In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

Περί Πολέμου (ΙI)

 

Παρά τα προβλήματα στο ιδεολογικό επίπεδο,στο στρατιωτικό επίπεδο η έκβαση αυτού τού πολέμου στον Κόλπο τών Πετρελαίων είναι δεδομένη. Ο Βασιλιάς θα νικήσει. Το ερώτημα είναι, τι γίνεται μετά. Αυτό το «μετά» θα προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε εδώ, με τον κάπως ιδιότυπο τρόπο που αρμόζει σ' ένα δρα Νταντά, υποστηρίζοντας οτι το «μετά» συνδέεται με την έκβαση μιάς δημόσιας διαμάχης γύρω από το σύνθημα «no blood for oil»: η μια πλευρά θα πρέπει να πείσει οτι το εννοεί, ενώ η άλλη πλευρά θα πρέπει να πείσει οτι δεν πειράζει να χυθεί και λίγο blood προς χάριν ενός υπέρτερου κοινού αγαθού. Μέρος δεύτερον, πάμε λοιπόν!

«Μην επιζητείς λοιπόν το ιδικόν σου συμφέρον, δια να το εύρης. Διότι εκείνος που επιζητεί το ιδικόν του, δεν θα το εύρη (...) Τού ιδικού μας συμφέροντος η εξασφάλισις ευρίσκεται εις την εξασφάλισιν τού συμφέροντος τού πλησίον, και τούτου εις την τού ιδικού μας. Αν κάποιος είχε καταχώσει θησαυρόν εις την οικίαν τού πλησίον του και δεν θελήση να υπάγει εκεί να τον αναζητήσει, ποτέ δεν θα τον λάβει εις την κατοχήν του. Αυτό γίνεται και εδώ. Εκείνος που δεν θα θελήσει εις την ωφέλειαν τού πλησίον να επιζητήση το συμφέρον του, καμμία εξ αυτού ωφέλειαν και αμοιβήν τών κόπων του δεν θα έχει. Τον τρόπον τούτον καθώρισεν ο Θεός δια να είμεθα μεταξύ μας συνδεδεμένοι. Καθώς ένας πατέρας, δια να εξαναγκάση το παιδί του, που αρνείται να ακολουθήσει τον αδελφόν του, να πράξη τούτο, δίδει εις εκείνον ό,τι τούτο επιθυμεί δια να το κάμη να καταδιώκη αυτόν ίνα λάβη το επιθυμητόν, αυτό κάνει και ο Θεός. Δίδει εις άλλους αυτό που εις ημάς είναι συμφέρον, δια να είμεθα όλοι μεταξύ μας ηνωμένοι και, τρόπον τινά, να τρέχωμεν ο ένας κατόπιν τού άλλου».

Αυτά έγραφε πριν κάμποσους αιώνες ένας Ιωάννης, που τον είπαν και χρυσόστομο, μιλώντας για την «οδό τής σωτηρίας». Στο μεταξύ, τα πράγματα οικονομήθηκαν έτσι που το θαυμαστό πετρέλαιο τών χριστιανών τής Δύσης να βρίσκεται καταχωμένο στους κήπους τών μωαμεθανών τής Μέσης Ανατολής, και η τεχνολογία που θαυμάζουν οι δεύτεροι να βρίσκεται στους κήπους τών πρώτων.

Παράξενα τα παιχνίδια τού θαυμαστού. Έτσι, ο ορθολογιστής δυτικός Βασιλιάς, προκειμένου να εξυπηρετήσει το «ιδικόν του συμφέρον» και παρερμηνεύοντας κάπως πεζά εκείνο το «να καταδιώκει αυτόν ίνα λάβη το επιθυμητόν», αποφάσισε να πάει κατευθείαν στο ψητό καταδιώκοντας στελθοειδώς τούς μικροϊδιοκτήτες τών μεσανατολικών κήπων. Να τού πούμε οτι εκείνος ο Ιωάννης δεν έλεγε "τού ιδικού μας συμφέροντος η εξασφάλισις ευρίσκεται» εις τον χειρουργικόν βομβαρδισμόν τού πλησίον; Στού κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.

