In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

Mike Davis


Ποιος θα Χτίσει την Κιβωτό;
Η Αρχιτεκτονική Φαντασία σε μια Εποχή Καταστροφικής Σύγκλισης


Μέρος Πρώτο: Η απαισιοδοξία της διανόησης


Αποχαιρετισμός στην Ολόκαινο
Ο κόσμος μας, ο γέρικος κόσμος μας, στον οποίο κατοικούμε τα τελευταία 12.000 χρόνια, έχει επίσημα τελειώσει, αλλά καμία εφημερίδα στη Βόρειο Αμερική ή την Ευρώπη δεν έχει ακόμα δημοσιοποιήσει την επιστημονική «αγγελία θανάτου».
Αυτόν το Φεβρουάριο, ενώσω γερανοί ανύψωναν τις επικαλύψεις στον εκατοστό τεσσαρακοστό πρώτο όροφο των Πύργων Burj στο Ντουμπάι (οι οποίοι σύντομα θα έχουν το διπλάσιο ύψος του Empire State Building), η Επιτροπή Στρωματογραφίας της Γεωλογική Εταιρείας του Λονδίνου προσέθετε την πιο πρόσφατη και ψηλότερη επιστρωμάτωση στη γεωλογική στήλη.
Ιδρυθείσα το 1808, η Λονδρέζικη Εταιρεία αποτελεί την παλαιότερη οργάνωση γεωλόγων επιστημόνων στον κόσμο και η Επιτροπή της έχει την ύστατη εξουσία  σε αποφάσεις που αφορούν τη γεωλογική κλίμακα χρόνου. Οι στρωματογράφοι χωρίζουν την ιστορία της γης – όπως αυτή διατηρείται στα ιζηματογενή στρώματα – σε ιεραρχίες αιώνων, εποχών και περιόδων που σημαδεύονται από τις «χρυσές αιχμές» (golden spikes) της μαζικής εξαφάνισης ειδών, των περιστατικών διαφοροποίησης και δημιουργίας νέων ειδών, ή των αιφνίδιων αλλαγών στη χημεία της ατμόσφαιρας. Ο διαχωρισμός σε περιόδους αποτελεί μια σύνθετη, πολυσυζητημένη υπόθεση και την πλέον πικρή διαμάχη της Βρετανικής επιστήμης του δεκάτου ένατου αιώνα – ακόμα γνωστή ως η «Μεγάλη Δεβόνια Αντιπαράθεση» (The Great Devonian Controversy) – που πυροδοτήθηκε από ανταγωνιστικές ερμηνείες των απλών Ουαλικών γκρίζων χαλαζιακών Ψαμμιτών  και των Παλαιών Αγγλικών Κόκκινων Ψαμμιτών.[1]
Ως αποτέλεσμα, οι σύγχρονοι στρωματογράφοι εμμένουν σε εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια για την έγκριση των νέων γεωλογικών διαιρέσεων. Παρά το γεγονός ότι η ιδέα της περιόδου της «Ανθρωπόκαινου» (Anthropocene) – σε μια εποχή της γης που ορίζεται από την εμφάνιση της αστικής – βιομηχανικής κοινωνίας ως μια γεωλογική δύναμη – διαθέτει μακρά «γενεαλογία», οι στρωματογράφοι αντιστέκονταν προσεκτικά στον όρο, επιμένοντας ότι δεν κατέχει ακόμα μια αδιαμφισβήτητη γεωλογική εγγύηση.
Αυτή η θέση έχει τώρα αλλάξει. Στην ερώτηση «Ζούμε τώρα την περίοδο της Ανθρωπόκαινου;» τα εικοσιένα μέλη της Επιτροπής ομόφωνα απαντούν «ναι». Παραθέτουν ισχυρά στοιχεία ότι η εποχή της Ολόκαινου – το μεσοπαγετώδες (interglacial) διάστημα με ασυνήθιστα σταθερό κλίμα που επέτρεψε την εμφάνιση της γεωργίας και του αστικού πολιτισμού – έχει λήξει και ότι η γη έχει εισέλθει σε μία στρωματογραφική περίοδο χωρίς κοντινό παράλληλο τα τελευταία εκατομμύρια χρόνια. Επιπρόσθετα στη σταδιακή αύξηση των αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου, οι στρωματογράφοι αναφέρουν μια μεταμόρφωση του ανθρώπινου τοπίου, η οποία «τώρα υπερβαίνει (ετησίως) τη φυσική παραγωγή ιζήματος κατά τάξη μεγέθους», τη δυσοίωνη οξίνιση (acidification) των ωκεανών, και την αδυσώπητη καταστροφή του βιόκοσμου (χλωρίδα και πανίδα οικοσυστήματος).[2]
Αυτή η νέα εποχή, εξηγούν, ορίζεται τόσο από την τάση υπερθέρμανσης (το πλησιέστερο ανάλογο είναι εκείνο στο οποίο μπορεί να οφείλεται η καταστροφή γνωστή ως Παλαιοκαινικό Ηωκαινικό Θερμικό Μέγιστο (Paleocene Eocene Thermal Maximum) , πενήντα έξι εκατομμύρια χρόνια πριν), όσο και από τη ριζική αστάθεια των περιβαλλόντων του μέλλοντος. Με ζοφερά λόγια, προειδοποιούν ότι «ο συνδυασμός των εξαλείψεων, της αποδημίας ειδών σε παγκόσμιο επίπεδο, και η ευρεία αντικατάσταση της φυσικής βλάστησης με γεωργικές μονοκαλλιέργειες δημιουργεί ένα διακριτό σύγχρονο βιοστρωματογραφικό χαρακτήρα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι μόνιμες, μιας και η μελλοντική εξέλιξη θα συντελεστεί από τα εναπομένοντα αποθέματα» (και την επαναχρησιμοποίησή τους από τον άνθρωπο ο οποίος τα δημιούργησε).[3] Η ίδια η εξέλιξη, με άλλα λόγια, έχει εξαναγκαστεί να  μπει σε μια νέα τροχιά.


