In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

Βιβλιοπωλείο «Ιανός», Παρασκευή 5/5/2006.

 

Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω τοποθετώντας το «Αυτοείδωλον εγενόμην» στο συγκρουσιακό ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο νομίζω πως γεννήθηκε και στο οποίο απευθύνει την πρότασή του.

Όπως φαίνεται, βρισκόμαστε στις παραμονές ενός νέου πολέμου της σύγχρονης προηγμένης Δύσης εναντίον μιας ακόμη χώρας που εγκαλείται για εμμονή σ' έναν επικίνδυνο αναχρονισμό. Θα πρόκειται για τον 4ο τέτοιου είδους πόλεμο μέσα στην τελευταία 15ετία, η οποία σημαδεύτηκε από τρια μεγάλα  γεγονότα:

  • στο διεθνές επίπεδο, από την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, η οποία έρριξε συμβολικά την αυλαία των μαζικών αντικαπιταλιστικών κινημάτων, που είδαν το φως στο εσωτερικό της Δύσης κατά τον περασμένο αιώνα?
  • από τη συνακόλουθη εμφάνιση της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης»? και
  • στη χώρα μας, από την παράλληλη ανάδυση και στερέωση της γνωστής προτροπής περί εκσυγχρονισμού, δηλαδή από την ιδέα πως οφείλουμε να συγχρονίσουμε το βήμα μας με την προηγμένη και παγκοσμιοποιούμενη Δύση? είτε με το στανιό, είτε «κόβοντας δρόμο», αλλά πάντοτε υπό την απειλή τρομαχτικών συμφορών, η μικρότερη απ' τις οποίες είναι σίγουρα η μομφή περί αναχρονισμού.

 

Η εικόνα-μοντέλο μιας θριαμβεύουσας Δύσης, με την υλική της ευμάρεια, τις ανέσεις της, την ευταξία της, τις δημοκρατικές ελευθερίες της και τις πρωτοφανείς επιστημονικές κατακτήσεις της, θα έκανε οπωσδήποτε την προτροπή για εκσυγχρονισμό μας, όχι μόνο δελεαστική αλλά κι ακατανίκητη ιδεολογικά, εάν δεν συνοδευόταν από μερικά άκρως ανησυχητικά μηνύματα, όπως:

Σταδιακή άρση των δημοκρατικών κατακτήσεων του παλιού εργατικού κινήματος? κατάργηση του κοινωνικού κράτους-πρόνοια? παράδοση της κοινωνίας στην αγορά? υπερδιόγκωση του πιστωτικού χρήματος (δηλαδή του δανεισμού και των χρεών) με παράλληλη την κατάρρευση κάθε είδους εμπιστοσύνης? στρατιές ανέργων κι αποκλεισμένων? κοινωνία των «δύο τρίτων»? ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση σε όλα τα επίπεδα? γιαπισμός? διαφθορά? «ελαστικοποίηση» των συνειδήσεων αλλά και της γλώσσας (π.χ. ο άνεργος ονομάζεται πλέον «απασχολήσιμος»)? γενικευμένη αποπολιτικοποίηση? αποπροσωποποίηση? κατάθλιψη σ' ένα 30% περίπου του πληθυσμού των προηγμένων χωρών, όπως λένε οι στατιστικές - μηνύματα που δεν άργησαν να γίνουν πραγματικότητα κι εδώ, κατά τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού μας.