Έπρεπε να το περιμένουμε; Στο προηγούμενο Transistor, ανατέμνοντας τις περιπέτειες τού νομισματικού συστήματος, καταρρίψαμε τούς ορθολογιστικούς μύθους, σύμφωνα με τούς οποίους η κοινωνία στηρίζεται στην οικονομία και η οικονομία δεν είναι παρά μια μπακαλική με ντοκτορά. Yes gentlemen, τα λογιστικά σας δεν στηρίζονται στη λογιστική αλλά στους εξωλογιστικούς Βασιλείς! Δείξαμε οτι η κοινωνία, κάθε κοινωνία, δεν στηρίζεται στην οικονομία αλλά στο Θαυμαστό, το σπάνιο, το πολύτιμο, δηλαδή σε «κάτι» που όλοι το ποθούν και ταυτόχρονα δεν τρέχει στους δρόμους, δεν είναι κοινότοπο (διότι τότε, προφανώς, δεν θα ήταν ποθητό). Non monsieur Ντεμπόρ, η οικονομία δεν υπάρχει! Δείξαμε επίσης οτι σ' αυτό το θαυμαστό «κάτι» θεμελιώνεται η κοινωνία επειδή ακριβώς ο κοινός πόθος γι' αυτό, το προσδιορίζει σαν τον «παράξενο ελκυστή» τού κοινωνικού Χάους, ο οποίος συνέχει τα άτομα σ' ένα διατεταγμένο σύνολο που μπορεί πράγματι να ονομαστεί κοινωνία. Si mon cher Βου Γιέ, ακόμα κι η άπειρη επικοινωνία δεν μπορεί να αγνοεί τούς παράξενους ελκυστές! Δείξαμε τέλος οτι, έπειτα από άγριες μάχες, η εμπορευματική κοινωνία προσδιόρισε τον θαυμαστό ελκυστή της αρχικά στον χρυσό και οτι, έπειτα από άγριες μάχες και πάλι, που αμφισβήτησαν τις θαυμαστές ιδιότητες τού χρυσού, αναζητεί σήμερα κάποιο άλλο πράγμα για να τον αντικαταστήσει. Αλληλούια.

Συνεπώς, έπρεπε να το περιμένουμε: όταν το θαυμαστό γκρεμίζεται από τούς ουρανούς και ορίζεται σαν ένα πράγμα (χρυσός, πετρέλαιο, νέες τεχνολογίες), τότε ο οποιοσδήποτε μπορεί να δηλώσει: «Εγώ είμαι το θαυμαστό!», υπονοώντας "πίσω και σάς έφαγα!". Αρκεί βέβαια να έχει και τα κατάλληλα όπλα για να το αποδείξει -- πράγμα δύσκολο αλλά εφ(ρ)ικτό.

Ιδού λοιπόν, κατά την ταπεινή μας γνώμη, η καρδιά τού προβλήματος, «πριν» και «μετά». (1) Το θαυμαστό-σπάνιο συνέχει την κοινωνία, κάθε κοινωνία. Έτσι, (2) όλη η δημόσια διαμάχη περιστρέφεται γύρω από αυτό, είτε προκειμένου να το επιβεβαιώνει, είτε προκειμένου να το αμφισβητήσει για να βάλει στη θέση του ένα άλλο θαυμαστό. Έως εδώ, καλά. Δεν έχει γίνει, δεν γίνεται, ούτε θα γίνει ποτέ αλλιώς. Όταν όμως, (3), μια κοινωνία αποδίδει την ιδιότητα τού θαυμαστού σ' ένα πράγμα, κι ακόμα περισσότερο όταν αυτό το πράγμα είναι ένα υλικό, τότε ανοίγεται μια νέα δυνατότητα: η κατοχή-ιδιοκτησία τού θαυμαστού. «Εάν μπορώ ν' αδράξω, να ζυγίσω, να μετρήσω το θαυμαστό, τότε γιατί να μην το κάνω ολοδικό μου βάζοντας τον κοσμάκη να τρέχει ξοπίσω μου;».

Είναι δυνατόν να συμβεί αλλιώς; Έχει ποτέ συμβεί αλλιώς; Διαπιστώνοντας το πρόβλημα τής ιδιοκτησίας, τής «αποστερητικής ιδιοποίησης» καλύτερα, ο Μαρξ θέλησε να καταργήσει το θαυμαστό, το σπάνιο, το πολύτιμο. Όλη του η κριτική τής «υπεραξίας» στόχευε στην εκμηδένιση τής «ανταλλακτικής αξίας» εν ονόματι τής «αξίας χρήσης». Σύμφωνα με αυτόν, κάθε πράγμα, επειδή και μόνον είναι χρήσιμο, έχει αξία - οπότε τι χρειάζεται η ανταλλακτική αξία, εκτός από το να πλουτίζουνε, λέει, τ' αφεντικά;

