In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

Aς μιλήσουμε για την ουσία

Ίσως σε δέκα χιλιάδες χρόνια, σ' εκατό χιλιάδες χρόνια, σ' ενα εκατομμύριο χρόνια, σ' εκατό εκατομμύρια χρόνια,... ο άνθρωπος θα γελάει, θα γελάει, τ' ακούτε, με όλα όσα σκεφτόμαστε, κάνουμε, λέμε, γράφουμε, με όλα όσα αποκαλούμε δόξα, τιμή, μεγαλείο, ηρωισμό, τέχνες, επιστήμες, κάλλος, ισχύ, μεγαλοπρέπεια, θαυμαστό. Ο άνθρωπος θα έχει λησμονήσει τον άνθρωπο.

Antoine Wiertz, Λογοτεχνικά έργα.

 

Το κείμενο αυτό ήταν αρχικά μια απάντηση στο φυλλάδιο Les Fils de M.Hyde τού Daniel Daligand, που μού έδινε την ευκαιρία να κοινωνήσω ορισμένες σημειώσεις, τίς οποίες είχα γράψει εδώ και μερικά χρόνια. Το πολεμικό μέρος εκείνης τής απάντησης, βιαστικά γραμμένο και συχνά θολό, το εγκατέλειψα εδώ βαστώντας μόνο τις σημειώσεις. Με την ευκαιρία αυτή θα δοκιμάσω να συνοψίσω την άποψή μου.

Αφετηρία τής πολεμικής μου με τον Ντανιέλ ήταν η ακόλουθη δήλωσή του: "Η επιβίωσή μας δεν έχει τίποτα το παραδειγματικό. Είναι καμωμένη απο τούς συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις, που οι απλές υλικές αναγκαιότητες κάνουν αναπόφευκτες μέσα στις σημερινές συνθήκες".

Θεώρησα πως αυτή η δήλωση (που θεωρείται εύλογη απο κύκλους τόσο διαφορετικούς όσο η αριστερά, η άκρα αριστερά ή οι προοδευτικοί χριστιανοί), αποτελεί έκφραση ενός ντετερμινισμού που αφαιρεί μια ορισμένη διάσταση τού ανθρώπινου. Αυτός ο ευλογοφανής ντετερμινισμός, που στηρίζεται σε μια κοσμοθεώρηση η οποία θέλει να θεωρείται ορθολογική, ιστορική και επιστημονική, βρίσκεται κατά την άποψή μου στο επίκεντρο τής αδυναμίας μας να ξεπεράσουμε τίς σημερινές ροπές αδρανείας που μάς βαραίνουν. Στιγματίζει την ανικανότητά μας να είμαστε σύγχρονοι με την ίδια μας την ύπαρξη και ν 'αναλάβουμε την ευθύνη τής ζωής μας, βρίσκοντας μέσα στον εαυτό μας την αλήθεια μας και τη νομιμότητα μιάς στράτευσης σε μια εποχή, η οποία είναι η μόνη που έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε.

Η ωφελιμιστική κοσμοθεώρηση υποστηρίζει συνειδητά την άποψη τής υλικής επιβίωσης. Εγκαταλείποντας κάθε αναφορά σε μια πιθανότατη ουσιώδη πρωταρχική ποιότητα τής ανθρώπινης κατάστασης (μια αναφορά που, μόνον αυτή, μάς επιτρέπει να στηρίξουμε μια κριτική τής καθημερινής επιβίωσης δικαιολογώντας ενώπιον όλων μια έστω και μειοψηφική πολιτική ανυπακοή), αυτή η κοσμοθεώρηση δίνει αυθαίρετα τα πρωτεία στις υλικές αναγκαιότητες, τις οποίες αναγορεύει στη δύναμη εκείνη που καθορίζει αναγκαστικά τη ζωντανή πραγματικότητα τής συνείδησης. ΄Ετσι υποτίθεται πως οι υλικές αναγκαιότητες δεν είναι οι δικές μας υλικές αναγκαιότητες, οι οποίες απορρέουν απο τη σχέση μας με το βιολογικό περίγυρο που μάς επέτρεψε να υπάρχουμε μέσα στη σφαίρα τής ανθρωπότητας. Και υποτίθεται πως η ικανοποίηση αυτών τών αναγκαιοτήτων δεν εξαρτάται απο την ποιότητα τής αγάπης ή τού μίσους, που καλλιεργούνται μέσα στους κόλπους τού ανθρώπινου είδους.