Τέθηκε λοιπόν φυσιολογικά μέσα σ' αυτή τη 15ετία, κι εξακολουθεί βεβαίως να τίθεται, ένα επιτακτικό ερώτημα, στο οποίο έρχεται να καταθέσει τον προβληματισμό του και με τούτο το βιβλίο του ο Θεόδωρος Ζιάκας, και το οποίο θεωρώ καίριο για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από αυτό:

Ποιά είναι, σαν κυρίαρχη πολιτισμική πρόταση-πρότυπο, αυτή η προηγμένη Δύση με την οποία θα έπρεπε να συγχρονιστούμε;

Είναι ένας κόσμος με μέλλον; Ένας κυρίαρχος πολιτισμός όπου θριαμβεύουν προοδευτικά οι καταγωγικές αρχές του, χάρη στις οποίες θεωρείται πως αποτίναξε το μεσαιωνικό σκοταδισμό; Όλα τούτα τ' ανησυχητικά φαινόμενα που προείπαμε, μήπως δεν αποτελούν παρά απλές πρόσκαιρες παρενέργειες μιας ανοδικής πορείας προς ένα καλύτερο κόσμο; Μια ένδειξη ότι η προηγμένη Δύση βρίσκεται σε μια μεταβατική διαδικασία ολοκλήρωσης του θριάμβου της, απ' την οποία δεν απομένει παρά η ιδεολογική ή και κυριολεκτική κονιορτοποίηση διάφορων εσωτερικών και περιφερειακών αναχρονισμών για να λάμψει παγκόσμια;

Ή μήπως, αντίθετα, αυτά τ' ανησυχητικά φαινόμενα δεν είναι πρόσκαιρα και μεταβατικά, αλλά σημαίνουν πως ο νεωτερικός πολιτισμός πραγμάτωσε τις καταγωγικές αρχές του κι εξάντλησε πλέον το δημιουργικό δυναμικό τους, οπότε έχουμε να κάνουμε μ' ένα κόσμο χωρίς μέλλον, ένα κόσμο που σβύνει, που έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο κι αποσυντίθεται;

Μακριά από κάποιον υποτιθέμενο «αντιδυτικισμό» (εφόσον άλλωστε δεν αναφέρεται παρά στο κυρίαρχο πολιτισμικό μοντέλο της προηγμένης Δύσης, τη «νεωτερικότητα», κι όχι στη Δύση γενικά), τούτη ακριβώς η δεύτερη είναι η αποτίμηση των πραγμάτων που μας απευθύνει ο Θ. Ζιάκας:

Η νεωτερικότητα δεν θριαμβεύει αλλά πνέει τα λοίσθια? τα προβλήματά της, με τα οποία καλούμαστε να συγχρονιστούμε, δεν είναι μεταβατικά και δεν προέρχονται από ένα έλλειμα ολοκλήρωσης της καταγωγικής αρχής της (εξαιτίας π.χ. της αντίστασης κάποιων αναχρονισμών)? αντίθετα, είναι οριστικά και εγγενή στην ίδια την ολοκλήρωσή της? πρέπει λοιπόν να πάμε πέρα από την καταγωγική αρχή της νεωτερικότητας, που είναι το αυτοαναφορικό Άτομο? ν' αναζητήσουμε το δυναμικό μιας αληθινής «μετανεωτερικότητας»? να ενεργοποιήσουμε ένα νέο πολιτισμικό παράδειγμα, πατώντας δημιουργικά σε ό,τι κάποτε κατορθώσαμε, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία, σαν απόπειρες για ένα προσωποκεντρικό πολιτισμό.

Πριν αποφασίσουμε αν ο Ζιάκας έχει δίκιο ή άδικο σ' αυτή του την αποτίμηση, πριν δεχτούμε ή απορρίψουμε την πρότασή του, και πριν ακόμα τη θεωρήσουμε ίσως πολύ αφηρημένη, τρομερά θεωρητική, ή έστω υπέρμετρα ιδεαλιστική και πιθανότατα αναχρονιστική, ας αναρωτηθούμε:

Εάν αφαιρέσουμε τη δύναμη των όπλων της, τι βρίσκουμε πειστικό στην πολιτισμική πρόταση της προηγμένης Δύσης;

Η απάντηση είναι σίγουρα:

