In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Το παν είναι αινιγματικό.


Μπορούμε, σύμφωνα με μιαν άποψη, αν βέβαια μας ελκύουν τέτοιου είδους παιχνίδια - και γιατί όχι, εφόσον αποτελούν μόνο παιχνίδια και όχι αξιολογικά κριτήρια - να χωρίσουμε τους δημιουργούς σε δύο γενικές κατηγορίες. Από τη μία είναι αυτοί - καθόλου λίγοι, είναι η αλήθεια - που στην εργασία τους βασικό μέλημα και κύρια μέριμνά τους αποτελεί να φανερώσουν την καρδιά τους ολότελα ξεγυμνωμένη (κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του Baudelaire, ο οποίος ωστόσο δεν εντάσσεται εύκολα σε αυτή την κατηγορία) και να το κάνουν μάλιστα με τέτοιον τρόπο που να αποκλείει κάθε περίπτωση σύγχυσης ή αποπροσανατολισμού του κοινού τους. Κι από την άλλη υπάρχει μια άλλη μερίδα κάθε είδους καλλιτεχνών οι οποίοι αρέσκονται και επιτηδεύονται με το έργο τους να μετατρέπουνε τις λύσεις σε αινίγματα (αν θυμάμαι καλά τη χαρακτηριστική έκφραση του Ελύτη, του οποίου ωστόσο διαρκές ιδανικό αποτελούσε η διαφάνεια), και προσπαθούν να κρύβουν και ν' αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους δοκιμάζοντας συνεχώς νέα τεχνάσματα και αιφνίδιες μεταμορφώσεις. Οι πρώτοι - δίχως τις περισσότερες φορές να το πολυσκεφτούν - ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στο κόκκινο (όπως, σε ένα άλλο επίπεδο βέβαια, έκανε κάποτε και ο Μαρξ)· οι άλλοι γνωρίζουν τις περισσότερες φορές ότι οι πιθανότητες είναι μοιρασμένες στη μέση και παρόλα αυτά τα δίνουν όλα στο μαύρο. Και στο τέλος κρίνονται και οι μεν και οι δε μόνο από την ποιότητα και την αλήθεια τού έργου τους - συνταγή επιτυχίας δεν δίδεται εκ των προτέρων· δημιουργείται κάθε φορά από την αρχή και κατά περίπτωση.

Ο Νικόλας Κάλας χωρίς αμφιβολία, σε μια τέτοια εν πολλοίς αυθαίρετη κατηγοριοποίηση, ανήκει λόγω και έργω στους δεύτερους. Με το ποιητικό του έργο και με την κριτική - θεωρητική του εργασία, με την ίδια τη ζωή του δεν έκανε άλλο μια ζωή ολόκληρη από το ερμηνεύει, να προπαγανδίζει και να εφαρμόζει μονίμως τη μαγική μέθοδο της φανέρωσης και της απόκρυψης, την τεχνική του αντιπερισπασμού και της παραπλάνησης, την τέχνη της μεταμόρφωσης και του αιφνιδιασμού. Παίζοντας από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση ένα πλανητικό κρυφτό δικής του επινόησης, κατάφερε ώστε απ' όποια μεριά κι αν θελήσεις να τον πιάσεις, πάντα να βρίσκει τρόπο να ξεφύγει. Για να εμφανιστεί πάλι από κάποια απρόσμενη γωνία, εκτός παιδιάς πολλές φορές, όταν πια δεν τον περιμένεις κι ας είναι τότε ακριβώς που κρίνεται ολόκληρο το παιχνίδι, που βέβαια, ύστερα απ' όλα αυτά, αν τελικά θα το κερδίσει ή θα το χάσει κανείς καταντάει δευτερεύον ζήτημα. Πηδώντας από το ένα όνομα στο άλλο κι από τη μια χώρα στην άλλη, μετακινούμενος από το ένα είδος λόγου στο άλλο κι από τη μια γλώσσα στην άλλη, από το ένα είδος τέχνης στο άλλο κι από τη μια προσήλωση στην άλλη εγκαθιδρύει με το έργο του και τον βίο του μια διαρκή απουσία που καταφέρνει ωστόσο να είναι μονίμως ζώσα και δραστική.

