In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

Dogville
ή
«Ο δρόμος για την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις»

Την περασμένη Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου, πήγα επιτέλους να δω την πολυσυζητημένη ταινία Dogville, τού Λαρς φον Τρίαρ. Ο Δανός σκηνοθέτης μού είχε προκαλέσει την προσοχή ήδη από τις ταινίες του Europa και Δαμάζοντας τα κύματα, και τα όσα άκουγα για το Dogville με είχαν προετοιμάσει για δύο ώρες brainstorming. Το ίδιο βράδυ κουβέντιασα εκτενώς το Dogville με τη Βάσω και την άλλη μέρα κάθησα κι έγραψα το δικό μου σχόλιο, που μού είχαν ζητήσει οι εκλεκτοί συνχαπιφιώτες Αλέξης και Μπάμπης.

Εάν, εκτός από το να το απολαύσει αισθητικά, θέλει κανείς να κατανοήσει ένα κινηματογραφικό έργο (? ή ένα μυθιστόρημα), θα πρέπει νομίζω να ταυτιστεί με το δημιουργό του. Να δανειστεί την οπτική γωνία τού σκηνοθέτη του. Να τον ανακαλύψει πίσω από τούς ήρωες, τούς διαλόγους, τις κινήσεις τής κάμερας και όλο το στήσιμο τού έργου.

Πολλοί σκηνοθέτες μιλούν δια μέσoυ κάποιου ή κάποιων από τούς ήρωες, ή ακόμα τούς δευτερεύοντες ρόλους, τών ταινιών τους (ή τών μυθιστορημάτων τους: "Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ", δήλωνε ως γνωστόν ο Φλωμπέρ). Έτσι, ταυτιζόμενος ο θεατής με αυτούς, οικειοποιείται και κατανοεί το συγκεκριμένο έργο. Παρασυρμένοι ίσως από αυτή την προπαίδεια αλλά κι από τον ίδιο τον Λαρς φον Τρίαρ, οι περισσότεροι θεατές τού Dogville έκαναν το ? σφάλμα να ταυτιστούν με τη γλυκερή ανόητη Γκρέις. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν σοκαριστικό γι' αυτούς!

Ο Λαρς φον Τρίαρ όμως δεν είναι κανείς απολύτως από τούς ήρωες τού Dogville. Όλοι του οι ήρωες ανεξαιρέτως χρεώνονται την ίδια γενική αποτυχία. Ο Λαρς φον Τρίαρ, η οπτική γωνία του, είναι ο αποστασιοποιημένος μα όχι ψυχρός, ο κάπως είρωνας αλλά με δόσεις κατανόησης, ο λιγάκι πικρός αλλά πιο συχνά δηκτικός και πάντοτε οξυδερκής αφηγητής τού Dogville. Κι αυτός δεν θα μπορούσε βεβαίως να ταυτιστεί με κανέναν από τούς ήρωές του -- πολύ δε λιγότερο με την Γκρέις, που άλλο δεν κάνει από το χαϊδεύει τ' αυτιά όλων, λέγοντάς τους αυτό που θέλουν ν' ακούσουν: ο φον Τρίαρ δεν θέλει να μάς χαϊδέψει τ' αυτιά (ούτε και να μάς πυροβολήσει βεβαίως)` θέλει να μάς ξεκουφάνει!

Έχοντας λοιπόν οικειοποιηθεί το βλέμμα τού αφηγητή, είδα αυτή την ταινία σαν ένα ενδιαφέρον "κόλπο" στημένο σαν σχόλιο πάνω στα σκυλιά, τους ανθρώπους, τούς διανοούμενους, τις "όμορφες ψυχές" και τούς θεούς. Από αυτή την άποψη, και ως προς τη συγκεκριμένη χρήση τού κινηματογραφικού μέσου ώστε να πιάσει το "κόλπο", η ταινία είναι ευφυέστατη. Σε ό,τι αφορά το ίδιο το σχόλιο, το θεωρώ ευφυέστατο επίσης.

Το "κόλπο".