Τις σχεδόν απεριόριστες ατομικές ελευθερίες, που υπόσχεται και φαίνεται να επιτρέπει? την αυτοπραγμάτωσή μας ως άτομα, αυτόνομα από κάθε παραδοσιακή και τυπολατρική κολλεκτιβιστική δέσμευση? τη δυνατότητά μας να επιλέγουμε εμείς, ως άτομα, με ποιούς κοινούς σκοπούς θα συνδεόμαστε και θ' αποσυνδεόμαστε κατά συνείδηση και κατά βούληση? το δικαίωμά μας να δίνουμε σε πρώτη και τελική ανάλυση λόγο κι αναφορά μόνο στον εαυτό μας και σε κανέναν άλλο, είτε αυτός είναι θεός, είτε ομάδα, είτε κοινότητα ή κοινωνία? και βέβαια μια εργώδη επιστημονική έρευνα και τεχνολογικές επιτεύξεις στην υπηρεσία αυτής της αγέρωχης ατομικότητας.

Ισχύουν όμως αληθινά όλα αυτά τα ωραία; Σε ποιά έκταση; Συνδέονται άραγε με τ' ανησυχητικά φαινόμενα, που περιγράψαμε; Με ποιόν τρόπο και σε ποιό βαθμό;

Καθώς ετοίμαζα αυτήν εδώ την ομιλία, ένα ερώτημα επανερχόταν βασανιστικά στο μυαλό μου:

Πώς το σύγχρονο, αυτόνομο, ανεξάρτητο Άτομο των τόσων δικαιωμάτων κι ελευθεριών, το απελευθερωμένο απ' τις απειλές των «ουρανών» και χειραφετημένο απ' το χρέος του «προπατορικού αμαρτήματος», έχει βρεθεί σήμερα, όχι απλά χρεωμένο αλλά υπερχρεωμένο σ' ένα αφηρημένο πιστωτικό Σύστημα;

Μήπως «απαλλαχτήκαμε» απ' το παλιό προπατορικό αμάρτημα και το ηθικό χρέος του για χάρη ενός «δεύτερου προπατορικού αμαρτήματος» με ακόμα βαρύτερα - λογιστικά αυτή τη φορά - χρέη πάνω μας και πάνω στις μελλοντικές γενιές μας; Είναι γνωστό λ.χ. πως σε κάθε Έλληνα που γεννιέται σήμερα, αντιστοιχεί ένα χρέος περίπου 7 εκατομμυρίων δραχμών και το βέβαιο είναι πως, εμείς, θα κληροδοτήσουμε ακόμα μεγαλύτερα χρέη στα παιδιά μας.

Μήπως λοιπόν πετάξαμε από πάνω μας το ηθικό χρέος για να φεσωθούμε με υπέρβαρα χρέη χρηματικά, που κανενός είδους «μετάνοια» δεν προβλέπεται να άρει, εφόσον δεν . ξεμπερδεύεις μ' ένα «μνήσθητί μου Κύριε» με τα λογιστικά χρέη;

Πολύ φοβάμαι πως αυτό συνέβη! Αυτό το «δεύτερο προπατορικό αμάρτημα» έναντι μιας, οικονομικής πλέον, θεότητας δεν είναι καθόλου μια πρόσκαιρη και μεταβατική πραγματικότητα. Είναι το παρόν και το απώτερο μέλλον της νεωτερικότητας. Το δικό μας παρόν και μέλλον. Και βέβαια γι' αυτό δεν ευθύνεται κανένας απολύτως αναχρονισμός!

Λέγεται συχνά πως στην εποχή μας έχουν καταρρεύσει όλες οι «μεγάλες αφηγήσεις» . Ωστόσο η αλήθεια είναι πως, ναι, έχουν καταρρεύσει όλες, πλην μιάς: της Οικονομίας.