Κατά την ωφελιμιστική αυτή κοσμοθεώρηση οι υλικές ανάγκες υποτίθεται πως είναι καθαρές υλικές αναγκαιότητες, ανεξάρτητες απο τις κοινωνικές σχέσεις μας και ανυπότακτες σε κάθε προσπάθειά μας να διευθετήσουμε τις σχέσεις μας και να είμαστε αλληλέγγυοι. Έτσι υποτίθεται πως η δύναμη τής φαντασίας μας είναι ανίκανη να τίς μετασχηματίσει, και το μόνο που μάς απομένει είναι να πέσουμε γονατιστοί μπροστά σ' αυτό τον αμείλικτο ντετερμινισμό και να προσευχηθούμε στην Αγία Ιστορία και στην Αγία Επιστήμη.

Αυτή η έννοια τών "υλικών αναγκών", που μετέχει στη δημιουργία τού υλιστικού και ωφελιμιστικού μύθου (είτε αυτός είναι χριστιανικός ή ιουδαϊκός, φιλελεύθερος ή μαρξιστικός), μάς διαποτίζει σαν μια αξεπέραστη προκατάληψη και καθορίζει την ποιότητα τής ύπαρξής μας. Η ικανότητα να συλλάβουμε την ύπαρξή μας με κάποιο περιθώριο αυτονομίας υποτίθεται πως δεν μάς ανήκει, ως ουσία, απο τις καταβολές τού ανθρώπινου είδους αλλά αντίθετα εξαρτάται απο εντελώς ξένες δυνάμεις. Η πρωταρχική σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον και με το ίδιο το είδος μας υποτίθεται οτι δεν συνιστούν το στέρεο έδαφος, χάρη στο οποίο μπορούμε ν' αδράξουμε την ιδιατερότητά μας. Και υποτίθεται πως δεν μπορούμε ν' αδράξουμε άμεσα την ουσιώδη ποιότητα τής ύπαρξής μας.

Ο υλιστικός και ωφελιμιστικός μύθος υποστηρίζει πως η ουσιώδης ιδιαιτερότητά μας ως είδους υπάρχει μόνον ως "γίγνεσθαι"` και οτι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να την φανταζόμαστε διανοητικά με τον τρόπο τής θρησκείας, τής επιστήμης ή τής πολιτικής. ΄Ετσι οι κοινωνικές και οικονομικές προκαταλήψεις, στις οποίες εδράζεται μια ιεραρχική κοσμοθεώρηση που παράγει το άδικο τής μισθωτής συνθήκης, την ανεργία και την επιβίωση, υποτίθεται πως δεν αποτελούν έκφραση μιάς σκανδαλώδους οργάνωσης τής απουσίας αλληλεγγύης αλλά απλή αντανάκλαση τών ιστορικών συνθηκών. Και έτσι δικαιολογούνται.

Το συμπέρασμα αυτό δύσκολα μπορεί να το δεχτεί όποιος νιώθει πως τού αρνούνται, όχι τόσο την ικανοποίηση τών υλικών του αναγκών όσο την ανθρώπινη ακεραιότητά του. Διότι μ' αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί η διαύγαση τού μοναδικού ερωτήματος, που αξίξει να τεθεί : τού ερωτήματος περί τής ύπαρξης μιάς πιθανής ανοικτότητας στούς κόλπους τής ευτελούς φύσης μας. Μ' αυτό τον τρόπο αποφεύγουμε να διερωτηθούμε πάνω στη φύση αυτής τής ανοικτότητας, πάνω στη φύση τής ανθρώπινης ουσίας μας.

Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε ν' αρνηθούμε την ύπαρξη μιάς τέτοιας ανοικτότητας. Αν αυτή δεν υπήρχε, τότε δεν θα ήμασταν περικυκλωμένοι απο σημεία, που η προέλευσή τους είναι ελάχιστα φυσική και τα οποία μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτυχημένες απόπειρες τού ανθρώπου ν' αδράξει την ανοικτότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον εδώ, με τις φυσικές ανάγκες του (που δεν είναι κατ'ανάγκην υλικές αναγκαιότητες), αλλά και εκεί, με το Θεό, την επιστήμη, τούς πολιτικούς θεσμούς, κ.λπ.

Μέχρι σήμερα μάς έχει επιβληθεί η ιδέα οτι το γεγονός πως είμαστε εκεί, με το Θεό ή με την επιστήμη, αποτελεί απλώς μιάν απάντηση στο γεγονός οτι είμαστε εδώ, με το στομάχι μας. Αλλά τότε γιατί ο άνθρωπος έχει τεντωθεί μέχρις εκεί, ενώ όλος ο υπόλοιπος κόσμος μέσα στο βασίλειο τού ζώντος μοιάζει να έχει βρει εδώ την απάντηση στα ερωτήματα που τίθενται εδώ;

Λίγοι άνθρωποι μοιάζουν να διερωτώνται πάνω σ' αυτή τη δυνατότητά μας να τεντωνόμαστε μέχρις εκεί. ΄Ολοι μοιάζουν ν' αρκούνται στο άνοιγμα τών σημείων που έχουν την απατηλή εμφάνιση μιάς κονσέρβας, ενός κουτιού μπύρας. ΄Ηθη πρωτόζωων! Παρ' όλα αυτά το μυστικό τής ουσίας μας βρίσκεται στο γεγονός οτι οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, είτε αναλαμβάνουν την ευθύνη του είτε όχι, δεν ζουν μόνον εδώ αλλά και εκεί.

Η ουσία μας είναι εκεί, στην ανοικτότητα.

Πέρα από την έννοια τών "υλικών αναγκών" και ανεξάρτητα απο τίς αντικειμενικές συνθήκες μιάς δεδομένης εποχής, υπάρχει μιά ανοικτότητα, την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως οντολογική και η οποία μάς επιτρέπει να θεωρήσουμε ως εφικτή την υπέρβαση τής απλής κατάστασής μας ως θηλαστικών. Αυτή η κατάσταση μέσα στην ανοικτότητα θεμελιώνει την ετερότητα τού ανθρώπινου είδους, και αυτήν οφείλουμε να αναλάβουμε συνειδητά και να υπερασπιστούμε εναντίον τών ισχυρισμών τού ντετερμινισμού, τού ορθολογισμού, τού ωφελιμισμού, τού υλισμού ή τού επιστημονισμού.

Σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο είδος, μόνον η ικανοποίηση τών φυσικών του αναγκών παρέμεινε εν μέρει δέσμια τού φυσικού πεδίου, συνεπώς φύσει καθορισμένη. Εν μέρει και μόνο διότι, αν και οι φυσικές ανάγκες παραμένουν ουσιαστικά φυσικές ανάγκες, φύσει καθορισμένες ανάγκες, η ικανοποίησή τους διαθλάται απο το κοινωνικό πρίσμα, όποια κι αν είναι η ποιότητά του. ΄Ολα τα υπόλοιπα, οι μεταξύ μας σχέσεις, οι σχέσεις μας με τον κόσμο, οι παραγωγές μας, οι τυποποιήσεις μας, οι θεσμοί μας, οι πεποιθήσεις μας, κ.λπ., ανήκουν στο πεδίο τής κουλτούρας και συνεπώς μπορούν να μετασχηματίζονται. ΄Εξω απο την κουλτούρα, δηλαδή το τεχνητό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε το ανθρώπινο ούτε το απάνθρωπο: κανένας κοινωνικός ντετερμινισμός, κανένας συμβιβασμός, καμμιά απάρνηση δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, ούτε καν στο όνομα τών υλικών ψεύδο-αναγκαιοτήτων. Διότι τότε θα ήταν προτιμότερο να ήμασταν ζώα παρά άνθρωποι ριγμένοι στη μισθωτή εργασία ή την ανεργία.