Αυτόματη  μείωση της εκπομπής παραγώγων του άνθρακα (decarbonization)
Η είσοδος της Επιτροπής στη νέα εποχή συμπίπτει με την αυξανόμενη επιστημονική αντιπαράθεση για την τέταρτη Αναφορά Αξιολόγησης που κατατέθηκε τον προηγούμενο χρόνο από τη Διακυβερνητική Ομάδα για την Κλιματική Αλλαγή (IPPC). Η  IPPC, φυσικά, έχει δεχτεί εντολή να καθιερώσει επιστημονικές βασικές γραμμές για τις διεθνείς προσπάθειες να μετριαστεί η παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας, αλλά κάποιοι από τους πιο διακεκριμένους ερευνητές στον τομέα αμφισβητούν το πλαίσιο στο οποίο βασίζει τα σενάριά της ως υπερβολικά αισιόδοξο, αν όχι ξεκάθαρα ανεδαφικό. Τα ισχύοντα σενάρια που υιοθετήθηκαν από την IPPC το 2000 για να εκτιμηθούν οι μελλοντικές παγκόσμιες εκπομπές βασίστηκαν σε διαφορετικές εικασίες σχετικά με το μέγεθος του πληθυσμού  και της τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης. Κάποια από τα κύρια σενάρια (Α1, Β2 κλπ) είναι ευρέως γνωστά στους δημιουργούς πολιτικής και στους ακτιβιστές του φαινομένου του θερμοκηπίου, αλλά αυτό που λίγο έγινε αντιληπτό εκτός του κύκλου των ερευνητών είναι ότι πρώτα-πρώτα, απέτυχαν να δειγματίσουν ένα πλήρες φάσμα από τις πιθανές διαδρομές απελευθέρωσης CO2, και δεύτερα, βασίστηκαν στη βεβαιότητα ότι η μεγαλύτερη ενεργειακή αποδοτικότητα θα είναι ένα «αυτόματο» παραπροϊόν της μελλοντικής οικονομικής ανάπτυξης. Πράγματι, όλα τα σενάρια – ακόμα και αυτά με τις πιο αποθαρρυντικές εκδοχές, που στηρίζονται δηλαδή στην παραδοχή ότι θα συνεχίσουν να ακολουθούνται οι τρέχουσες συνήθεις πρακτικές (business as usual), υποθέτουν ότι τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό της μείωσης των εκπομπών θα προκύψει ανεξάρτητα από τα μέτρα για την αναχαίτιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. [4]
Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή έχει στοιχηματίσει ολόκληρο τον πλανήτη σε μια μη σχεδιασμένη, και καθοδηγούμενη από την αγορά πορεία προς μία διεθνή οικονομία η οποία δεν θα είναι πλέον βασισμένη στον άνθρακα και τα παράγωγά του, μια μετάβαση που επίσης αυτονόητα απαιτεί ότι ο πλούτος ο παραγόμενος από τις υψηλές τιμές ενέργειας εν τέλει διοχετεύεται πάλι πίσω στις νέες τεχνολογίες και την ανανεώσιμη ενέργεια. Οι συμφωνίες τύπου Κιότο και οι αγορές του άνθρακα είναι σχεδιασμένες – σχεδόν ως ανάλογο των Κεηνσιανών «επενδύσεων τόνωσης της οικονομίας» (pump-priming) – ώστε να καλύψουν την αποτυχία των στόχων της αυτόματης μείωσης του CO2 (decarbonization) και των στόχων των εκπομπών που απαιτούνται από το κάθε σενάριο. Από ευτυχή σύμπτωση, έτσι μειώνονται και τα ρητώς συμφωνηθέντα έξοδα που θα απαιτηθούν για το μετριασμό   σε επίπεδα που ευθυγραμμίζονται με την θεωρητική πολιτική δυνατότητα, όπως μετρήθηκε από το περιοδικό British Stern Review καθώς και σε άλλες μελέτες.  
Οι επικριτές ισχυρίζονται ότι αυτή η μεγαλειώδης πίστη στην αυτόματη μείωση των εκπομπών άνθρακα  υποτιμά σε σημασία το οικονομικό κόστος, τα τεχνολογικά εμπόδια, και τις κοινωνικές αλλαγές που απαιτούνται προκειμένου να ελεγχθεί το μέγεθος των εκπομπών του φαινομένου του θερμοκηπίου. Όπως ο Στόχος της Ανάπτυξης της Χιλιετίας των Ηνωμένων Εθνών για τη μείωση της ακραίας φτώχειας, έτσι και η πορεία της IPPC για την αποδοτικότητα της ενέργειας δεν επιτυγχάνει τους στόχους της. Με εξαίρεση το περιοδικό Economist το οποίο επιμένει να έχει διαφορετική άποψη οι περισσότεροι ερευνητές στον τομέα της ενέργειας πιστεύουν ότι μέχρι το 2000, η εντατική χρήση ενέργειας θα έχει πραγματικά αυξηθεί, πράγμα που σημαίνει ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα συμβαδίζουν, ή ακόμα και θα προπορεύονται οριακά από τη χρήση της ενέργειας. [5]
Συγκεκριμένα, η παραγωγή κάρβουνου υφίσταται μια δραματική αναγέννηση, και ο δέκατος ένατος αιώνας έχει επιστρέψει για να στοιχειώσει τον εικοστό πρώτο μιας και εκατοντάδες χιλιάδες μεταλλωρύχων, που εργάζονται κάτω από συνθήκες που θα είχαν προκαλέσει φρίκη στο Ντίκενς, εξάγουν το ακάθαρτο ορυκτό που προμηθεύει με καύσιμα την εκρηκτική αστικό-βιομηχανική επανάσταση της Κίνας. Συνολικά, η παγκόσμια κατανάλωση των φυσικών καυσίμων προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατ’ ελάχιστο πενήντα πέντε τοις εκατό από την προηγούμενη γενιά, με τις διεθνείς εξαγωγές πετρελαίου να διπλασιάζονται σε όγκο.
Το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, που έκανε τη δική του μελέτη για στόχους βιώσιμης ενέργειας, προειδοποιεί ότι θα απαιτηθεί «πενήντα τοις εκατό περικοπή στις εκπομπές των  αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου παγκοσμίως μέχρι το 2050 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990» ώστε να διατηρηθεί η ανθρωπότητα εκτός της κόκκινης ζώνης της αχαλίνωτης υπερθέρμανσης (που συχνά ορίζεται ως μεγαλύτερη των δύο βαθμών Κελσίου αύξηση αυτόν τον αιώνα). Ακόμα, η διεθνής Ενεργειακή  Αντιπροσωπεία προβλέπει ότι κατά πάσα πιθανότητα οι εκπομπές θα αυξηθούν μέσα σε αυτήν την περίοδο σχεδόν εκατό τοις εκατό – αρκετά δηλαδή αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου, για να μας οδηγήσουν πέραν από όχι  ένα, αλλά αρκετά κρίσιμα όρια.[6]
Ακόμα κι αν οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ωθήσουν τα SUV (sport utility vehicle) σε εξάλειψη και προσελκύσουν περισσότερα κεφάλαια για καινοτομία στην ανανεώσιμη ενέργεια, ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας για την παραγωγή ακατέργαστου πετρελαίου από τις Καναδικές tar sands (αμμώδεις γεωλογικοί σχηματισμοί με μεγάλη περιεκτικότητα σε πίσσα) και το βαρύ πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Όπως είχαν προειδοποιήσει κάποτε οι Βρετανοί επιστήμονες, το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να ευχόμαστε (υπό την εσφαλμένη συνθηματολογία «ενεργειακή ανεξαρτησία») είναι ένα νέο μέτωπο παραγωγής υδρογονάνθρακα που προάγει «την ικανότητα της ανθρωπότητας να επιταχύνει την παγκόσμια θέρμανση του πλανήτη» και επιβραδύνει την επιτακτική μεταστροφή μας σε «άνευ-άνθρακα ή κλειστού-άνθρακα ενεργειακούς κύκλους » (non-carbon or closed-carbon energy cycles).  [7]   