Το Dogville είναι κατ' αρχήν ένα «κόλπο» που αποσκοπεί να ρίξει τον θεατή σε μια απύθμενη παγίδα χωρίς πλέον καμμιά διαφυγή. Το «κόλπο» αυτό, στηριγμένο σε μια αριστοτεχνική χρήση τών κινηματογραφικών συμβάσεων, βρίσκεται στην προοδευτική πρόκληση στο θεατή συναισθημάτων:

(1) αποτροπιασμού για τούς κατοίκους τής Dogville,
(2) καγχασμού σε βάρους τού διανοούμενου,
(3) συμπάθειας για τη γλυκερή ανόητη Γκρέις,
(4) δέους για τον Τιμωρό Θεό-Γκάνγκστερ, με
(5) τον αφηγητή να περνά απαρατήρητος.

Προκαλώντας έντεχνα, με τις αντίστοιχες ταυτίσεις και αποταυτίσεις, αυτά τα συναισθήματα στους θεατές του, ο φον Τρίαρ τούς προετοιμάζει για την τελική παγίδα του: την εισβολή τού έως εκείνη τη στιγμή συναισθηματικά αγνοημένου αφηγητή στο προσκήνιο τής συνείδησής τους με το ερώτημα "κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο;". Και πρόκειται για καλοστημένη παγίδα, διότι είτε "ναι" απαντήσεις είτε "όχι", την έχεις βαμμένη από χέρι! Είναι απλό: αν απαντήσεις "ναι", τότε οφείλεις να παραδεχτείς την ανάγκη σου για ένα Γκάνγκστερ επί τής γης` αν απαντήσεις "όχι", τότε οφείλεις ν' αποδείξεις οτι, αν ήσουν στη θέση τής Γκρέις, θα έδινες τα παπούτσια στο χέρι στον Γκάνγκστερ και θα υπέμενες το μαρτύριο έως τέλους. Με το "ναι", σε πιάνει δουλάκι και σύμμαχο τής ωμής εξουσίας. Με το "όχι", σε πιάνει, στην καλύτερη περίπτωση, ονειροπαρμένο.

Αλλά, όπως είπα, πρόκειται για καλοστημένη παγίδα. Τα χαρτιά, που θα σε οδηγήσουν να την πατήσεις και να πέσεις μέσα, είναι ευθύς εξ αρχής σημαδεμένα. Ο Λαρς ποντάρει στην υποκρισία τών θεατών του, δηλαδή "όλων μας". Πάνω σ' αυτήν στήνει την παγίδα του. Πού βρίσκεται αυτή η υποκρισία; Μα ακριβώς στη βιασύνη με την οποία οι θεατές:

(1) θα αποταυτιστούν από τούς κατοίκους τής Dogville και θ' αποτροπιαστούν μαζί τους, θεωρώντας πως οι ίδιοι δεν υπήρχε ποτέέέέ περίπτωση να κάνουν τέτοια άθλια πράγματα,
(2) θα καγχάσουν σε βάρος τού διανοούμενου απορρίπτοντας τον οφελιμισμό του (το όλο στήσιμο που κάνει με βάση την αρχή τής ανταπόδοσης, αδέξια καλυμμένης με ηθικιστικές ζάχαρες), τη στιγμή που είναι βέβαιο οτι με αυτή την ίδια οφελιμιστική αρχή και τις ίδιες ζάχαρες κινούνται στη ζωή τους,
(3) θα ταυτιστούν με την "όμορφη ψυχή" Γκρέις, λες και οι ίδιοι άλλο δεν σκέφτονται παρά πώς να θυσιαστούν υπηρετώντας τον πλησίον τους,
(4) θα νιώσουν δέος για τον Γκάνγκστερ, σε σημείου τελικώς να συμφωνήσουν και με τις κυνικές διδαχές του, τις οποίες υποτίθεται οτι δεν ασπάζονται ποτέέέέέέ, και
(5) παρά τις πολλές προειδοποιήσεις του, θα αγνοήσουν τον αφηγητή.

Ποντάροντας στην υποκρισία τών θεατών του, στην υποκρισία «όλων μας» -- ποντάροντας στο οτι θα θεωρήσουμε εσπευσμένα πως οι ίδιοι δεν έχουμε τίποτε κοινό με τούς "ζωώδεις" κατοίκους τής Dogville, ούτε με τον ανόητο διανοούμενο, ούτε με τον Γκάνγκστερ, και οτι κοινά έχουμε μόνο με την "όμορφη ψυχή" Γκρέις --, ο Λαρς φον Τρίαρ μάς ξεχρυσώνει αριστοτεχνικά το χαπάκι οδηγώντας μας στο τελικό ερώτημα-παγίδα που προείπα, όπου κάθε απάντηση αποβαίνει μοιραία για εμάς τούς ίδιους! Διότι, τόσο το "ναι" όσο και το "όχι", την υποκρισία τού θεατή αφήνουν πλέον μετέωρη καθότι ακάλυπτη. Heil Lars!