Αν αφαιρέσουμε τo οτι μάς διαπαιδαγωγούν ώστε να γινόμαστε "πολυμήχανοι" μέσα στην κοινωνική σχέση, το μοναδικό κομμάτι μας που με υπερβάλλοντα ζήλο θέλησε να καλλιεργήσει η κουλτούρα, είναι ακριβώς εκείνο που δεν μπορεί να καλλιεργηθεί: το κομμάτι μας που αφορά αποκλειστικά στη φυσικά καθορισμένη ουσία μας, η φυσική μας διάσταση. ΄Ετσι η κουλτούρα πέτυχε να δημιουργήσει μια τεχνητά ζωώδη κατάσταση. ΄Ολα τα υπόλοιπα, όλα όσα ανήκουν κυρίως στο πεδίο τής κουλτούρας -- η κοινωνική οργάνωση, η αναζήτηση τής πνευματικότητας, η διευθέτηση τής ανοικτότητας, κ.ο.κ. --, τα αφησε στην τύχη τους.

Δυσκολευόμαστε να λύσουμε την κατάσταση αδυναμίας, στην οποία έχει περιπέσει η ανθρωπότητα (και η οποία απορέει απο το γεγονός οτι για πάρα πολύ καιρό αμελούσαμε την ανθρώπινη ακεραιότητά μας), επειδή έχουμε απομονώσει την ικανοποίηση τών φυσικών αναγκών μας απο τις κοινωνικές και πνευματικές ανάγκες μας, δίνοντας προτεραιότητα στις πρώτες. Παγιδευτήκαμε στην αντικειμενική γνώση σε βάρος κάθε εξερεύνησης τού κοινωνικού και πνευματικού πεδίου, κι έτσι ερημώσαμε την καρδιά μας και τη φύση αποδεχόμενοι τον παραλυτικό ντετερμινισμό του ωφελιμισμού. Εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα παρέμεινε ανίκανη να μετασχηματίσει ουσιαστικά τη φύση τών φυσικών αναγκών μας (που μπορούν να θεωρηθούν ως τετελεσμένες) και προόδευσε μόνο στην τέχνη τού ψυχικού προγραμματισμού και στην οργάνωση τής αποκομιδής τών σκουπιδιών.

Ωστόσο ο ανθρώπινος πλούτος, στον οποίο μπορούμε να υψωθούμε, είναι σε πλήρη δυσαρμονία με τη μάζα τού προγραμματισμένου φυσικού πλούτου που μπορούμε να καταναλώνουμε. Υπήρξαν (και υπάρχουν ακόμα) άνθρωποι που, ενώ ζουν μέσα σ' ενα περιορισμένο τεχνητό υλικό περιβάλλον, έχουν μια πλούσια πνευματική ζωή και την άμεση απαίτηση τού σεβασμού και τής ακεραιότητας. Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πως μια ορισμένη υλική λιτότητα αποτελεί μια αναγκαία συνθήκη για να προσεγγίσει κανείς τον πνευματικό πλούτο.

Απο τη άποψη τού ανθρώπινου, απο την άποψη τής ανοικτότητας, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ τής φυσικής ικανοποίησης τών φυσικών αναγκών και τής δυνατότητας τής προσωπικής πλήρωσης. Απο την άποψη τής ανοικτότητας δεν υπάρχει πλέον ούτε οικονομία, ούτε ωφελισμισμός, ούτε επιστήμη.

Η φυσική ικανοποίηση τών φυσικών αναγκών, που σήμερα εμφανίζονται με μια αυτόνομη μορφή κατασκευασμένων εμπορευμάτων (κι έτσι σαν ανεξάρτητες απο κάθε δυνατότητα παραγωγής τής επικοινωνίας), δεν είναι μια καθαρά ωφελιμιστική ικανοποίηση. Πρόκειται αντίθετα για μια ικανοποίηση άμεσα φορτισμένη με πνεύμα, επικοινωνία, ακόμα και μυστήριο. Η σχέση μας με το περιβάλλον δεν είναι μόνο σχέση ιδιοποίησης αλλά και σχέση μέθεξης. Πράγμα που ο αχαλίνωτος υλισμός ήταν ανίκανος να διανοηθεί.

Σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο είδος, η φυσική ικανοποίηση τών φυσικών αναγκών τού είναι τα ήθη του διότι αυτή η ικανοποίηση περνά μέσ'απο μια κοινωνική σχέση. Δεν μάς καθορίζει τόσο η φυσική πλευρά τών αναγκών μας όσο ο τρόπος με τον οποίο τις ικανοποιούμε. Ο τρόπος με τον οποίον ικανοποιούμε αυτές τις ανάγκες μας δεν είναι τόσο ζήτημα υλικών και ιστορικών αναγκαιοτήτων, όσο είναι ζήτημα ηθών, ζήτημα κουλτούρας. Αντίθετα απο τις φυσικές ανάγκες μας, τα ήθη δεν έχουν την ακαμψία τού φυσικού νττερμινισμού αλλά την ευκαμψία που χαρακτηρίζει το γεγονός οτι είμαστε ουσιωδώς μη-καθορισμένοι. Είναι επιτέλους καιρός να προχωρήσει η κουλτούρα στο δικό της πεδίο, το πεδίο τής ανοικτότητας τού ανθρώπινου όντος.

Αν θέλουμε ν' αδράξουμε την ευκαιρία ενός ξεπεράσματος τής αδυναμίας στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, οφείλουμε να διακρίνουμε με κάποια ακρίβεια τούς λόγους για τούς οποίους αποδεχόμαστε ως αναπόφευκτες τις σημερινές συνθήκες επιβίωσης, τούς συμβιβασμούς μας και τίς υποχωρήσεις μας. Οφείλουμε ν' αναρωτηθούμε πάνω στην ακριβή φύση αυτού που μάς εμφανίζεται σαν υλικές αναγκαιότητες. Οι αναγκαιότητες αυτές είναι πραγματικά αντικειμενικές, όπως τείνει να βεβαιώνει η υλιστική θεώρηση, ή μήπως απορρέουν μόνον απο την κακή διαχείριση τών ηθών μας;

Αν οι υλικές αναγκαιότητες είναι ανεξάρτητες απο το βιολογικό περίγυρο, απο τη σχέση μας με αυτό τον περίγυρο και απο τις σχέσεις μας μεταξύ μας, αν οι αναγκαιότητες αυτές αποφασίζουν (όπως οι φυσικοί κατακλυσμοί) τις δυνατότητες ικανοποίησής μας, τότε δεν έχει νόημα να διερωτηθούμε πάνω στη φύση τών συμβιβασμών και τών απαρνήσεών μας. Διότι στην περίπτωση αυτή οι συμβιβασμοί και οι υποχωρήσεις μας δικιολογούνται απο μόνοι τους σαν μια δεύτερη φύση. Για να κάνουμε συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, θα πρέπει να υπάρχει κάπου κάτι σαν το αυτεξούσιο. Ειδεμή, εάν οι αναγκαιότητες ήταν πραγματικά ανεξάρτητες απο το βιολογικό περίγυρο και τα ήθη μας, τότε δεν θα υπήρχε καν ζήτημα συμβιβασμών και υποχωρήσεων!

Αντίθετα, αν οι υλικές αναγκαιότητες ανεξαρτοποιήθηκαν απο το περιβάλλον μας κι απο τις σχέσεις μας απλώς και μόνον επειδή τα ήθη μας τίς άφησαν ν' αυτονομηθούν (δίνοντας προνομιακή θέση στο έχειν, στο είναι μέσα στο έχειν, αντί να δίνουν την προτεραιότητα στο είναι μέσα στο είναι, στο είναι μέσα στην ανοικτότητα), τότε οι συμβιβασμοί και οι οπισθοχωρήσεις μας δικιολογούνται μόνον εάν και στο βαθμό που αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτά τα ήθη. Αν όμως δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτά τα ήθη, τότε οι συμβιβασμοί και οι υποχωρήσεις μας όχι μόνο δεν δικαιολογούνται αλλά και αποτελούν μια αληθινή εγκατάλειψη τής ανθρώπινης ποιότητάς μας.