                
Η συντέλεια του κόσμου εν μέσω οικονομικού οργασμού
Εν τω μεταξύ, ποια εμπιστοσύνη θα έπρεπε να έχουμε στην ικανότητα των αγορών να αναδιανείμουν τις επενδύσεις από τις παλιές στις νέες μορφές ενέργειας, ή, ας πούμε, από τις δαπάνες για όπλα στη βιώσιμη γεωργία; Δεχόμαστε αδιάλειπτα προπαγάνδα ότι γιγάντιες εταιρείες όπως οι Chevron, Pfizer Inc., Archer Daniels Midland εργάζονται σκληρά για να σώσουν τον πλανήτη επανεπενδύοντας τα κέρδη στη μελέτη και την έρευνα που θα εξασφαλίσει καθαρότερα καύσιμα, νέα εμβόλια, και πιο ανθεκτικές στην ξηρασία σοδειές. Ακόμα και το Αμπού Ντάμπι, όπου το πετρέλαιο εμποτίζει έναν τρόπο ζωής σκανδαλώδους υπερβολής , διαβεβαιώνει ότι σκοπεύει να δαπανήσει πέντε δισεκατομμύρια για να κτίσει την πρώτη «απόλυτα πράσινη» πόλη.
Αλλά τα προϊόντα  σπάνια είναι όπως διαφημίζονται. Όπως η τρέχουσα ραγδαία αύξηση παραγωγής αιθανόλης από σπόρους καλαμποκιού, η οποία έχει εκτρέψει εκατό εκατομμύρια τόνους δημητριακών από την ανθρώπινη διατροφή στις μηχανές αμερικάνικων αυτοκινήτων, καταδεικνύει τόσο απεχθώς, το «βιοκαύσιμο» μπορεί να είναι ένας ευφημισμός για επιδοτήσεις για τους πλούσιους και λιμοκτονία για τους φτωχούς, ενώ το αποκαλούμενο «καθαρό κάρβουνο», το οποίο υποστηρίζουν διακαώς και οι δύο Δημοκρατικοί υποψήφιοι, θα καταστρέψει περαιτέρω το τοπίο στα Απαλάχια Όρη και θα εξαπολύσει στην ατμόσφαιρα εκατομμύρια τόνους επιπρόσθετου διοξειδίου του άνθρακα. Εντωμεταξύ, υπάρχουν ανησυχητικές  ενδείξεις ότι οι εταιρείες και επιχειρήσεις πετρελαίου δεν είναι συνεπείς με τις δημόσιες δεσμεύσεις τους για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών ενέργειας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Shell μόλις αποσύρθηκε από το έργο αιολικής – ενέργειας της Λονδρέζικης Σύμπραξης (London Array),  ενώ στις Ηνωμένες. Πολιτείες, πρόσφατα ακυρώθηκαν οι εργασίες πάνω στην απομόνωση του άνθρακα, εγείροντας «αμφιβολίες (σύμφωνα με τους Τάιμς της Νέας Υόρκης) για το κατά πόσον η τεχνική αυτή θα μπορέσει να είναι έτοιμη κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες δεκαετίες». 
Από την άλλη πλευρά, τα κέρδη από την ενέργεια επενδύονται σε ακίνητη περιουσία, ουρανοξύστες και χαρτοφυλάκια. Είτε πράγματι έχουμε φτάσει στην κορυφαία τιμή της καμπύλης του Hubbert  είτε όχι, κι ακόμα και αν καταρρεύσει η φούσκα της τιμής του πετρελαίου, είμαστε πιθανώς μάρτυρες της μεγαλύτερης μεταβίβασης πλούτου στη σύγχρονη ιστορία. Ένας επαγγελματίας προφήτης της Γουόλ Στριτ, το Διεθνές Ίδρυμα McKinsey, προλέγει ότι αν οι τιμές παραμείνουν περίπου στα εκατό δολάρια ανά βαρέλι, μόνον οι έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου θα «δρέψουν ένα συσσωρευτικό απροσδόκητο κέρδος της τάξεως των εννέα τρισεκατομμυρίων έως το 2020». Όπως και τη δεκαετία του 1970, η Σαουδική Αραβία και οι γειτονικές  της χώρες του Κόλπου – των οποίων το συνολικό ΑΕΠ έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε μόνο τρία χρόνια – διαθέτουν υπερβολικά μεγάλη ρευστότητα: δύο κόμμα τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια σε τράπεζες και ανεξάρτητα αποθέματα πλούτου σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση του Economist. [8]Ανεξάρτητα από τις τάσεις των τιμών, η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας προλέγει, ότι «όλο και περισσότερο πετρέλαιο θα έρχεται από ολοένα και λιγότερες χώρες, αρχικά τα μέλη της Μέσης Ανατολής του OPEC».[9] Το Ντουμπάι, που έχει χαμηλό εισόδημα πετρελαίου από μόνο του, έχει γίνει περιφερειακό οικονομικό κομβικό σημείο για την κολοσσιαία τράπεζα πλούτου, με φιλοδοξίες να συναγωνιστεί εντέλει τη Γουόλ Στριτ και το Σίτι Μπανκ του Λονδίνου.    
Κατά τη διάρκεια της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, αρκετό από το πλεόνασμα του OPEC ανακυκλώθηκε μέσω οπλικών αγορών στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, ή τοποθετήθηκε σε ξένες τράπεζες ώστε να γίνουν τα «υψηλού ρίσκου» (subprime) δάνεια που τελικά κατέστρεψαν τη Λατινική Αμερική. Με το χτύπημα στις 9/11, τα κράτη του Κόλπου έγιναν πολύ πιο καχύποπτα στο να εμπιστευτούν τον πλούτο τους σε χώρες – όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες – οι οποίες εξουσιάζονται από θρησκευτικώς φανατισμένους. Αυτόν τον καιρό, χρησιμοποιούν sovereign funds (κρατικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια) για να πετύχουν μια πιο ενεργή κυριότητα στα οικονομικά ιδρύματα του εξωτερικού, και επενδύουν τεράστια ποσά από πετρελαϊκά εισοδήματα για να μεταμορφώσουν τις αραβικές ερήμους σε πόλεις που διακρίνονται για την υπερβολή τους,, παράδεισους καταναλωτισμού, και ιδιωτικά νησιά για Βρετανούς ροκ στάρ και Ρώσους γκάνγκστερ.
Δύο χρόνια πριν όταν οι τιμές του πετρελαίου ήταν λιγότερο από το μισό σε σχέση με τις τρέχουσες τιμές, οι Financial Times, εκτιμούσαν ότι οι προγραμματισμένες νέες κατασκευές στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπερέβαιναν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Σήμερα, μπορεί να είναι πιο κοντά στο ενάμισι τρισεκατομμύριο δολάρια: ποσόν κατά πολύ μεγαλύτερο από τη συνολική αξία του παγκόσμιου εμπορίου σε γεωργικά προϊόντα.[10] Όλες οι πόλεις-κράτη του Κόλπου χτίζουν ψευδαισθησιακούς ορίζοντες με ουρανοξύστες, αλλά το Ντουμπάι είναι ο αδιαφιλονίκητος υπερήρωας. Σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία, ανέγειρε πεντακόσιους ουρανοξύστες, και τώρα εκμισθώνει το ένα τέταρτο από όλους τους ψηλούς (για πολυώροφα κτίρια) γερανούς στον κόσμο.
Αυτή η υπερεντατική ραγδαία ανάπτυξη του Κόλπου, που ο διάσημος αρχιτέκτων Ρεμ Κούλχαας ισχυρίζεται ότι «επανασχηματίζει τον κόσμο», οδήγησε τους σχεδιαστές της ανάπτυξης του Ντουμπάι να αναγγείλουν την έναρξη ενός «ανώτερου τρόπου ζωής» που  εκπροσωπείται από τα ξενοδοχεία επτά αστέρων και τα ιδιωτικά νησιά. Επομένως, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και οι γειτονικές σε αυτά χώρες έχουν μεγαλύτερο κατά κεφαλήν οικολογικό αποτύπωμα επί γης. Εντωμεταξύ, αυτοί στους οποίους ανήκει δικαιωματικά ο πλούτος του Αραβικού πετρελαίου – οι μάζες, που στοιβάζονται εξαγριωμένες  στις λαϊκές πολυκατοικίες της Βαγδάτης, του Καϊρου, του Αμάν, και του Χαρτούμ – κερδίζουν λίγα περισσότερα από μια σταγόνα στον ωκεανό από τα επαγγέλματα στον τομέα του πετρελαίου και επιδοτούμενα από τη Σαουδική Αραβία  βαμβακερά υφάσματα. Ενώ οι επισκέπτες απολαμβάνουν δωμάτια προδιαγραφών των πέντε χιλιάδων δολαρίων τη νύχτα στο Burj Al-Arab, το πασίγνωστο ξενοδοχείο με σχήμα ιστίου του Ντουμπάι, οι  προερχόμενοι από το Κάιρο εργάτες μάχονται στους δρόμους για την δυσπρόσιτη  τιμή του ψωμιού.
 