Το σχόλιο.

Ας δούμε τώρα γιατί μιλάω για σημαδεμένα χαρτιά. Για να καταλάβει κανείς την παγίδα του Λαρς πριν πέσει μέσα (αν και ποτέ δεν είναι αργά για να ξεφύγει κανείς....), αρκεί να θέσει στον εαυτό του ένα ερώτημα που προκύπτει ήδη από τις πρώτες-πρώτες στιγμές τής ταινίας: γιατί αυτοί οι άνθρωποι τής Dogville, όπως μάς τούς παρουσιάζει ο αφηγητής στον Πρόλογο, θα έπρεπε ν' αλλάξουν καθ' οιονδήποτε τρόπο; Ή, για να το θέσω αλλιώς: οι άνθρωποι αυτοί, έτσι όπως μάς τούς παρουσιάζει ο αφηγητής στον Πρόλογο, είναι "καλοί" ή "κακοί";

Αν θυμηθούμε τον Πρόλογο, θα δούμε οτι δεν είναι εξ αρχής ούτε το ένα ούτε το άλλο. Παρουσιάζονται με αδρές αλλά σαφείς πινελιές σαν άνθρωποι όπως «όλοι μας». Διάγουν την ύπαρξή τους μέσα σε κάποιες ισορροπίες που, είτε μάς αρέσουν είτε όχι, είναι ισορροπίες που «όλοι μας» μοιραζόμαστε και δεν προδικάζουν καμμιά συγκεκριμένη τροπή. Ο ένας είναι ένας συνταξιούχος γιατρός που περιμένει να πεθάνει, ο άλλος ένας τυφλός που κρύβεται, μια άλλη παλεύει να ζήσει την ανάπηρη κόρη της, δυό από αυτούς επωφελούνται τού εμπορικού δαιμονίου τους, μια μάνα φαντάζεται τα παιδιά της σαν τα καλύτερα τού κόσμου και υπομένει ένα γάμο μ' έναν εραστή τών μήλων, κάποιος φορτηγατζής τη βγάζει με πουτάνες και ψιλοντρέπεται γι' αυτό, κ.ο.κ.

Βεβαίως το σημάδεμα τών χαρτιών ξεκινά ήδη από το γεγονός οτι ο Πρόλογος μάς παρουσιάζει μια πολίχνη που, αντίθετα με οποιαδήποτε πολίχνη ή χωριό επί τής γης, δεν διαθέτει κανενός είδους κοινωνική ζωή. Οι άνθρωποί της ζούνε ως υπάρξεις αλλά όχι σαν υποκείμενα. Συνυπάρχουν αλλά εκτός οιουδήποτε «κοινού λόγου». Ούτε η Dogville είναι Πόλη, ούτε οι κάτοικοί της Πολίτες με τις ουσιαστικές έννοιες τών όρων δηλαδή: ελεύθερα υποκείμενα εν κοινώ λόγω. Αλλά αυτό το σημάδεμα είναι θεμιτό, μιάς και ο Λαρς φον Τρίαρ, στούς αντίποδες τού Γκρίφιθ, θέλει να καταδείξει, έστω και σε «καθαρή» μορφή, τη γέννηση τού Αμερικανικού Έθνους -- τού κατ' εξοχήν εκπροσώπου τής νεωτερικότητας! --, δηλαδή τις δυνάμεις παραγωγής υποκειμένων και Πόλεως, που έδρασαν και δρουν ακόμη εκεί.