Στα ογδόντα ένα χρόνια της ζωής του θα εμφανιστεί άλλοτε (ή και ταυτόχρονα) ως Νικήτας Ράντος και Μ. (ή Μανόλης) Σπιέρος και άλλοτε με το πατρικό του Νίκος (ή Νίκης) Καλαμάρης (το οποίο όμως παραδίδεται και ως Καλαμάρας), για να κατασταλάξει τελικά ως Νικόλας (ή Νικόλαος) Κάλας στα ελληνικά του δημοσιεύματα και ως Nicolas Calas στα ξενόγλωσσά του. Τόσα ψευδώνυμα άραγε καταργούν, ακυρώνουν το όνομα, ή το θέτουν σαν πρόβλημα, με μιαν αλήθεια σπαρακτική - σαν πρόβλημα ταυτότητας, θα αναρωτηθεί καίρια η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Κι η αλήθεια είναι στ' αλήθεια σπαρακτική, γιατί, μέσω των ονομάτων που κατά καιρούς υιοθετεί, ξεκινάει το σοβαρότατο παιχνίδι των προσωπικών μεταμορφώσεων και μετακινήσεών του από το ένα πεδίο στο άλλο, το οποίο όσο κι αν στην αρχή είναι ενδεχομένως λανθάνον και ασυνείδητο, άλλο τόσο συνειδητά και σε άλλο επίπεδο μεταφερμένο θα το συνεχίσει ο Κάλας σε ολόκληρη τη ζωή του. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για παιχνίδι (που δεν θα ήταν και παράδοξο ωστόσο, δεδομένης της παιγνιώδους διάθεσης αλλά και του θεωρητικού ενδιαφέροντος για το παιγνίδι που συχνά θα επιδείξει ο Κάλας τα επόμενα χρόνια), αλλά για πραγματικό σχέδιο βίου και για, αμυντική και συγχρόνως επιθετική, στρατηγική μάχης που θα την εφαρμόσει σε επιμέρους τακτικές και σε διαφορετικά κάθε τόσο πεδία.

Πρώτο στόχο θα αποτελέσει, όπως για τόσους και τόσους ανήσυχους νέους, η διαφοροποίηση και ανεξαρτητοποίηση από την πατρική κηδεμονία, γεγονός που πολλά χρόνια αργότερα θα το επιβεβαιώσει σε συνέντευξή του και ο ίδιος ο Νικόλας Κάλας: το να παίρνει κανείς ένα ψευδώνυμο είναι κάτι πολύ σύνηθες και για μένα τουλάχιστον ήταν κάτι πολύ φυσικό, δεδομένου ότι βρισκόμουν σε τέλεια διάσταση με την οικογένειά μου και ήθελα να έχω όσο το δυνατόν λιγότερη σχέση με το πατρικό μου όνομα. Η ανάγκη για απομάκρυνση από την πατρική επιρροή και εξουσία φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα έντονη στον Κάλας ήδη από πολύ νεαρή ηλικία, αφού είναι γνωστό ότι η πρώτη σύγκρουση με τον πατέρα του συνέβη αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν ο Νικόλαος ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών, οπότε ο πατέρας του αντέδρασε αρνητικά στην κατασκήνωση προσφύγων στον κήπο του σπιτιού τους στην Αθήνα. Είναι τότε που ξεκινάει και η πολιτική αφύπνιση του συγγραφέα, ως φυσική διάθεση συμπαράστασης και ταύτισης με τους αδύνατους στην αρχή και, όταν αργότερα θα έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες, ως πολλαχού εκπεφρασμένη και έντονα μαχητική στάση.