Αυτή είναι η «μεγάλη αφήγηση» της νεωτερικότητας. Εκείνη που, όχι μόνον άντεξε στο χρόνο περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλη, αλλά και που συνοψίζει όλες τις άλλες νεωτερικές αφηγήσεις. Ο κατεξοχήν δικός της μύθος, οοποίος προβάλλεται σαν μια τόσο αληθινή πραγματικότητα - με επιστημονική σφραγίδα βεβαιωμένη μάλιστα -, ώστε την ύπαρξή της δεν διανοήθηκαν ν' αμφισβητήσουν ούτε καν οι μεγάλοι αμφισβητίες του καπιταλισμού, όπως λ.χ. πρώτος μεταξύ όλων ο Μαρξ.

Αντίθετα, γνωρίζουμε ότι και αυτός δέχτηκε τον πυρήνα της οικονομικής «μεγάλης αφήγησης», σύμφωνα με την οποία εκείνο που καθορίζει τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ιστορία του, είναι «η ικανοποίηση των υλικών αναγκών του (να φάει, να πιεί, να ντυθεί,.)» και οι ωφελιμιστικές-συμφεροντολογικές πράξεις που αυτή επιβάλλει.

Έτσι, οι κοινωνίες των ανθρώπων δεν είναι «σε τελική ανάλυση» τίποτε άλλο από μια διαχειριστική-εταιρική διευθέτηση αυτών των «υλικών συμφερόντων». Συμβόλαια. Και η ποιότητα του ανθρώπινου κοινωνείν, των μεταξύ μας σχέσεων δηλαδή και των δεσμών-θεσμών μας, καθορίζεται αναπόφευκτα από την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Δηλαδή από την Αφθονία. Αυτή και μόνον, η υλική Αφθονία, θα φέρει, σύμφωνα με το μύθο της Οικονομίας, «επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία».

Ας αναρωτηθούμε: Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σήμερα που να μην το πιστεύουν αυτό; Πολύ περισσότερο: Υπάρχουν ακόμα σήμερα άνθρωποι που θα δέχονταν, χωρίς την αίσθηση ότι κλονίζεται μέσα τους μια βαθιά πεποίθησή τους, πως η Οικονομία απλώς δεν υπάρχει; Πως δεν είναι παρά μια ιδεολογική κατασκευή ή καλύτερα ένας σύγχρονος μύθος;

Ο αναρχικός Μπαρτολομέο Βαντσέτι, σε κάποιο σημείο της σύντομης αλλά εκπληκτικής ανθρωπιάς και βαθύτητας αυτοβιογραφίας του (με τίτλο «Ιστορία μιας προλεταριακής ζωής»), την οποία έγραψε στη φυλακή ατενίζοντας ήρεμα μια άδικη θανατική καταδίκη, έγραφε: «Κατάλαβα πως κάθε άνθρωπος έχει δύο εγώ, ένα πραγματικό κι ένα ιδανικό? ότι το δεύτερο είναι η πηγή κάθε προόδου και ότι καθετί που πάει να εξισώσει το πρώτο με το δεύτερο, δεν γίνεται καλοπροαίρετα». Δεν γίνεται καλοπροαίρετα. Ας το βαστήξουμε αυτό.

Τι είναι άραγε αυτό το «ιδανικό εγώ», ο «ιδανικός εαυτός»; Είναι μήπως μια ουτοπική ονειροφαντασία; Είναι άραγε αποκύημα κάποιου παλιομοδίτικου, ιδεαλιστικού τρόπου σκέψης; Όχι!

Το «ιδανικό» το βιώνουμε. Το ζούμε. Τώρα. Σαν μια ουσιώδη και βαθύτατη έλλειψη. Είναι αυτό που κρίνουμε και νιώθουμε ότι μας «λείπει» ώστε να αισθανθούμε ολόκληροι, πλήρεις, σώοι, άνθρωποι πέρα ώς πέρα. «Η των ελπιζομένων υπόσταση».