Έτσι, ως εκπρόσωπος αυτών τών δυνάμεων από την πλευρά τής ίδιας τής πολίχνης, ο μόνος εκεί μέσα που θέλει με το στανιό να τούς τρέψει προς τα κάπου (προς το Καλό, όπως φαντάζεται), είναι ο άεργος φιλόσοφος-συγγραφέας. Προς αυτόν μάς σπρώχνει απαλά ο πονηρός φον Τρίαρ να νιώσουμε κατ' αρχήν μια ορισμένη ταύτιση, ποντάροντας στην συμπάθειά μας για την απελπισία του με τούς "αποπνικτικούς" συντοπίτες του που τον ακούνε στις ανιαρές διαλέξεις του αλλά ... δεν μασάνε. Ο ηθικιστικός λόγος του ούτε υποκείμενα μπορεί να παράγει, ούτε Πόλη. Τον αναγνωρίζουν (κι εμείς μαζί τους!) σαν ένα «δικό τους άνθρωπο καλών προθέσεων», αλλά δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Η ίδια η ζουμερή Λιζ, που αδέξια την φλερτάρει, τον περιπαίζει ... όπως κι εμείς.

Ώσπου εμφανίζεται η "όμορφη ψυχή" Γκρέις... Ο διανοούμενος θ' αρπάξει την ευκαιρία από τα μαλλιά! Ο ηθικιστικός του λόγος αποκτά το έξωθεν έρεισμα που αναζητούσε: «Να συνεργαστούμε προστατεύοντας μια κυνηγημένη». Ο επίπεδος πραγματιστικός οφελιμισμός του - «η αρχή τής ανταπόδοσης και το χρήμα στην υπηρεσία τής ηθικής» - βγαίνει επιτέλους στην επιφάνεια για να βρει στο πρόσωπο τής «επαναστατημένης» κατά τού πατρός της όμορφης γλυκερής Γκρέις τον ιδανικό σύμμαχο. Και οι δυό τους αποζητούν, ο καθένας από την πλευρά του, την αναγνώριση από εκείνους που τούς απορρίπτουν: ο διανοούμενος από την πολίχνη του (και τη ζουμερή Λιζ), η Γκρέις από τον Γκάνκστερ-πατέρα της. Και οι δύο τους αποζητούν αυτή την αναγνώριση θέλοντας ν' αποδείξουν την άλλη πλευρά οτι σφάλλει.

Απέναντι σ' αυτή τη συμμαχία μεταξύ τού οφελιμιστή (και φίλου τών Τιμών) διανοούμενου και τής «όμορφης ψυχής» Γκρέις, οι κάτοικοι τής Dogville "φιλοτιμούνται" να τραπούν προς την κατεύθυνση που τούς υποδεικνύεται. Λέω "φιλοτιμούνται" διότι αυτό λένε οι ίδιοι τόσο στη συνέλευση για το τι θα γίνει με την Γκρέις ("εντάξει", λένε προς το διανοούμενο, "ξέρουμε πως είσαι άνθρωπος καλών προθέσεων κι επειδή σε αγαπάμε θα κάνουμε αυτό που προτείνεις") όσο και όταν δέχονται το ανταποδοτικό-οφελιμιστικό δίκαιο που τούς προτείνει (η σκηνή στο μαγαζί τής Μπακώλ, όπου τελικώς δίνουν δουλειά στην Γκρέις: "θα τής δώσουμε δουλειά για να σού αποδείξουμε οτι δεν είμαστε τόσο αδιάφοροι όσο νομίζεις"). Να λοιπόν που και αυτοί κινούνται για ν' αποδείξουν στην άλλη πλευρά (το διανοούμενο) οτι σφάλλει.

Τα πάντα αρχίζουν λοιπόν να κινούνται χάρη σ' αυτά τα ανεπαίσθητα αμοιβαία bras-de-fer: "Για ν' αποδείξουμε λοιπόν ποιοί έχουν δίκιο και ποιοί άδικο"! Η βία είναι ήδη παρούσα! Λεπτή, αδιαόρατη ακόμα, αλλά σαφώς εδραιωμένη. Μαζί της, και η πρώτη πονηρή ερώτηση τού αφηγητή: ποιός από τούς θεατές τού Dogville δεν θα "φιλοτιμούνταν" παρομοίως; Ποιός θα έλεγε όχι στην επίκληση να παρασχεθεί άσυλο στην όμορφη Γκρέις; Ποιός θα είχε αντίρρηση να του ανταποδοθεί με κάποιον τρόπο αυτή η παροχή ασύλου, αφού μάλιστα υπαινίσσεται κάποιον κίνδυνο;

Η τράπουλα λοιπόν στήθηκε κι από εδώ και πέρα όλα βαίνουν φυσιολογικά προς την τελική κατάληξη, δηλαδή την παγίδα τού Λαρς προς το θεατή.