Εκτός λοιπόν από τη φυσιολογική για κάθε ανήσυχο έφηβο βίαιη απόρριψη του πατρικού προτύπου (οιδιπόδεια ή όπως αλλιώς την ονομάσουμε), υπήρχε στην περίπτωση του Κάλας και πολιτική βάση στη σύγκρουση με τον πατέρα ή οποία μάλιστα δεν περιοριζόταν σε ιδεολογικό μόνο επίπεδο, αλλά άγγιζε και την καθημερινή ζωή της οικογένειας, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά της μεγαλοαστικής τάξης όπου ανήκε και τα οποία ο Νικόλαος Καλαμάρης πολύ νωρίς και μια για πάντα τα απαρνήθηκε. Αν σε αυτά τα στοιχεία προσθέσουμε και την ερασιτεχνική αποτυχημένη ενασχόληση του πατέρα Καλαμάρη με την ποίηση, με την αφελώς παραδοσιακή ποίηση φυσικά, γίνεται ακόμα πιο εναργής η εικόνα του οικογενειακού πλαισίου από το οποίο θέλησε να διαφύγει ο Κάλας, ο πιο αποφασιστικά και προγραμματικά μοντέρνος συγγραφέας της εποχής, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, ξεκινώντας το παιγνίδι των μεταμορφώσεων και των ψευδωνυμιών. Οι κριτικοί της εποχής βέβαια δεν άφησαν να πάει χαμένη κι αυτή η ευκαιρία ταπείνωσης του νεαρού ποιητή και φρόντιζαν, όταν ασχολούνταν μαζί του, να αναφέρουν την καταγωγή και το οικογενειακό όνομα του ποιητή Νικήτα Ράντου· έτσι ο Θεόδωρος Ξύδης, για παράδειγμα, έγραψε στο εθνικιστικό περιοδικό Ιδέα, για πατέρα και γιο: «Τιμή στη γενιά των Καλαμαραίων που χάρισε στη νεοελληνική ποίηση τον πιο αχαλίνωτο και τον πιο συντηρητικό εκπρόσωπο».

Και αν η σχέση με τον Πατέρα, όπως περιγράφηκε ως τώρα, είναι ικανή και συνήθης αιτία για την υιοθέτηση ψευδωνύμου από έναν νέο συγγραφέα, δεν είναι όμως επαρκής για να δικαιολογήσει την ταυτόχρονη χρήση τριών διαφορετικών ονομάτων από έναν και τον αυτό άνθρωπο. Ο ίδιος ο Κάλας, πολλά χρόνια αργότερα, θα ομολογήσει ότι θεωρούσε τον εαυτό του τρισυπόστατο, μα, καθόσον δεν δέχεται να υποταχτεί στην ψυχανάλυση, θα αρνηθεί να ερμηνεύσει το γεγονός ψυχολογικά. Δεν θα αρνηθεί ωστόσο τη σύνδεση του ψευδωνύμου που οριστικά πια υιοθέτησε το 1938 με μια γνωστή από την ιστορία περίπτωση σύγκρουσης πατέρα και γιου, αφού το τελικό του όνομα «Calas» παραπέμπει ευθέως στον Jean Calas, τον προτεστάντη έμπορο που, το 1762 στην Τουλούζη, κατηγορήθηκε, βασανίστηκε και εκτελέστηκε (άδικα, όπως αποδείχθηκε αργότερα από τον Βολταίρο και άλλους διαφωτιστές λογίους) ως υπεύθυνος για τον απαγχονισμό του στραμμένου προς τον καθολικισμό γιου του. Όσο όμως ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές κι αν είναι αυτές οι πληροφορίες και οι επεξηγήσεις, δεν επαρκούν για να ερμηνεύσουν ικανοποιητικά μια συνολική στάση, που δεν τη συναντάμε μόνο στα διαφορετικά ψευδώνυμα τού Κάλας μα σε κάθε έκφανση της ζωής του.

Ήδη από την εποχή που δρούσε στην Ελλάδα (γιατί επρόκειτο ακριβώς για δράση και όχι για ανώδυνους και ασφαλείς θεωρητικούς ακκισμούς) ο Νικόλαος Κάλας μετακινούνταν από τη μια ιδιότητα στην άλλη και πάλι πίσω με τόσο αποφασιστικά σίγουρο και συνεπή τρόπο, που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως σύμπτωμα αμφιταλάντευσης ή ως διάθεση υπαναχώρησης. Εμφανιζόμενος άλλοτε ως ποιητής και άλλοτε ως λογοτεχνικός κριτικός, άλλοτε ως θεωρητικός δοκιμιογράφος και άλλοτε ως πολιτικός αρθρογράφος, ο Κάλας εκδήλωσε από πολύ νωρίς και χωρίς κανέναν δισταγμό την πεποίθησή του για την τριπλή του υπόσταση, που επρόκειτο μάλιστα να λάβει, εκ των πραγμάτων αλλά και εξ ιδίας βουλήσεως, ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις τα αμέσως επόμενα χρόνια. Απογοητευμένος από την ολότελα αρνητική και ψυχρή υποδοχή της ποίησής του κυρίως, αλλά και επειδή, όπως θα πει, τα προβλήματα που τον απασχολούσαν δεν είχαν παρά ελάχιστη σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, θα εγκαταλείψει την Ελλάδα για τη Γαλλία με σκοπό, από την αρχή ήδη, να μην ξαναγυρίσει σε αυτήν, ενώ, κατά πάσα πιθανότητα, έχει ήδη αρχίσει να γράφει, παράλληλα με την ελληνική, και στη γαλλική γλώσσα. Σε αυτή τη γλώσσα θα γράψει και το πρώτο του συνθετικό θεωρητικό έργο, τις Εστίες πυρκαγιάς, με το οποίο θα μπει πανηγυρικά στην πρώτη γραμμή του γαλλικού υπερρεαλιστικού κινήματος. Ο πόλεμος όμως που βρίσκεται ήδη επί θύραις δεν θ' αφήσει περιθώρια το επόμενο διάστημα ούτε για πανηγύρια ούτε και για θεωρητική έρευνα και εργασία.