Ποιό είναι λοιπόν το ιδανικό, αυτή η ουσιώδης έλλειψη, που μας υποδεικνύει η νεωτερικότητα μέσ' από την κατεξοχήν δική της μεγάλη αφήγηση, την Οικονομία; Και ποιόν «ιδανικό εαυτό» μας προτείνει εξ αυτού;

Όπως μας δείχνει ο Ζιάκας μιλώντας για τη «σφαγή των θεών», αλλά κι άλλοι μελετητές όπως λ.χ. ο Στέφανος Ροζάνης αναδεικνύοντας, στις «Μελέτες για το Ρομαντισμό», την «εκδίκηση κατά του Απολύτου» σαν θεμελιακό ψυχικό πυρήνα του νεωτερικού Ατόμου, η νεωτερικότητα, γκρεμίζοντας τους «ουρανούς», θέλησε να συνταυτίσει απόλυτα το «ιδανικό» με το «πραγματικό». Να προβάλει σαν ιδανικό, το πραγματικό. Δηλαδή, πολύ ρεαλιστικά: το «πράγμα». Ό,τι μπορούμε να πιάσουμε, ν' αδράξουμε - κοντολογίς και χωρίς εξωραϊστικά περιτυλίγματα: ο,τιδήποτε μπορούμε ν' αρπάξουμε.

Η ουσιώδης έλλειψη, την οποία μας υποδεικνύει η νεωτερικότητα σαν ιδανικό μέσω του οικονομικού μύθου της, είναι λοιπόν η έλλειψη πραγμάτων. Κυριολεκτικότερα ακόμα: η έλλειψη εκείνου του υπέρτατου πράγματος, που κάνει δυνατή την απόκτηση όλων των άλλων πραγμάτων. Δηλαδή του χρήματος. Αυτό είναι το δικό της, «γήινο» Απόλυτο. Ο «εγκόσμιος» θεός της.

Αρχίζουμε και διακρίνουμε το πρόσωπο του πλάσματος, που διέπραξε το «δεύτερο προπατορικό αμάρτημα» για να βρεθεί υπερχρεωμένο στο αφηρημένο πιστωτικό σύστημα. Είναι ο «καθορισμένος, πραγματικός άνθρωπος» του νεωτερικού μύθου της Οικονομίας. Που παρωθείται απ' το συμφέρον της ικανοποίησης των εξατομικευμένων «υλικών αναγκών» του. Το αδηφάγο-αρπακτικό αυτοαναφορικό Άτομο - αυτό το «αρνητικό ον που είναι στο βαθμό που αρνείται το Είναι», όπως μας το παρουσίασε πιο εύσχημα ο Χέγκελ -, που πεινάει και διψάει για πράγματα, και που φυσικά, «ως λέων βρυχόμενος ζητώντας τίνα καταπίει», δεν γνωρίζει κανένα ηθικό ή άλλο όριο σε ό,τι αφορά την ικανοποίηση του θηρευτικού του πάθους.

Είναι ο άνθρωπος ενός πολιτισμού που, στη θέση του «πολίτη», του «ιππότη» ή του «άγιου» παλαιότερων κοινωνιών, έθεσε σαν ιδανικό εαυτό, σαν ουσιώδη έλλειψη, τον «πλούσιο». Τον ατομικό και συλλογικό «επιχειρηματία-έμπορο». Τον άνθρωπο που βλέπει το πάντα σαν «πλουτοπαραγωγική πηγή» προς εκμετάλλευση. Από τη φύση έως και το διπλανό του.

Τώρα πλέον μπορούμε να το διακρίνουμε καθαρά: η νεωτερικότητα δεν απελευθέρωσε τον άνθρωπο αλλά το Εμπόριο, περνώντας το από την περιφέρεια στο επίκεντρο της ανθρώπινης δραστηριότητας και της  ανθρώπινης ταυτότητας!