Μα είναι σημαδεμένη τράπουλα, διότι ο Λαρς φον Τρίαρ την έχει στήσει με βάση μία συγκεκριμένη ανθρωπολογική πρακτική θεωρία περί "τροπής" τού ανθρώπου από ύπαρξη σε υποκείμενο και τής ανθρώπινης συνύπαρξης σε Πόλη. Είναι εμφανές οτι μια τέτοια τροπή επιδιώκει ο διανοούμενος. Οι συχνά πικρόχολες κριτικές του αποσκοπούν στο να ξυπνήσουν το αίσθημα μιάς ορισμένης ευθύνης (υποκειμενοποίηση) στους κατοίκους τής Dogville. Και οι συχνά ηθικολόγες παραινέσεις του (περί αλληλοβοήθειας και συνδρομής τών αδυνάμων) αποσκοπούν στο να τρέψουν την συνύπαρξή τους σε Πόλη με την ουσιαστική έννοια τού όρου. Είναι εξίσου εμφανές οτι, την τροπή αυτή την επιδιώκει προπαγανδίζοντας μια πρακτική θεωρία που ανακατεύει τον πραγματιστικό οφελιμισμό με ηθικιστικές ζάχαρες. Και είναι εμφανές οτι με αυτή τη συγκεκριμένη πρακτική θεωρία συμφωνεί η "όμορφη ψυχή" Γκρέις: αυτή την πρακτική θεωρία θα συνδράμει ... σχεδόν έως τέλους.

Το στήσιμο αυτό -- και το σχόλιο τού Λαρς με βάση αυτό -- το βρίσκω, όπως είπα, ευφυές διότι η ανθρωπολογική πρακτική θεωρία που στήνει και σχολιάζει είναι ασφαλώς η κυρίαρχη σήμερα. Είναι η νεωτερική πρακτική ανθρωπολογική θεωρία περί τροπής τού ανθρώπου από ύπαρξη σε υποκείμενο και τής ανθρώπινης συνύπρξης σε Πόλη! Είναι έργο τής συμμαχίας τού οφελιμισμού με τον ιδεαλισμό τών "όμορφων ψυχών". Και, όπως το ξέρουμε πλέον, οδηγεί κατευθείαν στον Γκάνγκστερ,τον Τιμωρό Θεό, από τον οποίον υποτίθεται οτι ήθελε να ξεφύγει.

Είναι όμως και στήσιμο επειδή η συγκεκριμένη ανθρωπολογική πρακτική θεωρία δεν είναι και η μοναδική, ούτε η μόνη δρώσα στον κόσμο. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα....

*

Θα κλείσω «απαντώντας» στην άποψη οτι στο πρόσωπο τής Γκρέις ο φον Τρίαρ ασκεί καυστική κριτική στο χριστιανισμό. Η άποψη αυτή είναι σωστή - άλλωστε είναι ολοφάνερο το παιχνίδι του με τις λέξεις Dog και God --, αλλά θα πρέπει, πλάι στις οφθαλμοφανείς ομοιότητες τής Γκρέις με αυτό που θεωρούμε συνήθως σαν «χριστιανική αγάπη», να προσέξουμε τις άφθονες διαφορές τής όλης κίνησης τής Γκρέις σε σχέση με την κίνηση τού Χριστού μέσα στον κόσμο. Έτσι θα δούμε πως η καυστική κριτική τού φον Τρίαρ δεν στρέφεται εναντίον τής κατά Χριστόν αγάπης αλλά εναντίον μιάς συγκεκριμένης διαστροφής τής χριστιανικής αγάπης.