* * *

Πρόκειται για μια μακρά περίοδο της ζωής του Κάλας, από την αναχώρησή του (που ήταν περισσότερο απελπισμένη φυγή παρά απλή αποδημία) από την Ελλάδα, κατά τα τέλη του 1938, κι ως την άφιξή του στη Νέα Υόρκη, στις αρχές του 1940, κατά την οποία νιώθει έντονα και οδυνηρά την προσωπικότητά του να υφίσταται, σχεδόν ερήμην του, ποικίλες μεταλλάξεις και να παίρνει διαδοχικές μορφές που ο ίδιος αδυνατούσε να ελέγξει και να αφομοιώσει και οι οποίες επηρεάζουν οδυνηρά κι αποφασιστικά κάθε πλευρά του εαυτού του. Είναι εκείνη ακριβώς την εποχή που θα εκμυστηρευτεί στον Γιώργο Θεοτοκά από το Παρίσι: Η ζωή μου παθαίνει ριζική μεταβολή. Ψυχικά αισθάνομαι πως μοιάζω σ' αυτόν τον ήρωα της Virginia Woolf, τον Orlando, στον οποίο άλλοτε υπερισχύει το θηλυκό στοιχείο και άλλοτε το αρσενικό. Τα δύο περίπου χρόνια που έζησε ο Κάλας στο Παρίσι και λίγο μετά στη Λισσαβόνα, καθ΄ οδόν προς τη Νέα Υόρκη, όπου επρόκειτο να εγκατασταθεί οριστικά πια, ήταν τα πιο κρίσιμα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, κι ας είχε κιόλας περάσει τα τριάντα του χρόνια - μια δεύτερη εφηβεία, θα 'λεγε κανείς, με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και με όλες τις δυνατότητες συναρπαστικές όσο και επισφαλείς.

Θα εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη με αβέβαιο τον τελικό προορισμό, μα με βέβαιη την απόφαση να μην ξαναγυρίσει πια. Θα αλλάξει τη μητρική γλώσσα, γεγονός που για έναν συγγραφέα αποτελεί τον χειρότερο ξεριζωμό, με μιαν άλλη που σύντομα κι αυτή θα την αφήσει για μια τρίτη. Θα πάψει να γράφει ποιήματα (δε γράφω πια καθόλου ποιήματα, θα πει στην ίδια επιστολή του προς τον Θεοτοκά, είναι μια εποχή της ζωής μου που τελείωσε οριστικά), μα λίγο αργότερα θα ξαναριχτεί με απόγνωση στην ποίηση, σε μια ποίηση ολότελα διαφορετική απ' ό,τι είχε γράψει μέχρι τότε, έντονα φορτισμένη συναισθηματικά, θερμή, άμεση και επιπλέον γραμμένη σε άλλη γλώσσα (έγραψα μερικά ποιήματα τελευταίως, αλλά γαλλικά, θα ενημερώσει τον Θεοτοκά τον Απρίλιο του 1939), ενώ αργότερα θα δοκιμάσει για λίγο στην ποίηση και την αγγλική γλώσσα. Θα εγκαταλείψει την πολιτική αρθρογραφία και την κριτική εργασία με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα και θα στραφεί - όχι ωστόσο ολοκληρωτικά - στην περισσότερο συστηματική και συνθετική οργάνωση και διατύπωση της σκέψης του. Θα στραφεί όλο και περισσότερο από την κριτική της λογοτεχνίας στην κριτική της τέχνης, που θα αποτελέσει και την κύρια απασχόληση και προσήλωσή του ως το τέλος της ζωής του. Θα περάσει την πιο θυελλώδη περίοδο της ζωής του, όπως παραδέχεται σε επιστολή του, κατά την οποία ακόμη και η ερωτική του συμπεριφορά θα είναι ρευστή και μεταβαλλόμενη (τίποτα δεν είναι δικό σου και το φύλο σου σε τρομάζει, θα πει σε ποίημά του γραμμένο στο Παρίσι το 1939) και κατά τη διάρκεια της οποίας θα φτάσει στα όρια του θανάτου.