Αυτού, του γενικευμένου «ελεύθερου εμπορίου» τα κατορθώματα έρχεται να διεκτραγωδήσει παραπλανητικά ο μύθος της Οικονομίας.  Κι αν γνωρίζουμε πλέον πως ουσιαστικά κανένα οικονομικό μέτρο δεν μπορεί ούτε να τεθεί με στοιχειώδη διάρκεια, ούτε και να τιθασσσεύσει τίποτα, αυτό συμβαίνει απλά διότι η Οικονομία δεν υπάρχει. Διότι εκείνο που υπάρχει δεν είναι αυτή, αλλά το γενικευμένο Εμπόριο. Η γενίκευση της θεώρησης του Άλλου σαν «θήραμα», όπως πολύ όμορφα υπογραμμίζει ο Ζιάκας.

Αυτή δεν είναι άλλωστε και η αιχμή του δόρατος της παγκοσμιοποίησης; Που τώρα πλέον δεν μπορεί να το κρύψει αλλά το λέει ρητά; «Απελευθέρωση των αγορών», «ελεύθερο εμπόριο» απ' άκρου εις άκρον της γης!

Δεν είναι λοιπόν αθέμιτο, ούτε . αναχρονιστικό, να επισημάνουμε πως όλα όσα σε άλλους πολιτισμούς αποδοκιμάζονταν σαν «ύβρεις» και «θανάσιμα αμαρτήματα» - η αλαζονεία, η απληστεία, η σκληροκαρδία -, όλα όσα δηλαδή αποτελούσαν το περιεχόμενο ενός ηθικού κοινού λόγου, σε τούτον εδώ τον πολιτισμό του αδηφάγου-αρπακτικού αυτοαναφορικού Ατόμου προκρίνονται όλο και πιο ρητά σαν . εξαίσιες αρετές. Δηλαδή σαν τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια και καύσιμά του ώστε να ζήσει βλέποντας τον Άλλο σαν «θήραμα».

Είναι ωραίο, λένε, το κυνήγι. Πλην όμως, επιφυλάσσει μια δυσάρεστη έκπληξη:

Το να είσαι θηρευτής σε χώρα «ίσων» και «ελεύθερων» θηρευτών σημαίνει πως, μοιραία, καταλήγεις κι ο ίδιος θήραμα των ομοίων σου! Είναι ποτέ δυνατόν να μη βρεθείς μια μέρα κι εσύ ο ίδιος ο θηρευτής, θύμα μιας τόσο γενικευμένης κι «απελευθερωμένης» αρπακτικότητας;

Πώς όμως θα μπορούσε να σταθεί μια κοινωνία αρπακτικών Ατόμων; Βεβαίως ευθύς εξαρχής καταβλήθηκαν, εκ μέρους των νεωτερικών λογίων, τεράστιες προσπάθειες οριοθέτησης αυτού του αδηφάγου-αρπακτικού προκειμένου να «εκκοινωνιστεί», δηλαδή να εσωτερικεύσει τον Άλλον, την ύπαρξη του Άλλου, ώστε να μη διαλυθεί το κοινωνικό οικοδόμημα-θηριοτροφείο. Το «ηθικό καθήκον» και η εξατομικευμένη εσωτερίκευσή του δια του «ορθού λόγου» των Διαφωτιστών υπήρξε η συγκινητικότερη ίσως από αυτές.

Μάταια όμως! Το «ηθικό καθήκον», όπως επισημαίνει (αν και με μια χαρούμενη διάθεση) ο Ζιλ Λιποβετσκί στο «Λυκόφως του Καθήκοντος», μας έχει αποχαιρετίσει προ πολλού. Μοιραία άλλωστε, αφού μόνον ένας τρόπος εσωτερίκευσης του Άλλου μπορεί να υπάρξει και να σταθεί για το αδηφάγο Άτομο. Ένας τρόπος, που δεν έχει καμμιά σχέση με ο,τιδήποτε θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ηθική». Και του οποίου, το «αποβουτυρωμένο light καθήκον» του Λιποβετσκί, δεν αποτελεί παρά το περιτύλιγμα.