Ιδού μερικές από τις πλέον χτυπητές αυτές διαφορές. Ο Χριστός δήλωνε πως ό,τι έλεγε, τού το είχε πει ο Πατέρας του να μάς το μεταφέρει. Η Γκρέις ό,τι λέει, το λέει εναντιωνόμενη απολύτως προς τον πατέρα της. Ο Χριστός εναντιώθηκε στούς «Γραμματείς και Φαρισαίους υποκριτές» και όλους τούς «σοφούς αυτού τού κόσμου». Η Γκρέις συμμαχεί τυφλά μαζί τους. Τέλος, ο Χριστός προτρέπει συγκεκριμένα πρόσωπα να «γυρίζουν και το άλλο μάγουλο» αλλά όχι μόνο μαστιγώνει τούς εμπόρους στο Ναό μα και επιπλήττει αυστηρά τον δούλο που τον χαστουκίζει στο σπίτι τού Άννα. Απευθύνεται στον καθένα προσωπικά και ουδέποτε νανουρίζει τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες τών ανθρώπων. Η Γκρέις γυρνά αδιακρίτως προς όλους και κάθε στιγμή, δηλαδή απρόσωπα, το μάγουλό της και μονίμως τούς χαϊδεύει τις αδυναμίες λέγοντάς τους τις δικιολογίες που θέλουνε ν' ακούνε. Κι όταν ακόμα, κατά προτροπή τού διανοουμένου, αποφασίζει να τούς τα χώσει, τούς μαζεύει και τούς δίνει ? διάλεξη, κατακρίνοντάς τους τόσο μαζικά κι απρόσωπα που ο φον Τρίαρ κρίνει (πολύ σωστά!) εντελώς ανάξιο να μάς μεταφέρει τι ακριβώς τούς λέει.

Η Γκρέις εκπροσωπεί πράγματι μια διαστροφή τού μηνύματος τού Χριστού. Σε καμμιά στιγμή άλλωστε δεν κινείται από αληθινή αγάπη προς τούς ανθρώπους τής Dogville. Κι αυτό δεν φαίνεται μόνο στην εκτυφλωτική τελική "μεταστροφή" της, όπου δεν προφέρει το "Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι" αλλά αντίθετα τούς καταλογίζει, καθ' υπόδειξη τού Γκάνγκστερ-Πατρός της, πέρα ώς πέρα συνειδητό δόλο ενώ έως εκείνη τη στιγμή τούς αντιμετώπιζε σαν πέρα ώς πέρα ασυνείδητα "θύματα τών περιστάσεων"... Φαίνεται σε όλη την στάση, την κίνηση, τα λόγια και τις πράξεις της ενόσω "ήτο εν τώ κόσμω": τις αφηρημένες ανθρωπιστικές ιδέες της ήθελε ν' αποδείξει κατά τού Γκάνγκστερ-Πατρός της, και όχι να αναδείξει από τις συγκεκριμένες υπάρξεις τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Η Γκρέις δεν συμβολίζει τον Χριστό. Η Γκρέις πιθηκίζει τη χριστιανική αγάπη.

Αυτό που μάς δείχνει αριστοτεχνικά ο Λαρς φον Τρίαρ είναι οτι η συμμαχία τού οφελιμιστικού πραγματισμού με μια ορισμένη διαστροφή τής χριστιανικής αγάπης -- η συμμαχία από την οποία προέκυψε η νεωτερική Αμερική και η νεωτερικότητα γενικώς --, αντί να τρέψουν τούς ανθρώπους από υπάρξεις σε ελεύθερα υποκείμενα εν κοινώ λόγω, τούς μετατρέπει σε δαίμονες. Διότι είναι και η ίδια "δαιμονική".

Το σχόλιο τού Λαρς φον Τρίαρ είναι λοιπόν ένα μαεστρικό σχόλιο πάνω στην παγίδα όπου έχει πέσει ο νεωτερικός άνθρωπος στην προσπάθειά του ν' απαλλαγεί από τον Τιμωρό Θεό: παρά τις τιτάνια έφοδό του στον Ουρανό, όχι μόνο δεν απαλλάχτηκε από αυτό τον «Γκάνγκστερ» αλλά τον έχει τόση ανάγκη ώστε στο τέλος σ' αυτόν επιστρέφει και αυτόν δικαιώνει!

Οι κάτοικοι τού Αφγανιστάν ή τού Ιράκ δεν νομίζω να διαφωνήσουν με τον σπουδαίο αυτό Δανό. Αν και έχω μερικές αμφιβολίες για το κατά πόσον δεν λατρεύουν και αυτοί τον ίδιο Τιμωρό Θεό.

*

Αυτά τα ... ολίγα -- και όσοι δεν έχετε δει αυτή την ταινία, σπεύσατε ... αλλά με προσοχή, μην την πατήσετε!

Γιάννης Ιωαννίδης