Όλες αυτές οι εσωτερικές και εξωτερικές διεργασίες και μεταπτώσεις θα βρουν τελικά ορμητική διέξοδο σε μια σειρά σημαντικών ποιημάτων που έγραψε απευθείας στα γαλλικά εκείνα ακριβώς τα χρόνια ο Κάλας, από το 1937 δηλαδή έως το 1940, ευρισκόμενος διαρκώς εν κινήσει - στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Μαρόκο, στη Λισσαβόνα, στη Νέα Υόρκη, όπου τον έφεραν τα βήματά του σε αυτή την απελπισμένη του φυγή. Είναι κατά τα φαινόμενα εκείνη την εποχή που, εφαρμόζοντας ο Νικόλας Κάλας στην ποίηση αυτό ακριβώς που έκανε και στη ζωή του ως τότε, θα συνειδητοποιήσει μια για πάντα και θα κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό την τέχνη και την τεχνική της μεταμόρφωσης, την οποία θα εφαρμόσει και θα προπαγανδίσει με το θεωρητικό του έργο όλα τα υπόλοιπα χρόνια που του έμελλε να ζήσει. Θα ξεκινήσει χρησιμοποιώντας αυτό το παιγνίδι των μεταμορφώσεων ως προσωπική άμυνα, καταπώς θα χαρακτηρίσει ο ίδιος ο Κάλας τα ποιήματά του αυτά σε συνομιλία του με τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, για να καταλήξει να γίνει η σταθερή στρατηγική δράσης του και το μόνιμο εργαλείο του για την ερμηνεία της πραγματικότητας.

Στα δεκαέξι αυτά ποιήματα, τα οποία διαβάζονται όλα μαζί ως ένα ακέραιο σχήμα, γιατί αλλιώς αποσυντίθενται και χάνουν τη σημασία τους (κατά την έκφραση του Γουίλιαμς, ο οποίος μετέφρασε και ορισμένα από αυτά στα αγγλικά), αυτό που επιχειρεί ο Νικόλαος Κάλας είναι με μια και μόνη χειρονομία να φανερώσει και να αποκρύψει συγχρόνως τον εαυτό του (με την ίδια κίνηση / να χάνεσαι και ν' ανακαλύπτεις την κατεύθυνση των πραγμάτων). Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να το κατορθώσει αυτό είναι η προβολή τού προσώπου του σε ποικίλες επιφάνειες και η συνεπακόλουθη μεταμόρφωση που υφίστανται τα χαρακτηριστικά του. Ήδη λίγο καιρό νωρίτερα υποστήριζε ο Κάλας την άποψη ότι είμαι καλλιτέχνης σημαίνει ενεργώ, μεταμορφώνω το εμπόδιο για να ικανοποιήσω την επιθυμία. Το εμπόδιο, για το οποίο έκανε λόγο στις Εστίες πυρκαγιάς, απ' όπου το προηγούμενο παράθεμα, ήταν η εξωτερική πραγματικότητα και σε αυτήν όφειλε να επιτεθεί ο καλλιτέχνης με τη δύναμη της επιθυμίας για να τη μεταμορφώσει. Το εμπόδιο που αυτά τα χρόνια αντιμετωπίζει ο Κάλας είναι, όπως είδαμε, ο ίδιος του ο εαυτός και αυτόν θα θελήσει να μεταμορφώσει και να δημιουργήσει εκ νέου μέσω μιας ποίησης στην οποία δοκιμάζει πλήθος αντικατοπτρισμών και μεταβολών της εικόνας του.