Μπορούν οι Αγορές να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των φτωχών;
Οι αισιόδοξοι στο θέμα των εκπομπών του CO2, φυσικά, θα επικαλεστούν μειδιώντας το επερχόμενο θαύμα του εμπορίου του άνθρακα. Αλλά δεν υπολογίζουν την απτή πιθανότητα ότι ένα τεράστιο αντιστάθμισμα της αγοράς μπορεί μεν να προκύψει όπως προλέγεται, αλλά να παράγει μόνο ελάχιστη βελτίωση στο παγκόσμιο ισολογισμό του άνθρακα. Το Άμπου Ντάμπι, για παράδειγμα, φύτεψε περισσότερα από εκατόν τριάντα εκατομμύρια δέντρα: αλλά αυτά μετρούν ως μία θαυμαστή συνεισφορά στην απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα ή ως μια ανοικονόμητη εκπομπή αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου για την αφαλάτωση θαλάσσιων υδάτων  με σκοπό την άρδευση; Και πόσο σοβαρά παίρνουμε τις Ευρωπαϊκές κοινωφελείς υπηρεσίες που αντισταθμίζουν τις υποχρεώσεις του Κιότο αγοράζοντας λαμπτήρες φωτός για Τανζανούς;
Και αν η αγορά και η πώληση της πίστωσης του άνθρακα και του εκτοπίσματος της μόλυνσης αποτύχει να κατεβάσει το θερμοστάτη, τι θα δώσει κίνητρο στις κυβερνήσεις και τις διεθνείς βιομηχανίες να ενώσουν τα χέρια σε μια ηρωική σταυροφορία για να μειώσουν τις εκπομπές μέσω κανονισμών και φόρων; Η κλιματική διπλωματία τύπου Κιότο, για παράδειγμα, υποθέτει ότι όλοι οι κύριοι δράστες, από τη στιγμή που έχουν αποδεχτεί την επιστήμη των αναφορών του IPPC, θα αναγνωρίσουν ένα υπερισχύον κοινό ενδιαφέρον, στην πάλη με τον έλεγχο του καλπάζοντος φαινομένου του θερμοκηπίου. Αλλά η παγκόσμια υπερθέρμανση δεν είναι ο Πόλεμος των Κόσμων, όπου οι εισβολείς Αρειανοί είναι  ταγμένοι στην εκμηδένιση όλου του ανθρώπινου είδους  αδιακρίτως, και η κλιματική αλλαγή θα προκαλέσει δραματικά άνισο αντίκτυπο σε όλο το εύρος των  κοινωνικών τάξεων και των περιοχών του πλανήτη. Όπως τόνισε και το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών στην αναφορά του τον προηγούμενο χρόνο, η παγκόσμια θέρμανση είναι πάνω απ’ όλα  μια απειλή για τους φτωχούς και τους αγέννητους, τις «δυο μερίδες του εκλογικού σώματος με λίγη ή καθόλου πολιτική φωνή».
Η συντονισμένη διεθνής δράση για λογαριασμό τους προϋποθέτει συνεπώς είτε την επαναστατική τους ενδυνάμωση (ένα σενάριο που δεν αντιμετωπίζεται σοβαρά από την IPPC), είτε τη μεταστοιχείωση της ιδιοτέλειας των πλούσιων χωρών και τάξεων σε μια διαφωτισμένη «αλληλεγγύη» χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία. Από ορθολογιστική σκοπιά, ωστόσο, το τελευταίο αποτέλεσμα μοιάζει ρεαλιστικό μόνον αν μπορεί να δειχθεί ότι προνομιούχες ομάδες κατέχουν μη προνομιούχα επιλογή «εξόδου», ότι η δημιουργία πολιτικής σε χώρες- κλειδιά επηρεάζεται από την διεθνή κοινή γνώμη, και ότι η εξάλειψη του φαινομένου του θερμοκηπίου μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σημαντικές θυσίες στα υψηλά επίπεδα ζωής του Βορείου Ημισφαιρίου.   
Αλλά τι θα συνέβαινε αν οι αυξανόμενες περιβαλλοντικές και κοινωνικές αναταραχές, αντί να ενισχύσουν την ηρωική καινοτομία και διεθνή συνεργασία, απλά οδηγούσαν τις κλίκες των ελίτ σε ακόμα πιο φρενιτιώδεις απόπειρες  να απομονωθούν  από την υπόλοιπη ανθρωπότητα; Η ανακούφιση του πλανήτη, σε αυτό το αδιερεύνητο όχι όμως και απίθανο σενάριο, θα εγκαταλειπόταν, μετά από σιωπηρή συμφωνία - και μήπως αυτό δεν έχει ήδη συμβεί;- για χάρη της επιταχυνόμενης επένδυσης  στην επιλεκτική προσαρμογή για τους επιβάτες πρώτης θέσης της γης, δημιουργώντας καταπράσινες οάσεις  μόνιμης αφθονίας επάνω σε έναν καταρρακωμένο πλανήτη.  Σε μια τέτοια περίπτωση , το Ντουμπάι και άλλοι « τεχνητοί κόσμοι» είναι ο αυτοφυής ορίζοντας του διεθνούς καπιταλισμού.   
Φυσικά και θα υπάρξουν κυβερνητικές συμφωνίες, πιστώσεις άνθρακα, αποστολές βοήθειας σε χώρες που πλήττονται από λιμό, ανθρωπιστικές μανούβρες, και ίσως η πλήρους κλίμακας  μετάβαση κάποιων Ευρωπαϊκών πόλεων και μικρών χωρών σε εναλλακτική ενέργεια. Αλλά η αλλαγή στον τρόπο ζωής  προκειμένου να μειωθούν ή να μηδενιστούν οι εκπομπές θα είναι άκρως δαπανηρή (στη Βρετανία  σήμερα κοστίζει εκατόν σαράντα χιλιάδες ευρώ περισσότερο να χτίσει κανείς  μια οικολογική κατοικία «επιπέδου 6» από ότι ένα κανονικό σπίτι με το ίδιο εμβαδόν και θα καταστεί ακόμα δυσκολότερο μετά το 2030 όταν οι συγκλίνουσες επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, της εκτίναξης του πετρελαίου και επιπλέον ενάμισι δισεκατομμύριο ανθρώπων επί γης, μπορεί ν’ αρχίσουν να στραγγαλίζουν την ανάπτυξη. Έτσι,  οφείλει κανείς να αμφισβητήσει το αν οι πλούσιες χώρες θα κινητοποιήσουν ποτέ την πολιτική θέληση και τους οικονομικούς πόρους τους για να επιτύχουν πραγματικά τους στόχους του IPPC ή, έστω, για να βοηθήσουν τις φτωχότερες χώρες να προσαρμοστούν στο ήδη «πεπραγμένο» πηλίκο της θέρμανσης που εξαπλώνεται μέσω της αργής κυκλοφορίας των ωκεανών του πλανήτη.
 