Πρέπει να συμφωνήσουμε αν υπάρχει ενα φαινόμενο που συγκροτεί μια ανθρώπινη διάσταση πέρα απο τη διάστασή μας ως θηλαστικών` αν υπάρχει ένα φαινόμενο που συγκροτεί μια οντολογική ποιότητα, μια ανοικτότητα την οποία μπορούμε ν' αδράξουμε άμεσα` ή αν, αντίθετα, αυτή η ποιότητα υπάρχει μόνο σε δυνητική κατάσταση, ως γίγνεσθαι, οπότε δεν μπορούμε να την αδράξουμε. Μια τέτοια συμφωνία, είτε προς τη μια κατεύθυνση είτε προς την άλλη, είναι θεμελιώδης προκειμένου ν'αποφασίσουμε πάνω στη φύση τής στράτευσής μας μέσα στην ύπαρξή μας και στην εποχή μας.

Αν η ποιότητα τής στράτευσής μας καθορίζεται απο κάτι που μοιάζει με φυσικό κατακλυσμό, τότε δεν μάς απομένει παρά να φυτοζωούμε περιμένοντας πότε η πορεία τής ιστορίας θα ολοκληρώσει το έργο της. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες όμως, κάθε στράτευση δεν μπορεί να είναι παρά μια άχρηστη θυσία.

Αντίθετα: αν υπάρχει μια ειδικά ανθρώπινη ανοικτότητα, αν αυτή η ανοικτότητα υπάρχει (πέρα από κάθε ντετερμινισμό) ως θεμέλιο τής ανθρωπιάς μας, και αν η δυστυχία μας ως ανθρώπινων όντων προέρχεται από το οτι το ζήτημα τής ανοικτότητας έχει συστηματικά εξοστρακιστεί απ' όλες τις συζητήσεις και τις διαμάχες μας,... τότε το πεδίο τής στράτευσής μας γίνεται προφανές. Και τότε πρωταρχικός στόχος μας πρέπει να είναι η απόπειρα να ζήσουμε μέσα στην ανοικτότητα. Αν αυτό αποδειχθεί αδύνατον επειδή τα σημερινά ήθη αντιτίθενται σε μια τέτοια απόπειρα, τότε, όπως το έγραφε ο Αρτώ, οφείλουμε τουλάχιστον να είμαστε "σαν τούς μάρτυρες, που ενώ τούς καίνε στην πυρά, γνέφουν σημάδια στούς δημίους τους". Αν αυτός ο κόσμος δεν είναι το βασίλειό μας, τότε είναι προφανές πως το βασίλειό μας δεν είναι τού κόσμου τούτου.

Η ικανότητά μας να θέσουμε ή όχι το ζήτημα τής ανοικτότητας, δηλαδή τού βασιλείου μας, στο επίκεντρο τής στράτευσής μας, οριοθετεί το σύνορο ανάμεσα στην ανθρωπιά μας και την απανθρωπιά μας. Απο την άποψη αυτή είναι απάνθρωποι όλοι οι συνδικαλισμοί, οι δημοκρατισμοί, οι ανθρωπισμοί, οι επιστημονισμοί, οι στρατεύσεις, οι συντεχνιακές ιδεολογίες και πρακτικές, κ.λπ., που η λειτουργία τους συνίσταται ακριβώς στο να μην τεθεί αυτό το ζήτημα και στο να εργάζονται ώστε να μην τεθεί.

Πρέπει να κατοικήσουμε μέσα στην ανοικτότητα τής ανθρώπινης κατάστασης.

Yves Le Manach

Σημείωση τού μεταφραστή: Το κείμενο αυτό (ο τίτλος του είναι δικός μου: τον έβαλα για λόγους παρουσίασης εδώ) αποτελεί τον πρόλογο τού βιβλίο τού Υβ Λε Μανάκ Le Materialisme saisi par derriere. Propos sur l' essence humaine, εκδόσεις La Digitale (Bourg de Baye - 29130 Quimperle), 1988.

Γιάννης Ιωαννίδης