Ένα ποίημα βίαιο σαν αντικατοπτρισμό, κατά την έκφρασή του, έχει την πρόθεση να γράψει για να κοιτάξει εκεί και να αναγνωρίσει, αλλά και για να κρύψει στη διαρκώς μεταβαλλόμενη επιφάνειά του το πρόσωπό του. Είμαι στοιχειωμένος απ΄ την ιδέα των καθρεφτών και των σκιών, θα πει σε επιστολή του. Και πράγματι, ο καθρέφτης, που εμφανίζεται ξανά και ξανά, οι σκιές, τα νερά, όπου σκύβει ο Νάρκισσος να δει τη μορφή του, μια τριπρόσωπη εικόνα του Χριστού, η Μέδουσα και άλλα τερατόμορφα όντα, που δείχνουν οι αντανακλάσεις, είναι μοτίβα που συνεχώς επανέρχονται σε αυτές τις συνθέσεις ως δηλωτικά μιας διαρκώς μεταλλασσόμενης οντότητας και ενός σπαρακτικού προβληματισμού περί της ατομικής ταυτότητας. Ο ποιητής κρατάει μπροστά στο πρόσωπό του έναν σπασμένο καθρέφτη (ο καθρέφτης είναι πολύ κοφτερός / στην επαφή μαζί του τα μάτια πεθαίνουν από δίψα) και έρχεται αντιμέτωπος με τις εικόνες, κάποτε οικείες και κάποτε τερατόμορφες, που αντικρίζει εκεί. Άλλοτε προσπαθεί να σχηματίσει από αυτές το πρόσωπό του και άλλοτε, όταν λόγω της πολυδιάσπασης δεν τα καταφέρνει (τι να τα κάνουμε αυτά τα κακοσυναρμοσμένα θραύσματα εικόνων;), προσπαθεί, για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει, να αναγνωρίσει ή να επινοήσει σε καθεμιά απ' αυτές τις αντανακλάσεις μια καινούρια μορφή για τον ίδιο, μια καινούρια όψη του προσώπου του.

Όπως ο Φερνάντο Πεσσόα δημιούργησε ένα πλήθος ετερώνυμων συγγραφέων για να δώσει μέσω αυτών το έργο του και επινόησε για τον καθένα από αυτούς μια ξεχωριστή βιογραφία, παρόμοια και ο Κάλας, φεύγοντας από την Ελλάδα κι αφήνοντας λίγο αργότερα πίσω του και την Ευρώπη, δραπετεύοντας από το όνομά του και τη γλώσσα του, έχει ανάγκη, για να υπάρξει στο μέλλον, για να υπάρξει ένα μέλλον γι' αυτόν, να λησμονήσει το παρελθόν του και να επινοήσει ένα νέο. Πρόκειται για ένα αίτημα που συχνά επανέρχεται σε επιστολές του εκείνων των χρόνων και εμφανίζεται επιτακτικό στα ποιήματα και στα δοκίμιά του. Το Tinerlin, θα γράψει στον Θεοτοκά επιστρέφοντας από το ταξίδι του στη Βόρεια Αφρική, παίρνει αξία συμβολική, είναι ένα καινούργιο παρελθόν. Πολλές φορές αισθάνθηκα την ανάγκη καινούργιου παρελθόντος. Δεν ζητώ τον Ράντο αλλά καινούργιο παρελθόν, θα επιμείνει λίγο παρακάτω και σ' ένα ποίημά του εκείνης της εποχής, που ωστόσο δεν το περιέλαβε στην ίδια ενότητα με τα υπόλοιπα, ομολογεί: τα λάθη έκαναν το παρελθόν μου άγνωστη γλώσσα. Για να απαντήσει αλλού, συνδυάζοντας σε ένα και μόνο στίχο όλα τα στοιχεία που τότε τον στοιχειώνουν, και τον καθρέφτη και τα νερά και τη μοίρα του Νάρκισσου και το ξεπέρασμα του οδυνηρού παρελθόντος: βρήκα τη λήθη σ' έναν πνιγμένο καθρέφτη.