Το Οικολογικό Χρέος του Βορρά
Για να γίνουμε πιο παραστατικοί, θα αποβάλλουν άραγε οι ψηφοφόροι των πλουσίων και ταχείας γήρανσης εθνών την τωρινή στενομυαλιά τους και τα τειχισμένα σύνορα  για να δεχθούν πρόσφυγες από   προβλεφθέντα επίκεντρα ξηρασίας και  ερημοποίησης όπως το Μάγκρεμπ, το Μεξικό, η Αιθιοπία, και το Πακιστάν; Θα είναι οι Αμερικάνοι,   ο πιο σφιχτοχέρης λαός όπως μετρήθηκε με βάση την κατά κεφαλήν βοήθεια στο εξωτερικό, πρόθυμοι να φορολογηθούν προκειμένου να βοηθήσουν να επαναστεγαστούν τα εκατομμύρια που είναι πιθανόν να εκδιωχθούν λόγω πλημμυρών από τις πυκνοκατοικημένες  περιοχές γιγάντιων δέλτα όπως το Μπαγκλαντές; Για ακόμα μια φορά, οι οπτιμιστές που προσανατολίζονται στην αγορά θα υποδείξουν τα προγράμματα αντισταθμίσματος του άνθρακα όπως ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης το οποίο ισχυρίζονται ότι θα επιτρέψει στο πράσινο κεφάλαιο να εισρεύσει στον Τρίτο Κόσμο. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος του Τρίτου Κόσμου πιθανώς προτιμά να αναγνωρίσει ο Πρώτος Κόσμος το χάος που έχει προκαλέσει και να αναλάβει την υπευθυνότητα να το διορθώσει. Δικαίως εξανίστανται  με την αντίληψη ότι το μεγαλύτερο βάρος της προσαρμογής στην περίοδο της Ανθρωπόκαινου θα πρέπει να το επωμιστούν εκείνοι που ελάχιστα έχουν συμβάλει στις εκπομπές άνθρακα ενώ έχουν αποκομίσει τα ελάχιστα οφέλη από διακόσια χρόνια βιομηχανοποίησης.             
Σε μια εξεχόντως ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στα πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστήμης (ΗΠΑ), μια ερευνητική ομάδα επιχείρησε να υπολογίσει τη διανομή των περιβαλλοντικών επιδράσεων και του κόστους τους  ανάμεσα στις χώρες με υψηλά εισοδήματα, μεσαία εισοδήματα και χαμηλά εισοδήματα. Αφού έκαναν ρυθμίσεις για επιβαρύνσεις σχετικού κόστους, βρήκαν ότι οι πλουσιότερες χώρες έχουν δημιουργήσει το σαράντα δύο τοις εκατό της παγκόσμιας περιβαλλοντικής υποβάθμισης, αλλά επωμίζονται μόνο το τρία τοις εκατό του κόστους των επιπτώσεων. [11]
Οι ριζοσπαστικοί του Νότου δικαίως θα υποδείξουν μία ακόμα οφειλή. Για τριάντα χρόνια, οι πόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου έχουν μεγαλώσει με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς παράλληλη δημόσια επένδυση σε υπηρεσίες υποδομής, κατοικιών, και δημόσιας υγείας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι το αποτέλεσμα εξωτερικών χρεών βάσει συμβολαίων με δικτάτορες, πληρωμές επιβεβλημένες από το ΔΝΤ, και δημόσιους τομείς καταστραμμένους από τις επονομαζόμενες συμφωνίες «δομικής προσαρμογής» (“structural adjustment”) με την Παγκόσμια Τράπεζα. Επιπλέον, καθώς η παγκόσμια κατασκευαστική παραγωγή έχει μετακινηθεί στην Κίνα, με τις μεγαλύτερες ενεργειακές δυνατότητες,  το μέγεθος της επίσημης απασχόλησης στην Αφρική, μεγάλο μέρος  της Λατινικής Αμερικής, και τη Νότια Ασία, έχει λιμνάσει.
Αυτό το πλανητικό έλλειμμα ευκαιριών και κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να συνοψισθεί στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το U.N. Habitat,  περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, κατοικούν αυτή τη στιγμή σε υποβαθμισμένες γειτονιές και ο αριθμός τους αναμένεται τα διπλασιαστεί έως το 2030. Ένας εξίσου μεγάλος αριθμός, ή ίσως και μεγαλύτερος, επιβιώνει όπως –όπως στον επονομαζόμενο (“informal sector”) «ανεπίσημο τομέα» (ένας ευφημισμός του Πρώτου Κόσμου για τη μαζική ανεργία). Εντωμεταξύ, μέσα στα επόμενα σαράντα χρόνια, η δημογραφική ορμή και μόνο θα αυξήσει τον αστικό πληθυσμό του κόσμου σε τρία δισεκατομμύρια ανθρώπους (ενενήντα τοις εκατό των οποίων θα ζουν σε φτωχές χώρες), και κανείς απολύτως δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς ένας πλανήτης υποβαθμισμένων αστικών κέντρων (παραγκουπόλεων) με αυξανόμενη κρίση τροφίμων και ενέργειας θα εξασφαλίσει την βιολογική τους επιβίωση, πολύ δε περισσότερο τις αναπόφευκτες βλέψεις τους για στοιχειώδη ευτυχία και αξιοπρέπεια.         
 Αν αυτό ακούγεται αδικαιολόγητα αποκαλυπτικό, ας αναλογιστεί κανείς ότι τα περισσότερα κλιματικά μοντέλα (climate models) προβάλλουν επιπτώσεις οι οποίες περιέργως πως επιτείνουν την παρούσα γεωγραφία της ανισότητας. Ένας από τους πρωτοπόρους αναλυτές των οικονομικών της παγκόσμιας θέρμανσης, συνεργάτης του Ινστιτούτου Petersen, William R. Cline, πρόσφατα δημοσίευσε μια μελέτη χώρας – προς – χώρα, με τα πιθανά αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής στη γεωργία, μέσα στις τελευταίες δεκαετίας αυτού του αιώνα. Ακόμα και με  εξαιρετικά αισιόδοξες  υποθέσεις, όσον αφορά τα ανθρακούχα λιπάσματα, τα γεωργικά συστήματα του Πακιστάν (μείον είκοσι τοις εκατό) και τις Βορειοδυτικής Ινδίας (μείον τριάντα τοις εκατό) θα υποστούν βαρύτατο πλήγμα, μαζί με μεγάλες εκτάσεις της Μέσης Ανατολής, του Μάχρεμπ, της ζώνης του Σαχέλ, της Νοτίου Αφρικής, της Καραϊβικής και του Μεξικού. Είκοσι εννέα αναπτυσσόμενες χώρες θα χάσουν είκοσι τοις εκατό ή περισσότερο από την τρέχουσα γεωργική απόδοση εξαιτίας της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, ενώ η γεωργία του πλούσιου βορρά θα λάβει μία άνοδο με μέσο όρο οκτώ τοις εκατό. [12]
 
 
 