Συνταυτίζοντας την αξία με τη χρησιμότητα, ο δρ Μαρξ δεν κατάλαβε πως η χρησιμότητα δεν είναι αξία (εκτός για τούς πατατοφάγους τής Σχολής τού Μάντσεστερ). Nein, dr Marx! Αξία μπορεί να είναι μόνο μια κοινωνική αξία. Κοινωνική αξία μπορεί να είναι μόνο κάτι το θαυμαστό, το σπάνιο, το πολύτιμο. Και ανταλλακτική αξία δεν είναι ένα «μέγεθος» αλλά ο λόγος οποιασδήποτε πράξης προς το θαυμαστό, στο οποίο θεμελιώνεται μια κοινωνία, κάθε κοινωνία. Έτσι, δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης τής ανταλλακτικής αξίας, δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης τού θαυμαστού! Το μόνο ζήτημα που μπορεί να τεθεί, είναι αυτό τής κατάργησης ενός ορισμένου θαυμαστού -- τού θαυμαστού-χρυσός ή τού θαυμαστού-πετρέλαιο ας πούμε.

Επειδή ο δρ Μαρξ νόμισε πως θα έλυνε το πρόβλημα καταργώντας όχι έναν ορισμένο τρόπο ανταλλαγής αλλά την ανταλλαγή γενικά, όχι μια ορισμένη αξία αλλά την αξία γενικά, όχι ένα συγκεκριμένο θαυμαστό αλλά το θαυμαστό γενικά, γι' αυτό και δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν να μάς γοητεύουν σήμερα ακόμα τα αρχαιοελληνικά έργα τέχνης! Και γι' αυτό ο μαρξισμός υπήρξε βαθιά αντικαλλιτεχνικός και αντιποιητικός: ρωτήστε τον Μαγιακόφσκι, τον Μάλεβιτς, τον Μπρετόν ή τον Γιόρν, αν δεν με πιστεύετε!

Το πρόβλημα τής ιδιοκτησίας τού θαυμαστού δεν λύνεται λοιπόν με την κατάργηση τού θαυμαστού: αυτό απαντάει ο δρ Νταντά στον επιφανή Γερμανό συνάδελφό του. Μπορεί όμως να λυθεί αυτό το πρόβλημα; Έχει ποτέ δοκιμαστεί στην πράξη μια λύση;

Ένας λαός που ο ανωτέρω συνάδελφός μας αποκαλούσε «τα κανονικά παιδιά τής ιστορίας», περνώντας από τον τραγικό Μύθο όχι στον Ορθό αλλά στον τραγικό Λόγο, έφτασε κάποτε να θεμελιώσει τις πόλεις του σ' ένα θαυμαστό που το ονόμασε Δικαιοσύνη. Προσέξτε όμως τι έκανε! Δεν ώρισε τη Δικαιοσύνη σαν ένα πράγμα, σαν ένα υλικό. Την έβαλε σαν υπερβατική (και όχι «υλική») Αρχή τού Κόσμου, και την ονόμασε Νέμεσι. Αυτή τη Νέμεσις, ακριβώς επειδή ήταν υπερβατική - δηλαδή ήταν «εις τον κόσμο τούτο» αλλά όχι «εκ τού κόσμου τούτου» τού πεζού και άγριου --, κανένα άτομο και καμμιά ομάδα δεν μπορούσε να ισχυριστεί οτι την κατέχει. Κανείς δεν μπορούσε να πει «εγώ είμαι η Νέμεσις»! Το πολύ-πολύ που μπορούσε να πει, ήταν: «Η Νέμεσις μού φανερώθηκε θαυματουργικά και μού είπε να κάνουμε το και το»!

Βεβαίως, αυτόματα, «δικαίωμα» σ' αυτή τη θαυματουργική φανέρωση είχε και ο οποιοσδήποτε άλλος. Είναι ωραία η αμπάριζα. Αλλά πιο ωραία είναι τα θαύματα! Διότι, να, η θαυματουργική φανέρωσή της δεν συνιστούσε αυτόματα και δικαίωμα ιδιοκτησίας επί τής Νεμέσεως. Πόσο μάλλον που, όχι μόνον η Νέμεσις παρέμενε υπερβατική, αλλά και μπορούσε να φανερώνεται σε όποιον η ίδια ήθελε. Αχ αυτές οι γυναίκες! Έτσι, σ' εκείνο το λαό, το θαυμαστό δεν μπορούσε ν' αποτελεί αντικείμενο ιδιοκτησίας, "αποστερητικής ιδιοποίησης". Μπορούσε ν' αποτελεί μόνο ζήτημα βιωματικής μαρτυρίας. Δεν μπορούσε ν' αποδειχτεί θετικιστικά, σαν μήκος-πλάτος-βάρος-γραμμάρια-γαλόνια-βαρέλια, αλλά μόνον προσεγγιστικά. Ήγουν, με ταπεινότητα πολλή, φιλοκαλώντας μετ' ευτελείας. Γι' αυτό κι εκεί ο Νόμος είχε την ίδια ρίζα με το «νομίζω» -- και ήταν συζητήσιμος, υπό την σκέπη τής Νεμέσεως βεβαίως-βεβαίως. Και γι' αυτό, εκεί, ο τραγικός Μύθος δεν έδωσε τη θέση του στον Ορθό Λόγο αλλά στον τραγικό Λόγο: το θαυμαστό δεν το ώριζε η ένοπλη μαγκιά, ούτε το υπεραισιόδοξο cogito ergo sum, αλλά ο έλλογος τράγος εφόσον τον υιοθετούσε η υπερβατική Νέμεσις βεβαίως-βεβαίως.