Και η λήθη του παρελθόντος λοιπόν ή, με άλλη διατύπωση, η επινόηση ενός νέου παρελθόντος και η διαρκής μεταστοιχείωση της μορφής μέσω του καθρέφτη και των ποικίλων αντανακλάσεων και αντικατοπτρισμών αποτελούν τον τρόπο που βρήκε ο Κάλας για να αντιμετωπίσει την υπαρξιακή αγωνία, που πιεστικά και εξοντωτικά τον κατείχε, και για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά, προς ένα μέλλον ανοιχτό στην εικόνα και στο όνειρο, στην έκπληξη και στην αγάπη, ανοιχτό στην ποίηση και στην επιθυμία. Οι πρώτοι - πρώτοι στίχοι, ακόμη και ο τίτλος, του πρώτου ποιήματος αυτής της σειράς είναι δηλωτικοί αυτού του αιτήματος και αυτής της προσπάθειας του Νικόλα Κάλας που θα συνεχιστεί εκ μέρους του για πολύ καιρό ακόμη:

ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Να κερδίζεις πάλι τη μέρα
Να της χαρίζεις την εικόνα και το ξαφνιασμένο όνειρο
Η αγάπη ξεδιπλώνεται
Ας επιστρέψουμε στο μέλλον προς τη λάμψη νέων προσώπων

* * *

Το ταξίδι έξω από το παρελθόν, που επίμονα και με απελπισία αναζητούσε εκείνο τον καιρό ο Κάλας, το διαφορετικό αυτό μέλλον και τη λάμψη των νέων προσώπων έμελλε να τα βρει ή, μάλλον, να τα δημιουργήσει μόνος του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού Ωκεανού μετά το 1940, οπότε θα εγκατασταθεί εκεί πια, θα γνωρίσει ξανά τον έρωτα στο πρόσωπο της Έλενας, που θα γίνει λίγο αργότερα γυναίκα του, και θα μεταμορφωθεί ο ίδιος σιγά - σιγά σε ένα είδος εκκεντρικής αυθεντίας για τη σύγχρονη τέχνη, σύμφωνα με τη δική του έκφραση. Προηγουμένως, φεύγοντας από την εμπόλεμη Ευρώπη, θα σταθεί για λίγους μήνες στη Λισσαβόνα κατά τη διάρκεια ενός λυτρωτικού διαλείμματος, όπου θα κατορθώσει να ξαναβρεί τη χαμένη του ισορροπία, προτού ξεκινήσει για τον τελευταίο πια σταθμό της περιπλάνησής του: «Λισσαβόνα! Τι όμορφα ν' ανοίγεις το βράδυ το παράθυρό σου και ν' ακούς γνώριμους θορύβους· να περπατάς στους δρόμους και να μη βλέπεις αγωνία στα πρόσωπα. Η Λισσαβόνα μοιάζει με κήπο και όλα τα μάτια μοιάζουν με λουλούδια. Εδώ ελπίζω να δουλέψω το καινούργιο μου βιβλίο, ώσπου κάποια καινούργια περιπέτεια με οδηγήσει ποιος ξέρει πού! Όλα τελείωσαν τόσο ξαφνικά! Ο πόλεμος είναι τόσο μακριά!».

Από κει και ύστερα, όπως είδαμε, φαίνεται ότι ο Κάλας μπόρεσε, όσον αφορά τουλάχιστον την υπαρξιακή του αγωνία και την κρίση ταυτότητας που αντιμετώπιζε, να βαδίσει μπροστά. Δεν εγκατέλειψε ωστόσο σε καμία περίπτωση την τέχνη και τον τρόπο του της μεταμόρφωσης ούτε ως προσωπική του τακτική άμυνας και επίθεσης (γιατί και στον νέο τόπο διαμονής του δεν έλειψαν οι εναντίον του επιθέσεις) ούτε ως δημιουργική μέθοδο τόσο στην ποίησή του όσο και στην κριτική εργασία του. Είναι εκεί εξάλλου, στην άσκηση της κριτικής δηλαδή με την οποία ασχολήθηκε συστηματικά όλα τα υπόλοιπα χρόνια, που θα εμβαθύνει, θα χρησιμοποιήσει και θα προπαγανδίσει με επιμονή τη μεταμόρφωση και την αμφισημία, το αίνιγμα και το μυστικό, την πίστη του ότι κάθε αληθινός δημιουργός οφείλει πρώτ' απ' όλα να είναι ποιητής και να μεταμορφώνει την πραγματικότητα. Καθώς περνούν τα χρόνια μάλιστα, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς τον καλλιτέχνη που μεταμορφώνει τον ίδιο τον εαυτό του σε σφίγγα, για να θέτει αινίγματα και να εμπνέει - πολύ συχνά εξάλλου ο Κάλας επαναλαμβάνει τη γνωστή ρήση του Eluard, σύμφωνα με την οποία ποιητής δεν είναι τόσο αυτός που εμπνέεται, αλλά κυρίως αυτός που εμπνέει.

