορίας»: οι ελεύθεροι πολίτες, με τα τόσα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να «μεταλαμβάνουν» τού Πολύτιμου Μετάλλου, δηλαδή να ζητούν το χρυσό που αναλογεί στα νομίσματά τους «επι τη εμφανίσει»! Οι προστάτιδες Δυνάμεις δεν αντέχουνε πια τις υποχρεώσεις τους κι ανοίγουν πρώτες διάπλατα την πόρτα στο «έτσι θέλω» και στην απώλεια κάθε μέτρου. Παρ' όλα αυτά, ή ίσως ακριβώς για όλα αυτά, το πρόβλημα δεν λύνεται. Μόλις δυό δεκαετίες μετά τη λήξη τού Πρώτου, ένας Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος Μνηστήρων τού Θρόνου προσπαθεί να βάλει μια τάξη στο παιχνίδι. Στο Μπρέτον-Γουντς ανακηρύσσεται φυσιολογικά Βασιλιάς ο λιγότερο λαβωμένος Μνηστήρας, που στο μεταξύ είχε φροντίσει να μαζέψει στο Φορτ Νοξ όλο σχεδόν το χρυσάφι τού κόσμου. Οι ΗΠΑ μετράνε το χρυσάφι τους και ορίζουν μια σχέση μεταξύ τού δολλαρίου και τού χρυσού - όσο για τούς υπόλοιπους, αυτοί υποχρεώνονται να προσδιορίσουν την αξία τού νομίσματός τους σε σχέση με το δολλάριο.

Ωραία, αλλά έχουμε μια Ευρώπη, μια Ιαπωνία και μερικές ακόμα περιοχές τού κόσμου κατεστραμμένες. Πώς θα εγγυηθούν στο εσωτερικό τους τη συνέχιση τού παιχνιδιού τής «ίσης ανταλλαγής»; «Δει δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι»! Συνεπαρμένος από τη νίκη του, ο νέος Βασιλιάς κόβει ευρωδολλάρια ασυλλόγιστα. Αντιστοιχούν στα αποθέματά του σε χρυσό; «Όχι, αλλά κόβε τώρα και βλέπουμε». Το πιστωτικό χρήμα, γιατί αυτό ήτανε τα ευρωδολλάρια, ήταν ανέκαθεν μια βασική παράμετρος τού παιχνιδιού τής «ίσης ανταλλαγής». «Πιστωτικό» σημαίνει: δεν αντιστοιχεί επακριβώς σε κανένα απόθεμα χρυσού και σε καμμιά άμεση πραγματική ανταλλαγή, αλλά ελπίζει στη μελλοντική αποκατάσταση αυτής τής ισορροπίας εμπιστευόμενο («πίστη») τον δανειολήπτη. Το πιστωτικό χρήμα είναι χρήμα «φαντασιακό». Εφ' όσον υπάρχει πράγματι πίστη-εμπιστοσύνη στον κόσμο, τα πράγματα κυλούν περισσότερο ή λιγότερο κανονικά. Αλλά τι πίστη, τι εμπιστοσύνη να υπάρχει σ' ένα κόσμο στηριγμένο στο αυτοαναφορικό Άτομο και τη λυκοφιλία τών «κοινωνικών συμβολαίων»; Πολύ περισσότερο, τι πίστη-εμπιστοσύνη να υπάρχει μεταξύ μνηστήρων τού ζηλευτού επίγειου Θρόνου; Σε τέτοιες συνθήκες, το φαντασιακό τείνει αδυσώπητα να μετατρέπεται σε σκέτο «θεαματικό»: η ελπίδα τής μελλοντικής αποκατάστασης χάνει τις όποιες ρίζες της στη γη τών πραγματικών ανταλλαγών. Το πιστωτικό χρήμα διογκώνεται όλο και περισσότερο σε βάρος τού πραγματικού.