Έλυσε τα προβλήματα που συζητάμε εκείνος ο λαός; Όχι ακριβώς. Γι' αυτό και στη συνέχεια τής ιστορίας του δέχτηκε μια άλλη έκδοχή τού θαυμαστού, εκείνη που το προσδιόριζε ως υπερβατική Αγάπη, άνευ τής οποίας δεν μπορεί να σταθεί η Νέμεσις. Ωστόσο, από εκείνη την προσπάθεια εκείνου τού λαού ξεπήδησε ένα φάντασμα, που ακόμα κατατρέχει - ευτυχώς! - το σύγχρονο κόσμο: η Δημοκρατία. Ιδού μια όμορφη βεβαιότητα, με πολλά δεκαδικά ασφαλώς, βεβαιότητα πάντως.

Να λοιπόν πώς φανταζόμαστε, από τη δοκτοροντανταϊκή μας πολυθρόνα, το ζητούμενο «μετά»: η δημόσια διαμάχη γύρω από το σύνθημα «no blood for oil» θα οδηγήσει σ' έναν αναπροσδιορισμό τού Θαυμαστού, τέτοιον ώστε να μην μπορεί πλέον κανείς να πει «εγώ είμαι το θαυμαστό»; Θα ξαναφέρει το Θαυμαστό στον υπερβατικό χώρο τών Θαυμάτων, που είναι άλλωστε ο φυσικός του χώρος; Ή θ' αντικαταστήσει απλώς το πετρέλαιο με κάποιο άλλο υλικό, π.χ. τη σιλικόνη, ώστε να ξαναβρεθούν τα παιδιά μας στον ίδιο χιλιοπατημένο δρόμο φωνάζοντας «no blood for silicone»;

Η δημόσια διαμάχη γύρω από το σύνθημα «no blood for oil» θα μάς οδηγήσει άραγε να καταλάβουμε οτι αυτό το σύνθημα επαναπροσδιορίζει το Θαυμαστό παράξενο ελκυστή πολύ πέραν τού γνωστού Ανθρωπισμού; Οτι, εάν θαυμαστό τής κοινωνίας μας θέλουμε να γίνει το no-blood, αυτό σημαίνει "no blood for οτιδήποτε"; Δηλαδή οτι ορίζουμε ως θαυμαστό το τέρμα τής Βίας; Οτι, τότε, θα πρέπει να τελειώνουμε οριστικά με το παραμύθι τής "καλής" και τής "κακής" βίας; Και οτι, για να το πετύχουμε αυτό, οφείλουμε να ξανασκεφτούμε την ιστορία τού Τραγικού Λόγου και να μην βαυκαλιζόμαστε πως η Δημοκρατία μπορεί να θεμελιωθεί στον Ορθό Λόγο και την αέναη «πρόοδο», που ευαγγελίστηκε ο Διαφωτισμός; Ή μήπως, δυστυχώς, αυτή η διαμάχη θα επιβεβαιώσει γι' άλλη μια φορά οτι το "no blood for oil" το εννοούμε απλώς ρητορικά και όπως μάς βολεύει κατά περίσταση;

Άγνωστον! Προς το παρόν, για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε μάλλον βέβαιοι ατενίζοντας τον Βασιλιά. Να τού φωνάξουμε αυτό που, κλείνοντάς την παρουσίασή του τού εκπληκτικού βιβλίου Μάζα και Ιστορία, τού Κώστα Παπαϊωάννου, είπε υπέροχα ο φίλος μου ο Θεόδωρος Ζιάκας: «Καλωσήλθες στο χώρο τού Τραγικού»!