Μέρος Δεύτερο: Η αισιοδοξία της Φαντασίας


Η Πόλη ως Πρόβλημα και Λύση
Ακόμα κι αν το διοξείδιο του άνθρακα δεν ήταν αέριο του φαινομένου του θερμοκηπίου, και πάλι θα ήμασταν παγιδευμένοι επάνω σε ένα τρένο εν κινήσει. Μπροστά μας βρίσκεται ίσως το πιο επικίνδυνο σταυροδρόμι στην ανθρώπινη ιστορία: αυτό στο οποίο κάποιες Κασσάνδρες, χλωμές από φόβο, αναφέρονται ως «Σύγκλιση» (“Convergence”). Η ακαδημαϊκή έρευνα έχει έρθει αργοπορημένα ν’ αποτιμήσει τις πιθανές επιπτώσεις της συνέργειας της κορύφωσης του μεγέθους του πληθυσμού, της βίαιης κλιματικής αλλαγής, της εξάντλησης του πετρελαίου (και σε κάποιες περιοχές και του νερού), την πιθανή κατάρρευση του γεωργικού συστήματος στο σύνολό του και της συσσωρευμένης αστικής αμέλειας. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανική κυβέρνηση, η CIA, και το Πεντάγωνο έχουν όλοι δημοσιεύσει αναφορές για επιπτώσεις εθνικής ασφάλειας μιας πολύ-παραγοντικής παγκόσμιας κρίσης στις ερχόμενες δεκαετίες, η κατανόησή τους είναι περισσότερο Χολιγουντιανή παρά προφητική.
Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη με δεδομένη την απουσία κάθε ιστορικού προηγούμενου. Ενώ τα παλαιοκλιματικά[13] (paleoclimate) σημεία αναφοράς μπορούν να βοηθήσουν τους επιστήμονες να προσβλέπουν στην μη-γραμμική φυσική μιας θερμαινόμενης γης, δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο ή σημείο αναφοράς για να κατανοήσουμε τι θα συμβεί τη δεκαετία του 2050 όταν ένας μέγιστος ανθρώπινος πληθυσμός της τάξης των εννέα έως έντεκα δισεκατομμυρίων, θα αγωνίζεται να προσαρμοστεί στο κλιματικό χάος και τα εξαντλημένα ενεργειακά απολιθώματα.
Σχεδόν οποιοδήποτε σενάριο μπορεί να προβληθεί στην παράξενη οθόνη του μέλλοντος των δισέγγονών μας., από την κατάρρευση του πολιτισμού έως  μία νέα εποχή πυρηνικής ενέργειας (fusion power). Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, παρόλα αυτά, ότι οι πόλεις θα παραμείνουν ο κατεξοχήν στίβος όπου θα διαδραματιστούν τα φαινόμενα της Σύγκλισης. Η αστικοποίηση της Γης είναι τόσο η βασική αιτία όσο και η μόνη δυνατή λύση, ή έτσι θέλω να πιστεύω, της κρίσης της Ανθρωπόκαινου εποχής. Παρά το γεγονός ότι η αποψίλωση των δασών και οι εξαγωγές μονοκαλλιεργιών έπαιξαν θεμελιώδη ρόλο στην μετάβαση σε μια νέα γεωλογική εποχή, ο κύριος υποκινητής είναι η σχεδόν εκθετική αύξηση στο αποτύπωμα του άνθρακα των αστικών περιοχών του Βόρειου ημισφαιρίου. Με μια έννοια, η ζωή στην πόλη καταστρέφει ταχέως την οικολογική «εστία» –την κλιματική σταθερότητα της εποχής  της Ολόκαινου- η οποία επέτρεψε την εξέλιξή της στα σημερινά επίπεδα πολυπλοκότητα. Όμως, υπάρχει εδώ ένα αξιοσημείωτο παράδοξο εδώ:
Αυτό που κάνει τα αστικά περιβάλλοντα τόσο μη βιώσιμα είναι ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά, ακόμα και στις πλέον ευμεγέθεις μεγαλουπόλεις, που είναι εξεχόντως αντί-αστικά (ή προαστιακά): η εκρηκτική οριζόντια επέκταση, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση ή και την αδιαφιλονίκητη καταστροφή ζωτικών φυσικών λειτουργιών (υδροφόρα στρώματα, λεκάνες απορροής των υδάτων, φάρμες παραγωγής κηπευτικών, δάση, παραλιακά οικοσυστήματα), το τερατώδες μέγεθος της κυκλοφοριακής κίνησης και της ατμοσφαιρικής μόλυνσης, την αποδιάρθρωση της αστικής κουλτούρας της εργατικής τάξης, τη διεύρυνση των υποβαθμισμένων γειτονιών της περιφέρειας και την ανεπίσημη εργασία, την ιδιωτικοποίηση και στρατιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου, και τη οχύρωση των πλουσίων σε μέσα σε τεχνητές  «σπηλιές» τύπου Ντίσνευλαντ. 
Εν αντιθέσει, οι ποιότητες εκείνες που είναι πιο «παραδοσιακά» αστικές, ακόμα και σε μικρής κλίμακας πόλεις και κωμοπόλεις, συνδυάζονται για να δημιουργήσουν έναν περισσότερο επωφελή κύκλο. Παρόλο που η εφαρμογή μιας ιδανικής αστικοποίησης, της οποίας οι συντεταγμένες περιλαμβάνουν και περιβαλλοντική αποδοτικότητα και (για να επικαλεστώ το Φουριέ) την «διεύρυνση της ανθρώπινης συνάφειας», παραμένει ατελής, εύκολα αναγνωρίζουμε κάποια από τα κύρια χαρακτηριστικά της: την υποκατάσταση της ιδιωτικής κατανάλωσης με την δημόσια πολυτέλεια, την κοινωνικοποίηση της επιθυμίας και της ταυτότητας μέσα στο δημόσιο χώρο, περιβαλλοντικές οικονομίες κλίμακας στις μεταφορές και την κατασκευή οικισμών, σαφώς καθορισμένα σύνορα μεταξύ της πόλης και της προστατευμένης εξοχής, μια πλούσια διαλεκτική τοπικής και διεθνούς κουλτούρας, την προτεραιότητα της αστικής (συλλογικής) μνήμης επί της ιδιοκτησιακής εικόνας, και την ενοποίηση της εργασιακής και οικιακής ζωής και της ψυχαγωγίας.
 
Τετραγωνίζοντας  τον κύκλο
Το θέμα εδώ, φυσικά, υπερβαίνει την αναζήτηση του ασήμαντου θέματος αν κάτι αποτελεί «καλό» ή «κακό» σχεδιασμό, και αφορά περισσότερο το πώς ένας συνεκτικός, οικονομικός σε ενέργεια, αστικός ιστός θα μπορούσε, (σε αντίθεση με την  ανεξέλεκτη αστική εξάπλωση και την οικολογική αποδιοργάνωση) να μας προσφέρει τη δυνατότητα να τετραγωνίσουμε τον κύκλο των γιγάντιων ανεκπλήρωτων ανθρώπινων αναγκών χρησιμοποιώντας πεπερασμένους ανανεώσιμους  πόρους. Η αλήθεια είναι ότι πολλές ιστορικές παραδόσεις πολεοδομίας, ειδικά στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, συνεχίζουν να μας δίνουν μαθήματα σχετικά με τον παθητικό ηλιακό σχεδιασμό, τη συντήρηση του νερού και την ανακύκλωση των αποβλήτων τα οποία εξακολουθούν να εμπνέουν τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Ο κρίσιμος σύνδεσμος που λείπει ανάμεσα στη βιωσιμότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη είναι η στρατηγική των Κονστρουκτιβιστών –προϊόν της πρώιμης Σοβιετικής αστικής δυστυχίας – του να αντισταθμίζεται η ζωή σε ένα διαμέρισμα όπου επικρατεί το αδιαχώρητο,  με εντυπωσιακά σχεδιασμένες λέσχες για τους εργαζομένους, θέατρα για τον λαό και πολυτελείς αθλητικές εγκαταστάσεις.     
Παρόλο που αρχικά ο El Lissitsky, ο Golosov και οι σύντροφοί τους οραματίστηκαν, τέτοια κτιριακά συγκροτήματα, συνδεδεμένα με τα τεράστια Φορντικού τύπου εργοστάσια, ως τους  «κοινωνικούς συμπυκνωτές» (social condensers) ενός νέου προλεταριακού πολιτισμού, επεξεργάζονταν αναμφίβολα το δομικό ρόλο της «δημόσιας αφθονίας»  (βιβλιοθήκες, πάρκα, μουσεία, σινεμά, σχολεία, κα.) στην αστική υπόσταση όλων των μεγάλων πόλεων. Ειρωνικά, μετά τη διεξαγωγή ηρωικών αγώνων μέσα στο δέκατο ένατο και τον πρώιμο εικοστό αιώνα για να καθιερώσουν το δικαίωμά τους στο δημόσιο πλούτο των αστικών κέντρων, οι Ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις – συχνά ως αποτέλεσμα των στεγαστικών τακτικών τις οποίες θέσπισαν τα δικά τους εργατικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – εξορίστηκαν κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, , στην πολιτιστική ένδεια των περιφερειακών συνοικιών, των οποίων ο κύριος λόγος ύπαρξης, το προαστιακό εργοστάσιο, εξέλειψε εν πολλοίς κατά τη δεκαετία ’90.
Η πολιτισμική από-αστικοποίηση των λαϊκών τάξεων εν μέσω της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης των πόλεων, είναι φυσικά κάτι περισσότερο από ένα έντονο πρόβλημα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι δε, πολύ πιθανό ότι οι κάτοικοι υποβαθμισμένων γειτονιών (slums)  και οι εργάτες που μένουν σε νοίκι, οι οποίοι εξαναγκάζονται κάθε χρόνο να εγκαταλείψουν  κεντρικές περιοχές, είναι ακόμα περισσότεροι από όσους έχουν επίσημα επαναστεγαστεί σε οποιαδήποτε περιοχή από τις κυβερνήσεις ή από μη – κυβερνητικές οργανώσεις. Παρόλο που ο καθένας κατανοεί τη σημασία της κατασκευής δικτύου μαζικών μέσων μεταφοράς στα αστικά κέντρα  και της δημιουργίας αντισταθμιστικών «κοινωνικών συμπυκνωτών» για τις φτωχές γειτονιές, η δημόσια επένδυση βρίσκεται μια γενιά ή και περισσότερο πίσω από την πληθυσμιακή αύξηση. Η συνέπεια της μετάθεσης στους ίδιους τους φτωχούς του βάρους της στέγασης, κι έπειτα της αποτυχίας στην παροχή της απαραίτητης υποδομής ή οποιωνδήποτε από τις παραδοσιακές διευκολύνσεις της αστικής κουλτούρας, συνεπάγεται την διάβρωση της καθημερινής ζωής στις περιφέρειες, όπου η κάθε διαδρομή για τη δουλειά ή για το νοσοκομείο μπορεί να σημαίνει ώρες ακινητοποίησης στην κυκλοφοριακή συμφόρηση μέσα σ’ ένα υπερφορτωμένο μικρό λεωφορείο. Εδώ, όπου οι πόλεις απεμπολούν τους φτωχούς τους, το σύνθημα των Αμερικάνων «Νέων Πολεοδόμων» για την επαναστικοποίηση της περιφέρειας («reurbanizing sprawl),  έχει την πιο επείγουσα ανθρωπιστική και περιβαλλοντική απήχηση – αν και με πολύ πιο ριζοσπαστικό νόημα απ’ ότι εκείνοι του προσέδιδαν .
Πιστεύω πως η εσωτερική κρίση της αρχιτεκτονικής σήμερα είναι ακριβώς η έλλειψη τολμηρών συλλήψεων και σχεδίων που να λαμβάνουν υπ’ όψη τους την φτώχια, την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή στο πλαίσιο των αναπτυσσόμενων πόλεων. Οι πιο πλούσιοι μπορούν να επιλέξουν από μια πληθώρα σχεδίων για οικολογική ζωή, αλλά ποιος είναι ο απώτερος στόχος; Είναι να δίνεται στις διασημότητες η ευκαιρία να καυχιούνται για τον οικολογικό τρόπο ζωής τους  ή είναι να έλθουν η ηλιακή ενέργεια, οι τουαλέτες και ο δημόσιος χώρος στις φτωχές αστικές κοινότητες;
 
Η Σκέψη Εκτός της Πράσινης Ζώνης
Η αντιμετώπιση της πρόκλησης του βιώσιμου αστικού σχεδιασμού για ολόκληρο τον πλανήτη, και όχι μόνο για κάποιες προνομιούχες χώρες ή κοινωνικές ομάδες, απαιτεί μεγάλη φαντασία, όπως αυτή που βρήκαν η αρχιτεκτονική και ο αστικός σχεδιασμός στις μέρες του Vhutemas και του Μπάουχαους. Προϋποθέτει μεγάλη θέληση για σκέψη πέρα από τον ορίζοντα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού προς μια παγκόσμια επανάσταση που επανασυνδέει τη δουλειά των ανεπίσημων εργατικών τάξεων, όπως και των φτωχών αγροτών, με την  βιώσιμη αναδόμηση του περιβάλλοντος όπου ζουν και βγάζουν τα προς το ζην.
Φυσικά, είναι ένα φαινομενικά αδύνατο σενάριο, αλλά κανείς είτε επιλέγει να ελπίζει, πιστεύοντας ότι οι συνεργασίες μεταξύ αρχιτεκτόνων, οικολόγων και ακτιβιστών μπορούν να παίξουν μικρούς αλλά ουσιαστικούς ρόλους στην υλοποίηση ενός εναλλακτικού κόσμου είτε υποκύπτει σε ένα μέλλον στο οποίο οι αρχιτέκτονες απλά μισθώνονται για να πραγματοποιούν τις φαντασιώσεις που τρέφουν οι  ελίτ για εναλλακτικούς τρόπους  ύπαρξης. Οι πλανητικές «πράσινες ζώνες» μπορεί να προσφέρουν φαραωνικές ευκαιρίες για τη μνημειοποίηση ατομικών οραμάτων, ωστόσο τα ηθικά ερωτήματα της αρχιτεκτονικής μπορούν ν’ αναλυθούν στις παραγκουπόλεις και εκεί όπου εξαπλώνονται οι «κόκκινες ζώνες».
Από αυτήν τη σκοπιά, πιστεύω ότι μόνο μια επιστροφή σε ρητά ουτοπικό τρόπο σκέψης μπορεί να διασαφηνίσει τις ελάχιστες συνθήκες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ανθρώπινης αλληλεγγύης μπροστά στις συγκλίνουσες πλανητικές κρίσεις. Νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοούσαν οι Tafuri και Dal Co όταν προειδοποιούσαν για μια «παλινδρόμηση στο ουτοπικό».Παρόλα αυτά, για να αντιμετωπίσουμε με τη φαντασία μας την πρόκληση της περιόδου της Ανθρωπόκαινου, πρέπει να είμαστε ικανοί να οραματιστούμε εναλλακτικές διαμορφώσεις παραγόντων, πρακτικών, και κοινωνικών σχέσεων, και αυτό με τη σειρά του απαιτεί να αναστείλουμε τις πολιτικό-οικονομικές υποθέσεις που μας καθηλώνουν στο παρόν. Αν αυτό ακούγεται ως μια συναισθηματική έκκληση προς τα χαρακώματα, μια ηχώ από τις αίθουσες διδασκαλίας και τις κινητοποιήσεις σαράντα χρόνων πριν, τότε ας είναι κι έτσι. Εάν αποδεχτούμε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που παρατέθηκαν στο πρώτο μισό αυτής της ομιλίας, το να υιοθετήσουμε μια όντως «ρεαλιστική» θέαση των προοπτικών για τον άνθρωπο θα μπορούσε, όπως το κεφάλι της Μέδουσας, απλά να μας μετατρέψει σε πέτρα. Αλλά, παρακαλώ, λάβετε υπόψη σας,  σαν ειρωνεία – η σαν «φονικό αστείο», όπως λέγαμε παλιά – ότι κάποιοι από τους σχεδιαστές στην εμπροσθοφυλακής της γενιάς των δεκαετιών του ’60 και του ’70 έχουν τώρα, στα ώριμα χρόνια τους, προσγειωθεί στις χρυσές  ακτές της Ουτοπίας. 
 
Τερματικός Μοντερνισμός
Ομολογουμένως, οι νέοι παράδεισοί τους είναι χώρες όπου το 1789 δεν έχει ακόμα συμβεί, όπου οι θεμελιώδεις ανθρώπινες ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος ψήφου και της ελευθερίας του συνδικαλίζεσθαι, δεν υπάρχουν, πάντως, όπως και να ’χει, η ραγδαία ανάπτυξη του Περσικού Κόλπου έχει δώσει φτερά στην αρχιτεκτονική υπερβολή. Ο συνδυασμός μυθικών εισοδημάτων με εξελιγμένες τεχνολογίες σχεδιασμού και κατασκευών επιτρέπει σε μια διεθνή ελίτ πρωτοποριακών αρχιτεκτόνων να ξαναδούν τα πιο απίστευτα σχέδια του εικοστού αιώνα και να τους δώσουν μορφή με πραγματικό χάλυβα και μπετόν. Μεθυσμένοι ουρανοξύστες που χορεύουν, πύργοι ύψους χιλιομέτρων, υποβρύχια ξενοδοχεία, τεχνητά αρχιπελάγη, βουνά για σκι στην έρημο είναι θαύματα που μοιάζουν πολύ μ’ αυτά πάνω σε παλιά εξώφυλλα των Astounding Stories ή του Περιοδικού Flash Gordon Avenue. Υπάρχει ακόμα και μια σοβαρή πρόταση να κατασκευαστεί ένα τεχνητό σύννεφο πάνω από το Ντουμπάι, σχεδόν χίλια πόδια ψηλά, που θα μπορούσε να περιέχει κήπους και μια μικρή λίμνη.
Η φαντασμαγορία του Κόλπου μας μεταφέρει πέρα από την εξαντλημένη κατηγορία του μεταμοντέρνου. Ο αστείος νεοκλασικισμός της δεκαετίας του 1980 επιβιώνει, αλλά επισκιάζεται, τουλάχιστον στις πόλεις-κράτη του Κόλπου, από τη ρετρό δόξα του Διεθνούς Στυλ και τις απέραντες γυάλινες επιφάνειες. Παραθέτοντας το ρητό του φιλοσόφου Έρνστ Μπλόχ, έχει όλη «την κίβδηλη φρεσκάδα του ‘μοντερνισμού’ με την οποία ο ραφιναρισμένος θάνατος σερβίρεται ως η πρώτη αχτίδα της αυγής».  [14]Αλλά αυτός ο τερματικός μοντερνισμός των ουτοπικών επικρατειών του πετρελαίου είναι επίσης απελπιστικά παλιομοδίτικος και νοσταλγικός στη βάση της σύλληψής του – ειδικά όσον αφορά τον  εθισμό στην απαρχαιωμένη υπερκαθετότητα.  Δεν είναι το Ντουμπάι, για παράδειγμα, το Ιουρασικό Πάρκο της αρχιτεκτονικής, που κλωνοποιεί πολλαπλά αντίτυπα ενός εκλιπόντος είδους – του Αμερικάνικου ουρανοξύστη;
Επιπλέον, για τους αγαλλιάζοντες και τους οραματιστές, η ραγδαία ανάπτυξη του Κόλπου σηματοδοτεί και την τελική αποκήρυξη των ριζών του μοντερνισμού στον Ευρωπαϊκό σοσιαλισμό. Με μερικές έντιμες εξαιρέσεις, η σημερινή αριστοκρατία του σχεδιασμού είναι πρόθυμη να εναγκαλιστεί οποιαδήποτε συνθήκη επιβάλει η παγκοσμιοποίηση στους μη έχοντες: είτε είναι τα σκουπίδια και η μιζέρια στις παραγκουπόλεις του Λάγος που δημιουργήθηκαν από χρόνια στρατιωτικής δικτατορίας είτε η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού των απόλυτων μοναρχιών του Κόλπου.
Σε μια καυστική απάντηση σε ένα δοκίμιό μου, το οποίο προτείνει ότι το Ντουμπάι είναι το μέρος όπου «ο Γουώλτ Ντίσνεϋ συναντά τον Άλμπερτ Σπερ (Albert Speer)», ο Ρεμ Κούλχαας γράφει:
«Η ανακύκλωση της ανοησίας του Ντίσνεϋ λέει περισσότερα για το λίμνασμα της Δυτικής κριτικής φαντασίας από ότι για τις πόλεις του Κόλπου. Το να είναι κανείς κριτικός σήμερα σημαίνει να μετανιώνει για την εξαγωγή ιδεών που αποτύχατε να αντιμετωπίσετε στα δικά σας χωράφια, δράκων που υπάρξατε ανίκανοι να σκοτώσετε. Η τεράστια πλειοψηφία της ανάπτυξης για την οποία οι κριτικοί οδύρονται, προέρχεται κι έχει γίνει ο κανόνας στις χώρες τους. Το τραγικό αποτέλεσμα της αδυναμίας της αρχιτεκτονικής να αναγνωρίσει και να αναλύσει τα αναπόφευκτα προστάγματα του εκσυγχρονισμού συνθέτει μια μελαγχολική γλώσσα αέναης απογοήτευσης με τα όσα παράγονται και μια ατέλειωτη ανακύκλωση παλιομοδίτικων θεραπειών ως καλοπροαίρετες μεν, θνησιγενείς δε, εναλλακτικές προτάσεις…»
Ο Κούλχαας, φυσικά, είναι ο ηγετικός γκουρού της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, αλλά σε αυτήν του την διακήρυξη συνασπίζεται με την παραληρηματική απληστία, αποδέχεται τον κοινωνικό εφιάλτη ως έναν παράγοντα σχεδιασμού, και ξαποστέλνει τα σήματα SOS του μοντερνισμού στον σκουπιδοτενεκέ των «θνησιγενών εναλλακτικών προτάσεων». «Τα προστάγματα του εκσυγχρονισμού», επιπλέον, είναι μια φράση που σου παγώνει το αίμα, μια εννοιολογική υπαναχώρηση μπροστά στο κακό, κι επομένως ίσως δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσει τόσο που το κύριο έργο του στον Περσικό Κόλπο, το εκθεσιακό κέντρο στο Ras-al-Khaimah, μοιάζει τόσο πολύ με το Αστέρι του Θανάτου του Darth Vader.          
 

Από το  kultur-natur, "Τhe Art of Urban Development", Berlin 2009, www.kultur-natur.net
 
          

 

[1] Martin Rudwick, The Great Devonian Controversy, Chicago 1935
[2] Jan Zalosiewicz, et al., “Are we now living in The Anthropoccne,” GSA Today, 18:2 (February 2003). The final step in ratification of the new epoch will be the recommendation by the International Commission on Stratigraphy to the International Union of Geological Sciences.
[3]  Ibid
[4] Michael Oppenheimer, et al, “The Limits of Consensus," Science 317, 14 September 2007, pp. 1505-06; and Roger Pielke, Tom Wigley, and Christopher Green, “Dangerous assumptions,” Nature 452, April 2008, pp. 531-:\7 Τέσσερεις στους από τους επτά επικεφαλείς επιστήμονες που ρωτήθηκαν από το Nature συμφώνησαν πως τα σενάριο σχετικά με την μείωση των εκπομπών δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι.(See “Are the IPCC scenarios unachievable?” pp. 508-09; the debate continues in Nature's Correspondence pages.)
 
[5] Contrast Figure 2 in »How to spend it,« The Economist, 26 April
[6] United Nations Development Agency, Fighting Climate Change: Human Solidarity in a Divided World (Human Development Report 2007/2008), p. 55.
 
[7] Neil Wilson, »Freeing more carbon will accelerate global warming«  (correspondence), Nature 451, 14 February 2008, p. 768.
 
 
[8] Both estimates from »How to spend it,« The Economist. 26 April 2003, p 37
[9] Kevin Morrison, »World to become more dependent on Mideast oil « Financial Times,
[10] Roula Khalaf, «Oil fuels new confidence," Financial Times, 27 November 2006
[11] U. Srinivasan, et al., “The debt of nations and the distribution of ecological impacts from human activities,”Proc. Natl Acad. Sci., 105, 5 February 2008, pp. 1763-73. Also see R. Kerry Turner and Brendan Fisher, “To The rich man the spoils,” Nature 451, 28 February 2O08, p. 1067-68.
 
[12] William R. Cline, Global Worming and Agriculture: Impact Estimates by Country, Washington D C. 2007,
[13] Παλαιοκλιματολογία είναι η μελέτη των κλιματικών συνθηκών που επικρατούσαν σε μία ορισμένη χρονική περίοδο. (τμήμα γεωλογίας, ΑΠΘ, εισαγωγή στη γεωλογία, α’ εξάμηνο http://www.geo.auth.gr/105/html/daeaeieeeiaoieiassa.html
[14]