Ποιός είναι αυτός ο τρόπος; Ο Ζιάκας μας τον υποδεικνύει με σαφήνεια:

Είναι η αποπροσωποποίηση. Η μετατροπή δηλαδή του Άλλου σε «πράγμα», σε εμπόρευμα. Κι όχι μόνο του Άλλου, αλλά και του εαυτού μας. Διότι, όπως αποπροσωποποιείς τον Άλλον, έτσι και ο άλλος καλείται κι έχει το «δικαίωμα» να σε αποπροσωποποιήσει. Ώστε να συνυπάρξετε σαν θηρευτές-θηράματα. Γενικευμένη αποπροσωποποίηση λοιπόν.

Μόνο μ' αυτό τον τρόπο μπορεί να θεσμιστεί ένας κόσμος θηρευτών-θηραμάτων, ο κόσμος του απελευθερωμένου Εμπορίου, χωρίς να καταρρεύσει αυτοστιγμεί. Μόνον έτσι - δηλαδή με κανένα απολύτως ηθικό μέτρο, γνώμονα ή κανόνα, αλλά μόνο συστημικά και λογιστικά - μπόρεσε να θεσμιστεί αυτό που έκανε η νεωτερικότητα, και που δεν διανοήθηκε κανείς άλλος πολιτισμός: Ο ανταγωνισμός όλων εναντίον όλων. Μέσω της γενικευμένης αποπροσωποποίησης.

Κι αν κάποτε - στην εποχή λ.χ. που ο Μαρξ, μιλώντας με οξυδέρκεια για το «φετιχισμό του εμπορεύματος», έλεγε πως εδώ «οι σχέσεις μεταξύ προσώπων παρουσιάζονται σαν σχέσεις μεταξύ πραγμάτων» -, αν λοιπόν κάποτε αυτή η αποπροσωποποίηση βρισκόταν σε ανοδική πορεία κι ήταν, γι' αυτό, δυσδιάκριτη στο σύνολο της ζωής, σήμερα είναι σαφέστατα και μοιραία το πιο ευδιάκριτο πρόβλημα της σύγχρονης ζωής. Προσδιορίζοντας επακριβώς, με την ένταση και την οξύτητά του, το τέλος της νεωτερικότητας. Το γεγονός ότι δεν ζούμε σε μεταβατικούς καιρούς, αλλά σε χρόνους ολοκλήρωσης κι αποσύνθεσης του κόσμου της.

Σ' αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της σωτηρίας - από το «σώος», δηλαδή «ολόκληρος», «ακέραιος», «πλήρης» - αυτού του αποπροσωποποιημένου αδηφάγου Ατόμου, με το οποίο καλούμαστε να συγχρονιστούμε, προβάλλει όλο και πιο επιτακτικό! Δραματικά επιτακτικό, θα έλεγα.

Εάν το «Πρόσωπο», που μας προτείνει σαν διέξοδο και λύση ο Ζιάκας, μας φαίνεται, ίσως, σαν ένα αφηρημένο ιδανικό ή σαν κάποια αναχρονιστική ονειροφαντασία, που παραπέμπει μονόδρομα σε άλλες κι ίσως όχι τόσο «φωτεινές» εποχές, ας το αναρωτηθούμε αλλιώς:

Ποιά ουσιώδη και βαθύτατη έλλειψη βιώνουμε; Σε ποιό βαθμό αυτή την ουσιώδη έλλειψη την αναγνωρίζουμε στην πρόταση του κατεξοχήν νεωτερικού μύθου, του μύθου της Οικονομίας, που, σαν λόγος του ελεύθερου Εμπορίου, μας καλεί να βλέπουμε τον Άλλον σαν «θήραμα» και να γινόμαστε «θηράματα» των ομοίων μας; Σε ποιό βαθμό αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στο αδηφάγο-αρπακτικό αυτοαναφορικό Άτομο;

Και αν την ουσιώδη έλλειψή μας δεν μπορούμε να την αναγνωρίσουμε εκεί, ούτε να την ικανοποιήσουμε από εκεί, πού άραγε θα μπορούσαμε να την αναζητήσουμε;

 

Γιάννης Ιωαννίδης