Μάχες πολλές είχανε γίνει και στο παρελθόν για να μην υπάρξει πλήρης ανισσοροπία στη σχετική ισοδυναμία νομίσματος-χρυσού (δηλαδή πραγματικού-θαυμαστού/πολύτιμου/σπάνιου) από το κόψιμο πιστωτικού χρήματος. Μέσ' από αυτές τις μάχες άλλωστε γεννήθηκε και πραγματοποιήθηκε η ιδέα τής μίας Κεντρικής Τράπεζας για κάθε χώρα («Τράπεζα Ελλάδος» π.χ.), που ρόλος της ήταν ακριβώς να επιβλέπει αυτή τη δυναμική ισορροπία μεταξύ «πραγματικού» και πιστωτικού («φαντασιακού») χρήματος, έχοντας τ' αποθέματα χρυσού σαν μέτρο. Μόνο που τώρα, έπειτα από τις καταστροφές δύο Παγκόσμιων Πολέμων και τούς τριγμούς στο ίδιο το παιχνίδι τής «ίσης ανταλλαγής» που προκαλούσαν λογιών λογιών ανταρσίες, εξεγέρσεις κι επαναστάσεις, μια τέτοια επίβλεψη γίνεται εκ τών πραγμάτων αδύνατη. Αποθέματα χρυσού ανάλογα με το χρήμα που κυκλοφορεί δεν υπάρχουν, όπως φάνηκε από το 1929, και επιπλέον οι Ευρωπαίοι δανειολήπτες δεν είναι τόσο βλάκες ώστε να πραγματώνουν εσαεί το φαντασιακό τού δολλαρίου! Στα τέλη τής δεκαετίας τού 1950 αρχίζουν να στήνουν την ιδέα μιάς «ενωμένης Ευρώπης» ενώ οι αναταράξεις τής επόμενης δεκαετίας - όπου μάλιστα κάποιοι είχανε ψιλομυριστεί, συγκεχυμένα έστω, ότι το όλο παιχνίδι δεν στηριζόταν πλέον πουθενά, σε καμμιά πραγματική ανταλλαγή, και οτι κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του ήτανε σκέτο «θέαμα» ή κάτι τέτοιο - τούς πείθουν να σπεύσουν. Ο Βασιλιάς, αναπαυμένος πίσω απ' τον Ατλαντικό ωκεανό, δεν είχε ιδέα για τα δράματα που παίζονταν στην ευρωπαϊκή επαρχία του. Κι αν κάποια ανάλογα δράματα έζησε κι αυτός μέσ' στο παλάτι του γύρω εκεί στα 1968, ωστόσο σε άλλη ιστορία πατούσαν τα δικά τους και σε άλλη τών ευρωπαίων.

Εδώ, στη γηραιά Ήπειρο, για να μην ξαναγίνει τού 1929, χρειάστηκε να αναγνωριστεί η εργατική τάξη, να μπούνε δηλαδή στο Κοινοβούλιο οι «εκπρόσωποί» της, τα Κ.Κ. και τα δικά τους συνδικάτα. Εκεί, στις ΗΠΑ, ζήτημα τέτοιο δεν προέκυψε ουσιαστικά ποτέ (κι αν πήγε να προκύψει, γινόταν σβέλτα τού Σικάγο ή αναλάμβανε η Μαφία). Εδώ, ένα μεγάλο κομμάτι για την κρίση τού 1968 οφειλόταν στο οτι, έπειτα από την Ουγγαρία τού 1956 και μερικά ακόμα περιστατικά «προδοσιών» (στα καθ' ημάς: Μπελογιάννης, ένα εντελώς απονενοημένο «δεύτερο αντάρτικο», η Γιάλτα φυσικά, κ.λπ.), αυτούς τούς αναγνωρισμένους «εκπροσώπους» δεν τούς αναγνώριζε πλέον ο κοσμάκης. Εκεί, ζήτημα τέτοιο δεν προέκυψε ουσιαστικά ποτέ (κι αν πήγε να προκύψει, το έλυσε σβέλτα ο κος Μακάθρι). Άλλωστε, εκεί, πέρα από τον Ατλαντικό, τα αγκομαχητά τού γραφειοκράτη Αντιβασιλέα έφταναν κάπως αλλαγμένα προς το ρυθμό τής κουβανέζικης σάμπας. Η Ευρώπη έπρεπε να πάρει τις τύχες της στα χέρια της. ΄Ετσι η Γερμανία, όπως είπαμε, στήλωσε τα πόδια κι άλλαξε μόνη της την ισοτιμία δολλαρίου-μάρκου` έτσι περάσαμε στην «πετρελαιική κρίση» τής εποχής` έτσι φτάσαμε στη Τζαμάικα και από εκεί, μιάς κι οι δανειολήπτες αποδείχονταν αφερέγγυοι κι απείθαρχοι, και μιάς και το πιστωτικό χρήμα γινόταν όλο και πιο «άυλο», στη «Μαύρη Δευτέρα» τού 1989.

Εκατομμύρια «άυλοι τίτλοι» οδηγήθηκαν τότε στην αναμενόμενη μοίρα τους, τουτέστιν «εξατμίστηκαν» αυτοστιγμεί σε μια προσπάθεια τού «Αόρατου Χεριού» να κλείσει την ψαλλίδα ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό χρήμα. Μα ήταν κιόλας πολύ αργά για ένα κόσμο που γινότανε όλο και πιο πολύπλοκος. Στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, από το σύνολο τών τρισεκατομμυρίων δολλαρίων που κυκλοφορούσαν καθημερινά στον πλανήτη, μόνο ένα 5 με 7% αντιστοιχούσε πια σε πραγματικές ανταλλαγές. Το υπόλοιπο ήταν «φαντασιακό», «άυλο» χρήμα. Ο Αντιβασιλιάς γκρεμίζεται εν μία νυκτί, διαψεύδοντας τον Τρότσκι και τον Καστοριάδη, ο Βασιλιάς πατάει πόδι γερό στον Κόλπο, και μια παλιά ιδεολογία με την προσθήκη «νέο-» ξαναβγαίνει στην αγορά: ο φιλελευθερισμός. Μ' αυτό τον αναπαλαιωμένο μανδύα, ο Βασιλιάς και οι περί αυτόν «μαγικοί ράφτες» επιχειρούν να ξαναφέρουν σε μια ισορροπία την πραγματικότητα τών «ίσων ανταλλαγών» με τη φαντασία τους έχοντας όμως καταργήσει πλέον σαν «μέτρο» τού σπάνιου το χρυσό.

Δύο μέτρα επιβάλλονται de facto σε τούτη την παλιοκατάσταση. Να σταματήσει η χρηματοδότηση «μη πραγματικών» επενδύσεων κι ανταλλαγών. Και να βρεθεί ένα καινούργιο «σπάνιο» ή «πολύτιμο» ή «θαυμαστό» υλικό, που η κατοχή του θα εγγυάται τον (όποιο) Βασιλιά ξαναφέρνοντας ένα «μέτρο» σ' ένα παιχνίδι που, έπειτα από τη Τζαμάικα, έχει χάσει κάθε μέτρο. Το πρώτο από τα δύο αυτά μέτρα υπαγορεύει την κατάργηση τού κράτους-Πρόνοια. Μόνο που αυτό σημαίνει την καταστροφή όλων τών ενδιάμεσων θεσμών μεταξύ Κράτους και Κοινωνίας, που είχαν αποσοβήσει μια ολική κατάρρευση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Είν' εύκολη μια τέτοια καταστροφή; Και το παράδειγμα τού γραφειοκράτη Αντιβασιλιά, που είχε ακριβώς καταργήσει όλους τούς ενδιάμεσους θεσμούς στην επικράτειά του κι έπεσε έτσι σαν τραπουλόχαρτο, δεν διδάσκει πόσο παρακινδυνευμένο είναι ένα τέτοιο εγχείρημα;

Το δεύτερο από αυτά τα μέτρα έχει ώς τώρα εντοπιστεί σε τρεις τομείς, που διεκδικούν το νέο «θαυμαστό». Τις «νέες τεχνολογίες», το πετρέλαιο και τα «χειρουργικά» όπλα. Θα είναι ίσως κάποιο από αυτά ο νέος χρυσός, το νέο «μέτρο» τού παιχνιδιού; Θα είναι ίσως και τα τρία μαζί; Προς το παρόν αυτό φαίνεται να είναι το πιθανότερο. Αυτό τουλάχιστον θέλει να βροντοφωνάξει εδώ και δέκα χρόνια ο κουρασμένος Βασιλιάς στον Κόλπο, στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν και πάλι στον Κόλπο.

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι πια τόσο απλά! Ποτέ δεν ήταν άλλωστε τόσο απλά! Δεν μπορεί κανείς να παίζει ούτε με την «ίση ανταλλαγή» ούτε με το «θαυμαστό». Το γιατί, θα προσπαθήσουμε, πρώτα ο Θεός, να το ερευνήσουμε στο επόμενο Transistor. Ώς τότε μείνετε συντονισμένοι στο σταθμό μας.

 

μέρος 2ο >>