Ίχνη αυτής της μετατόπισης είναι διάσπαρτα στο έργο του σε διάστημα πολλών δεκαετιών. Το 1938 έγραφε στις Εστίες πυρκαγιάς: Η μεγάλη αρχή της σχέσης του Είναι είναι μια διαλεκτική της προσαρμογής και της μεταμόρφωσης. Αν από τις δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις αποκαλύπτεται ισχυρότερη αυτή του Είναι, το περιβάλλον θα μεταμορφωθεί· διαφορετικά, το άτομο, για να επιζήσει τού σοκ, θα πρέπει να προσαρμοστεί. Το να μεταμορφώσεις ό,τι σε μεταμορφώνει είναι η μεγάλη αρχή της ζωής. Είμαι καλλιτέχνης σημαίνει ενεργώ, μεταμορφώνω το εμπόδιο για να ικανοποιήσω την επιθυμία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1942, στο επόμενο μεγάλο θεωρητικό του βιβλίο το Να μωράνουμε τους Σοφούς θα επιμείνει στην ίδια κατεύθυνση: Με το μυαλό φοβόμαστε τη μεταβολή, αλλά χωρίς τη μεταβολή δεν υπάρχει δημιουργία. Η ποίηση είναι μεταμόρφωση. Και το 1965 θα γράψει: Το υλικό από το οποίο πλάθεται η Ομορφιά είναι η μεταστοιχείωση και η μεταμόρφωση, ενώ η αγωνία είναι το σύγχρονο ισοδύναμο της Αλήθειας.

Η συνύπαρξη στην ίδια φράση των δύο στοιχείων, της μεταμόρφωσης και της αγωνίας, που σύμφωνα με τον Κάλας χαρακτηρίζουν και σφραγίζουν κάθε γνήσιο σύγχρονο δημιουργό, εύκολα φέρνει στον νου μας τη μορφή της σφίγγας που με αγωνία και με αυστηρότητα θέτει στον Οιδίποδα το αίνιγμα από το οποίο θα κριθεί τόσο η δική της όσο και η δική του μοίρα. Και στην προσωπική μυθολογία και ποιητική του Κάλας η σφίγγα όλο και συχνότερα ταυτίζεται με τον ποιητή. Ο μεγάλος ποιητής μεταμορφώνει τον εαυτό του σε σφίγγα, θα γράψει ο Κάλας το 1983. Ο αληθινός ποιητής θέτει διαρκώς αινίγματα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να λύσει την αντίθεση της αγάπης με την επιθετικότητα, να κρατήσει ένα μυστικό προκειμένου να διαφυλάξει την ανεξαρτησία του, να αποκρύψει με διαδοχικές μεταμορφώσεις το πρόσωπό του και ταυτόχρονα να μας προκαλέσει να το ανακαλύψουμε. Είναι αυτό ακριβώς που επιδίωκε και έκανε ο Νικόλας Κάλας όλα τα χρόνια της ζωής του, από τότε που άρχισε να παίζει το παιχνίδι της μεταμόρφωσης με τα ονόματα και τις συνεχείς μετακινήσεις του κι από τότε που άρχισε να δημιουργεί και να προβάλλει μέσα στην ποίησή του ποικίλες μορφές του εαυτού του, μέχρι τα τελευταία χρόνια του, όταν υπερασπίστηκε με ενθουσιασμό πάντοτε την αινιγματική φύση του παντός και τη μεταμορφωτική δύναμη του ποιητή. Το ερώτημα της σφίγγας προς τον Οιδίποδα αναφέρεται ουσιαστικά στο τι είναι ο άνθρωπος. Η ερώτηση είναι αυτή: ποιος έκανε τη σφίγγα; Ο άνθρωπος. Και ποιος άνθρωπος είναι αυτός; Ο ποιητής. Ο ποιητής δίνει το αίνιγμα. Ζήτω το αίνιγμα.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος