In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

Γιώργος Τζιρτζιλάκης

 

Ο Αθηναίος χωρικός.[1]
Η γεωργία ως μετα-μητροπολιτική συνθήκη. Θέσεις για την οικολογική διάχυση και την πόλη-έδαφος

«Η λέξη (délire, ντελίριο) προέρχεται από τη λέξη lira, αυλάκι τροχών στο δρόμο, οπότε, deliro σημαίνει κυριολεκτικά να απομακρύνομαι από την πεπατημένη»
Michel Foucault, Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, 1961

«H lira είναι το αυλάκι, το σημάδι που οροθετεί την πόλη, οπότε ντελίριο πάει να πει βγαίνω από την lira, πηγαίνω πέρα από τα σύνορα της πόλης»
Massimo Cacciari, La città, 2004

1. Η μοίρα του πράσινου Οιδίποδα
Ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την οικολογία και τη λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» διαχέεται σήμερα στον θεσμικό πολιτικό λόγο, σ’ ένα ευρύ φάσμα γνωστικών, επιστημονικών και διεπιστημονικών πεδίων, σε ευαισθητοποιημένα στρώματα της κοινωνίας αλλά και σε μια πολλαπλασιαζόμενη σειρά καταναλωτικών προϊόντων και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, που διαδέχθηκαν τη νευρωσική προτεραιότητα του light και της αδιάκοπης σωματικής εξάσκησης.2
Η αρχιτεκτονική ιστοριογραφία μοιάζει ανόρεκτη να επεξεργαστεί περεταίρω και να διαταράξει τις αξιολογικές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης: Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 20ου αιώνα η Υψηλή Νεωτερικότητα, συχνά, αν δεν έτεινε στην σπατάλη των φυσικών πόρων, δεν έδωσε σημαίνουσα προτεραιότητα, εστιάζοντας ως επί το πλείστον στο διαχωρισμό αρχιτεκτονικού και φυσικού, κτιρίου και τοπίου. Μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του Mies van der Rohe - παρά τη συναρπαστική μεταφυσική του υπερχείλιση- μοιάζει ενδεικτικό. Γι’ αυτό και η όψιμη διαστολή της πράσινης ατζέντας δεν μπορεί παρά να επιφέρει αλυσιδωτές μεταβολές και αναδιατάξεις στην αρχιτεκτονική κουλτούρα και στο γενετικό υλικό των πόλεων.
Είναι εύλογο αυτό το ξαφνικό οικολογικό ενδιαφέρον να φουντώσει άνισες συζητήσεις και μια ηθικολογική, ή νέο-συντηρητική, αναδίπλωση· να κερδίζει ενθουσιώδεις υποστηριχτές, να καλλιεργεί ένα φετιχισμό του φυσικού αλλά και μια δυσπιστία που συχνά μετατρέπεται σε κριτική στάση. Αν θα έπρεπε να εξηγήσω που οφείλεται αυτή η ιλιγγιώδης διασπορά, πρώτα απ’ όλα θα ανέφερα την εκρηκτική αίσθηση του επείγοντος που συνοδεύει οτιδήποτε συνδέεται με το περιβάλλον. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς.
Εντούτοις, όλοι γνωρίζουμε ότι ο δυτικός πολιτισμός δομήθηκε επί τη βάση της απόλυτης κυριαρχίας και της απεριόριστης χειραγώγησης της φύσης, η οποία καθόρισε και τις σχέσεις της κοινωνίας μαζί της. Η Φυσική Ακρόασις, το Περί Φύσεως και το Μετά τα Φυσικά του Αριστοτέλη αποτελούν ένα κλασικό σημείο αφετηρίας, που στη συνέχεια απέκτησε το χαρακτήρα μιας εργαλειακής και διαχειριστικής αλαζονείας, η οποία αντιμετώπισε ολόκληρο τον κόσμο ως ορθολογικά μετρήσιμο «κτίσμα», δηλαδή σαν κάτι καθαρά τεχνητό. Οι M. Horkheimer και T. W. Adorno περιέγραψαν στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού μια τέτοια εργαλειακή αντίληψη, καταλήγοντας στο ότι η κυριαρχία επί της φύσης προηγείται και αποτελεί προϋπόθεση για την κυριαρχία στους ανθρώπους. Η θεώρηση των πραγμάτων στη βάση της ποσοτικοποίησης και της μέτρησης ήταν εκείνη που οδήγησε στην κυριαρχία επί της φύσης με διπλή έκβαση, την «απομάγευση» της φύσης (της οποίας ο πυρήνας διαφεύγει της γραμμικής επιστημονικής εποπτείας) και την πτώχευση του υποκειμένου.3
Υπ’ αυτήν την έννοια, ο κλονισμός που προκάλεσε η σταδιακή ματαίωση του ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο είναι εκείνο που απ’ ότι φαίνεται καταυγάζει στην αδιαφορία και στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Ενδεχομένως, λοιπόν, να έχει έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουμε το περιβάλλον (ή «μεταπεριβάλλον», όπως το αποκαλούν ορισμένοι) με διαφορετικό τρόπο και να θυμηθούμε ότι πάνω απ’ όλα αποτελεί μια σχέση ρευστή και συγκεχυμένη, αλλά πάντως ζωντανή, η οποία γι αυτόν ακριβώς το λόγο βρίσκεται σε συνεχή κρίση και αναθεώρηση. Η σχέση αυτή διαθέτει κάτι πρωτογενές και αυθυπόστατο, που ομιλεί συμβολικά (Καντ), αλλά διακρίνεται από ότι εννοούμαι πολιτισμό, τέχνη και Νόμο. Μπορεί να διαθέτει εστίες δεκτικής οικειότητας αλλά και απαράμιλλης βίας, αρπακτικά και θηράματα, ανθρώπινες και μη ανθρώπινες συμπεριφορές, πυκνώματα επιθυμίας και τρόμου, ορμέφυτα ζωής και θανάτου, στιγμές αταραξίας και δίνης, μετεωρισμούς ωραιότητας και οδύνης.
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σχέση αυτή, που εξακολουθεί να διαταράσσει τον ψυχισμό μας, είναι το θέατρο της αδιάκοπης σύγκρουσης ανάμεσα στη νοσταλγία της αρχέγονης συνθήκης και τη νεωτερική ώθηση. Μιλώντας με τους ανθρωπολογικούς όρους που έθεσε ο Claude Levi-Strauss, εκείνο που αναπαράγεται είναι το δίλημμα του ωμού με το ψημένο: «η σύνδεση του ωμού με το ψημένο χαρακτηρίζει τη μετάβαση στον πολιτισμό, η σύνδεση του ωμού με το σάπιο την επιστροφή στη φύση.»4
Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, έχω την αίσθηση ότι η αναμέτρησή μας με το φυσικό συμπίπτει με το ζήτημα της συλλογικής μυθικής μητέρας. Η σχέση μας με τη χθόνια αυτή μητέρα εκπροσωπεί την πρωτογενή και αρχέγονη προέλευση που βρίσκεται στον αντίποδα της αναιδούς δύναμης και του Νόμου του πατέρα. Η φύση μας «γέννησε» για να απογαλακτιστούμε και, στη συνέχεια, να κινηθούμε κυριαρχικά και καταστροφικά απέναντί της, με αισθήματα θριαμβευτικής ντροπής και βεβήλωσης, επαναλαμβάνοντας συμβολικά τη μοίρα του Οιδίποδα. Όλοι μας σήμερα αναγνωρίζουμε τις δραματικές περιβαλλοντικές και ψυχοσωματικές εκδηλώσεις μιας τέτοιας «μητροκτονίας.» Εκείνο που δεσπόζει είναι η στάση κυριαρχίας, η αντικειμενοποίηση, η «θέληση για δύναμη» και η εργαλειακή προτεραιότητα.
Όσο λοιπόν κι αν πληθαίνουν εκείνοι που μιλούν για «βιωσιμότητα», «βιοκλιματικό σχεδιασμό», «αειφορία», «απανθρακοποίηση» της πόλης και της οικονομίας, ακόμη και για «αποανάπτυξη», δύσκολα θα αναγνωρίσει κανείς μια ριζική μεταστροφή αυτής της αρχικής κυριαρχικής θέασης, η οποία εμπλουτίζεται με καθησυχαστικές εκδηλώσεις υπεραναπλήρωσης και την παρακινδυνευμένη σύντηξη «πράσινης, ανάπτυξης» και «ουτοπίας».
Μείζων ουτοπία του μέλλοντος μοιάζει να αναδεικνύεται το οξύμωρο της «βιώσιμης ανάπτυξης», που εκφράζει το άγχος της συμφιλίωσης της φύσης με τον πολιτισμό. Το μεγαλύτερο μέρος των ερευνών, των προϊόντων και των συζητήσεων για την προστασία του περιβάλλοντος γίνεται σήμερα με όρους τεχνολογικών εφευρέσεων, βιοπολιτικών μηχανισμών και ευφυών gadgets που περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μας θυμίζουν ότι η διαστολή της οικολογικής τεχνολογίας μπορεί να καταστήσει ανέφικτη τη διάκριση μεταξύ ουτοπίας και δυστοπίας.
Να γιατί, όσο κι αν η «βιωσιμότητα» επανενεργοποίησε μια σειρά χρήσιμες πρακτικές, διατηρεί έναν παραπληρωματικό χαρακτήρα απέναντι στην κρίση του φυσικού περιβάλλοντος. Κοντολογίς μοιάζει με το φάντασμα που εγείρεται όταν η κοινωνία αδυνατεί να επεξεργαστεί μια διαφορετική και διάχυτη σχέση μαζί του. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αδυναμία αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από την άρνηση της κοινωνίας να απαγκιστρωθεί από την εργαλειακή λογική του κυριάρχου Δυτικού παραδείγματος αλλά και να «πενθήσει» ότι έχει απολεσθεί και μετασχηματιστεί. Για το λόγο αυτό προτείνω να αποσπάσουμε την Κιβωτό από τις σωτηριολογικές σημασιοδοτήσεις, θεωρώντας την μια τέτοια «εργασία του πένθους», η οποία εμπεριέχει μια ενορμητική δύναμη που υπερβαίνει το φόβο της απώλειας. Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία η αλληγορία της Κιβωτού μπορεί να μετατρέψει τον αμυντικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της σε σχέση και διαδικασία επιθυμίας.
Αν η καταστροφή της φύσης έχει ως συνέπεια τον εκτοπισμό της από τη θέση του Άλλου της κοινωνίας, τότε το ερώτημα είναι Τι κάνουμε μετά τον ανεπανόρθωτο κλονισμό του φυσικού Άλλου; «Ασφαλώς εξακολουθούμε να έχουμε δάση και γρύλους και καταιγίδες στον κόσμο μας και εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε ως κινητήριες δυνάμεις της ψυχής μας τα φυσικά ένστικτα και πάθη∙ όμως δεν έχουμε φύση, υπό την έννοια ότι πλέον τα δάση και όλα τα φαινόμενα αυτά δεν νοούνται ως έξω.»5 Το επόμενο ερώτημα που εκκρεμεί είναι πως μπορούμε να πενθήσουμε αυτή τη χθόνια μυθική μητέρα, αναθεωρώντας ριζικά την κυριαρχική και εργαλειακή στάση απέναντί της; Πράγματι δύσκολο!
Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι από την αδυναμία αυτή μπορεί να προέλθει μία μεγάλη απειλή για το περιβάλλον και τον πολιτισμό: οι αγαθές αναφορές στις οικολογικές και πράσινες πόλεις αποτελούν ουσιαστικά μια ηθικοποιημένη εικονογραφία που παραπέμπει σε μια παραδείσια ζωή αθωότητας, αγνότητας, οικογενειακής ευτυχίας, δηλαδή σε σύμβολα που είναι ήδη παρωχημένα και ανέκκλητα διαρρηγμένα. Οι εναλλακτικές απέναντι στην ισοπεδωτική εξάντληση των φυσικών πόρων -που μερικοί προτιμούν να αποκαλούν χωρητικότητα της βιολογικής φωλιάς, κι άλλοι να συγκρίνουν με τον πεπερασμένο χαρακτήρα του «διαστημόπλοιου γη»6- τείνουν να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά που έχουν οι προφητείες της επιστημονικής φαντασίας, στις δύο προεξάρχουσες εκδοχές της: Είτε μας επαναφέρουν σ’ έναν αναρχικό νεοπρωτογονισμό, είτε σε έναν εργαλειακό νεοτεχνολογισμό, ο οποίος διατείνεται ότι διαθέτει λύσεις σ’ οποιοδήποτε πρόβλημα.
Υπάρχει, ωστόσο, στο σημείο αυτό, μια επιπλέον διάσταση των σύγχρονων κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών μετασχηματισμών που δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη. Στον ύστερο καπιταλισμό η παραγωγή μορφών ζωής και αυτό που πολλοί αποκαλούν βιοπολιτική παραγωγή, παίρνουν τη θέση της βιομηχανικής παραγωγής, με αποτέλεσμα την άνευ προηγουμένου διάχυση του χρόνου εργασίας σ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και την άρση των διαχωρισμών ανάμεσα στην εργασία και τον ελεύθερο χρόνο (που επηρεάζει δραστικά τη ζωή όλων μας). Έτσι λοιπόν, πλάι στην υπερπαραγωγή υλικών αγαθών και στην υπεροχή του αβαρούς χρηματοπιστωτικού τομέα, αναδύονται μια σειρά «ελάσσονες» κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές δυναμικές που σημάδεψαν το τέλος της φορντικής εργασίας. Κατά βάση πρόκειται για μια σειρά μεταβαλλόμενες πρακτικές που δεν είναι πάντα σχηματισμένες με σαφήνεια, παραμένοντας «αόρατες» στο μυθοποιημένο περιθώριο της συμβατικής κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης. Η συμβολή του Michel Foucault είναι και εδώ αποφασιστική: κάθε φορά που διανοίγεται μια δραστηριότητα ή ένα πεδίο ελευθερίας, ταυτόχρονα αναπτύσσεται και ένα πλέγμα εξουσίας.
Αν θα έπρεπε να γίνω πιο συγκεκριμένος θα ανέφερα τον πολλαπλασιασμό των εναλλακτικών lifestyles, το σχεδιασμό εμπειριών7 (και όχι αντικειμένων), τη διασπορά των οικολογικών, των μη κυβερνητικών, ή ανεξάρτητων, οργανώσεων, του εθελοντισμού, της σύγχρονης φιλανθρωπίας, του new age, της «θετικής εξωτερικότητας», της creative class 8, της creative city, της εξιδανικευμένης αλλά και ακαθόριστης συμμετοχικότητας, της ατέρμονος διαβούλευσης και της κουλτούρας των bloggers. Μπορεί για μερικές από αυτές τις πρακτικές πριν λίγα χρόνια να θεωρούσαμε ότι έχουν εναλλακτικό, ακόμη και αντι-καπιταλιστικό, χαρακτήρα, σήμερα όμως αποτελούν συστατικό της μεταφορντικής διάχυσης της προσωρινότητας και εντάσσονται στην τρέχουσα ρητορική και το διαχειριστικό παράδειγμα της σύγχρονης «μικροφυσικής» της εξουσίας.
Ξέρω ότι μια τέτοια επισήμανση θα ενοχλήσει μερικούς. Από τη στιγμή, όμως, που ο μεταφορντικός καπιταλισμός βασίζεται στην παραγωγή μορφών ζωής και εδάφους, ό,τι αποκαλούμε πανκ αισθητική, εναλλακτική αντι-κουλτούρα, ενδιαφέρον για τα graffiti, καλλιτεχνικό τρόπο παραγωγής, καθώς και ορισμένες εκδοχές της οικολογίας, ακόμη και του guerrilla gardening, εντάσσονται σε μια προοπτική οικειοποίησης από την «επίσημη» οικονομία, άρα και στην ατζέντα των επαγγελματιών, των τεχνοκρατών και των πολιτικών. Η περιβόητη governance δεν είναι παρά ένας τρόπος για να προσδώσουμε αξία σ’ αυτές τις κοινωνικές πρακτικές, ενώ ορισμένες μορφές περιβαλλοντισμού αναδεικνύονται σε σύγχρονες πλατφόρμες συναίνεσης και διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων και των εκτεταμένων αστικών μετασχηματισμών που βρίσκονται σε εξέλιξη.

2. Η ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής
Είναι πολλαπλά τα φαινόμενα που συντείνουν στην ανησυχητική περιβαλλοντική διαταραχή των ημερών μας. Σχηματοποιώντας, οι δύο αλληλοεξαρτώμενοι πόλοι που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο είναι η πόλη και η ύπαιθρος. Ασφαλώς πρόκειται για ένα από τα ιδρυτικά συνθετικά ζεύγη του πολιτισμού μας, όπου οι δύο αντιπαρατιθέμενοι όροι αναπαράγουν μια πρωταρχική διχοτομία: η πόλη ως το κατεξοχήν ανθρώπινο δημιούργημα και η ύπαιθρος ως φυσική συνθήκη.
Σ’ ένα δημοφιλές απόσπασμα από το Μανιφέστο του Κομουνιστικού Κόμματος, οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς θα περιγράψουν τη σχέση αυτή, συνοψίζοντας τις δεσπόζουσες αντιλήψεις της νεωτερικότητας: «Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό τον αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής. Όπως εξάρτησε την ύπαιθρο από την πόλη, έτσι εξάρτησε τις βάρβαρες και τις μισοβάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες, τους αγροτικούς λαούς από τους αστικούς λαούς, την Ανατολή από τη Δύση.»
Διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό σήμερα είναι δύσκολο να μη μας ενοχλήσει η έκφραση «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής», η οποία στα προαναφερθέντα δίπολα ταυτίζεται στη σειρά με την «ύπαιθρο», τις «βάρβαρες και μισοβάρβαρες χώρες» και την «Ανατολή», που εξαρτώνται διαζευκτικά από την «πόλη», τις «πολιτισμένες» χώρες, τους «αστικούς λαούς» και τη «Δύση». Στο δίπολο αυτό προφανώς η Ανατολή εκπροσωπεί την καθυστέρηση, την έρημο, τη ραθυμία και η Δύση την ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το επαναστατικό προλεταριάτο και τη βιομηχανία. Μπορεί στο επόμενο κεφάλαιο του Μανιφέστου οι Μαρξ και Ένγκελς να συνδέσουν την «κατάργηση της αντίθεσης ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο» με την «κατάργηση της οικογένειας, του ατομικού κέρδους, της μισθωτής εργασίας» και τη «διακήρυξη της κοινωνικής αρμονίας», ωστόσο, ένα απόσπασμα στο Αντί Ντίρινγκ του Ένγκελς θα αγγίξει την καρδιά του θέματος: «Η κατάργηση της αντίθεσης μεταξύ της πόλης και της υπαίθρου δεν είναι απλώς εφικτή. Έχει γίνει άμεση ανάγκη. Η υφιστάμενη δηλητηρίαση του αέρα, του νερού και της γης μπορεί να σταματήσει μόνο με τη σύζευξη της πόλης και της υπαίθρου.»
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς συνδέουν το απόγειο αυτής της τραυματικής διάζευξης με το θρίαμβο της βιομηχανικής μητρόπολης η οποία έτσι κι αλλιώς αποτελεί επιτομή της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στη φύση, εκτοπίζοντας την «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής». Κυρίαρχοι τόποι αυτής της μεγαλούπολης, της Großstadt, είναι η βιομηχανική παραγωγή, η αγορά και η ανταλλαγή.9 Εφεξής τα πάντα, από την πολεοδομία και την κατοικία έως την ύπαιθρο, τις κοινωνικές συμπεριφορές και τις επιθυμίες, αρθρώνονται γύρω από αυτό το τρίπτυχο. Κάθε τόπος διαμορφώνεται και μετασχηματίζεται με βάση τη σχέση της βιομηχανικής παραγωγής, με την αγορά και την ανταλλαγή, που δεν συνιστούν μόνο ένα νέο συμβολικό τόπο αλλά αποκτούν και χαρακτήρα γενικευμένης αξίας. Οι τόποι κινητικότητας (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα περιβόητα passages και η μυθολογία του flâneur), η civilisation machiniste, ο πολλαπλασιασμός των αλλεπάλληλων σοκ και η νευρική ζωή της πόλης (Nervenleben), αντικαθιστούν τους παραδοσιακούς συμβολικούς τόπους της «ηλίθιας αγροτικής ζωής», η οποία, ωστόσο, από την ίδια την ορθολογική διανομή της γης μας εξοικείωσε με τη γεω-μετρία (δηλαδή τη μέτρηση της γης).
Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την αρχιτεκτονική προέλευση της γεωργίας, την ίδια στιγμή που περισσότεροι διακηρύσσουν την αγροτική προέλευση τα αρχιτεκτονικής. Συνεπαρμένη από τον ίλιγγο της βιομηχανικής παραγωγής και τους τόπους ανταλλαγής η νεωτερικότητα έδωσε την εντύπωση ότι αρχιτεκτονική και γεωργία βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Ο αποχαιρετισμός στην «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» είναι πια οριστικός και μόνο ορισμένοι αρχιτέκτονες με διακριτή «αντιμοντέρνα» παρόρμηση, όπως ο Heinrich Tessenow και ο Δημήτρης Πικιώνης, θα γυρέψουν να αποκαταστήσουν διακριτικά, καλλιεργώντας μια μύχια εποπτεία πάνω στη σπανιότητα της ανώνυμης αρχιτεκτονικής της υπαίθρου. Στον αντίποδα, από τον Sant’ Elia και τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες των αρχών του 20ου αιώνα, ως τον Le Corbusier η νεωτερικότητα ανέδειξε απροσχημάτιστα το εργοστάσιο σε μείζον πρότυπο, εξιδανικεύοντας τον ορθολογισμό, τον όγκο, την εργασιακή ηθική και την κατασκευαστική του τεχνολογία. Το γεγονός αυτό προσέδωσε μια πρωτοφανή ώθηση μορφικής ανανέωσης στην αρχιτεκτονική, ανάγοντας την παραγωγική λογική της βιομηχανίας σε εργαλείο μετασχηματισμού. Ακόμη μια φορά εκείνο που γίνεται αναγνωρίσιμο είναι η γοητευτική «θέληση για δύναμη», η επιθετική κυριαρχία πάνω στη φύση.
Χρησιμοποιώντας οικονομικούς όρους, ο Andrea Branzi θα υποστηρίξει ότι οι ουρανοξύστες της μοντέρνας μητρόπολης δεν είναι παρά το προϊόν της κάθετης συσσώρευσης του κεφαλαίου,10 η τοπολογία μιας συγκεκριμένης μορφής καπιταλισμού που παρήγαγε η τριπλή κυριαρχία της βιομηχανικής παραγωγής, της αγοράς και της ανταλλαγής. Για το λόγο αυτό η αρχιτεκτονική της νεωτερικότητας έχει δύο αναγνωρίσιμα σημεία αναφοράς: το συμπαγή όγκο (παραγωγή) και τις υποδομές (ανταλλαγή), τη μοντέρνα μνημειακότητα (βιομηχανία) και την κινητικότητα (μεταφορές). Γύρω από αυτό το δίπολο (μνημεικότητα-κινητικότητα) μπορούμε να τοποθετήσουμε όλα τα «κινήματα» και τις τάσεις της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, αναδιατάσσοντας τη γενεαλογία της.
Η αντίφαση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της σε ορισμένες πολεοδομικές μελέτες μεγάλης κλίμακας, όπως των ρώσων αποπολεοδομιστών (Magnitogorsk, μια από τις πόλεις του σοβιετικού πενταετούς προγράμματος του 1928), του Le Corbusier (Ρίο ντε Τζανέιρο, Αλγέρι, Μπουένος Άιρες, Σάο Πάολο και Μοντεβιδέο, 1929-1936) και του Ludwig Hilberseimer11 (Σικάγο, Χαβάη και Σηάτλ, 1940-1957), όπου επιχείρησαν να συνδυάσουν την αρχιτεκτονική με την πολεοδομία, τη γεωγραφία και το υπαίθριο τοπίο. Η περιβαλλοντική ενόρμηση αυτών των προτάσεων αντλεί από τον τρόπο με τον οποίο η μεγάλη κλίμακα του σχεδιασμού αντιπαρατίθεται (juxtaposed) στη μοναδικότητα του φυσικού τοπίου και στα προϋπάρχοντα οικιστικά μορφώματα, ή τις διαμορφώσεις του εδάφους. Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε την τοπογραφική αξιοποίηση του μνημειακού χαρακτήρα των υπερλεωφόρων και των υποδομών (Le Corbusier) και την εναλλασσόμενη χαμηλή πυκνότητα της διάχυτης «κηπούπολης» (αποπολεοδομιστές, Hilberseimer). Ιδού οι δύο δεσπόζοντες άξονες με τους οποίους οι αρχιτέκτονες αυτοί θα δοκιμάσουν την «κατάργηση της αντίθεσης μεταξύ της πόλης και της υπαίθρου», διεκδικώντας μια εναλλακτική λύση στο μοντέλο της βιομηχανικής μητρόπολης του 19ου αιώνα. Όλες οι προτάσεις τείνουν, πάντως, σε μια σύζευξη της αναρχικής παράδοσης της «εξαφάνισης της πόλης» με τη Γραμμική πόλη του Arturo Soria y Mata και την εκτεταμένη εδαφική κινητικότητα. Παράλληλα τα CIAM του 1928 (La Sarraz) και του 1937 (Παρίσι) αρχίζουν να προσεγγίζουν με ελλειμματικό τρόπο –δηλαδή αναλυτικά και ποσοτικά- ορισμένες θεματικές του πρασίνου, από την κλίμακα της κατοικίας και της συνοικίας, έως τις εγκαταστάσεις αναψυχής και του αγροτικού σχεδιασμού της υπαίθρου.
Στα άκρα μιας τέτοιας θεώρησης που απομακρύνεται οριστικά από την ειδυλλιακή και αντιδραστική νοσταλγία των υποτιθέμενων «αυθεντικών τόπων», βρίσκονται ορισμένες πολεοδομικές προτάσεις οι οποίες προσέδωσαν ριζοσπαστικό χαρακτήρα στην κρίση της σχέσης πόλη-ύπαιθρος. Στο εσωτερικό μιας τέτοιας σχεδιαστικής στάσης τοποθετώ τη μεγαδομή του Kisho Kurokawa, Agricultural City Plan (1960), τις πολεοδομικές μελέτες για την Αγ. Γαλήνη, τον Πλακιά (1966-67) και την Πόλη του μέλλοντος (1962-1974) του Τάκη Ζενέτου (όπου έχουμε συνύπαρξη τεχνητού και φυσικού, ηλεκτρονικού και βιοφυσικού εδάφους12), τα συνεχή earthworks και, προπάντων, τις έρευνες για τον αγροτικό «υλικό πολιτισμό» του Superstudio (1969, 1973) και τη No-Stop-City των Archizoom Associati (1969). Ειδικότερα σ’ αυτήν την τελευταία διακρίνουμε ένα ουδέτερο επαναλαμβανόμενο είδος «μη αναπαραστατικής αρχιτεκτονικής» (non figurative architecture) η οποία αντλεί από τις «χαράξεις του γεωργικού εδάφους» και την «ποσοτική λογική της σύγχρονης οικονομίας», για να παρουσιαστεί «ως ένα γεωργικό έδαφος, δομημένο αλλά μεταβαλλόμενο σύμφωνα με τη διαδοχή των κύκλων ζωής του».13 Επισημαίνω εδώ πως όσο κι αν οι μελέτες αυτές βασίζονται σε νέα «βέβηλα» φαινόμενα και νέες λειτουργίες, ο εκτεταμένος ανασχεδιασμός του τοπίου που επιχειρούν γίνεται μέσα από μια γεωμετρικοποίηση (geometricization) του εδάφους που διατηρεί τη γεωγραφική κλίμακα και ορισμένες από τις αρχαίες καταβολές της γεω-μετρίας.

3. Tα παπούτσια της χωριάτισσας
Ασφαλώς οι ριζοσπαστικές ουτοπίες δεν μπόρεσαν να μεταβάλουν τη ροή των εξελίξεων που είχαν τροχοδρομηθεί. Η σταδιακή απομάκρυνση της χειροτεχνίας από την αγροτική οικονομία, η εκτεταμένη μηχανοποίηση, η επιτάχυνση της συγκέντρωσης των μέσων παραγωγής, η εγκατάλειψη μεγάλων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, οι μονοκαλλιέργειες, η βίαιη εξάντληση των φυσικών πόρων, η υπερπαραγωγή για μεγαλύτερες επιδοτήσεις, η ατέρμονη διεύρυνση των δικτύων υποδομών στο έδαφος και η μετατροπή της τουριστικής αξιοποίησης σε δυστοπικό εφιάλτη, συρρίκνωσαν και μετασχημάτισαν άρδην το τοπίο της υπαίθρου. Ταυτόχρονα, όσο εξελίσσονταν όλες αυτές οι εδαφικές διεργασίες, το αγροτικό τοπίο διόγκωνε τα φαντασιακά του χαρακτηριστικά με τη μορφή μιας υπεραναπλήρωσης που το συνέδεε ολοένα και περισσότερο με την εξιδανίκευση των αξιών της κοινοτικής ζωής, τη νοσταλγία του κοινού αγροτικού παρελθόντος, την ηθική της χειρωνακτικής εργασίας και τα σύμβολα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού.
Σε μια δεκαετία –όπως αυτή του 1930- όπου οι «αξίες της γης», η «αμόλυντη ευγένεια του πρωτόγονου φυσικού ανθρώπου» και μια σειρά άλλοι πολιτικοί και πολιτισμικοί αρχαϊσμοί επανέρχονται στο προσκήνιο, ο Κωνσταντίνος Καραβίδας14 -ένας οξυδερκής ερευνητής των προκαπιταλιστικών βαλκανικών μορφωμάτων, της «γεωοικονομίας», του «ρεζιοναλισμού» και του «κοινοτισμού»- θα υποστηρίξει ότι η ανεξέλεγκτη επέκταση του Δυτικού βιομηχανικού processus και η «απομύζησις που ασκείται (από την πόλη) κατά του χωριού» θα οδηγήσει στην οικονομική αναρχία και την τελειωτική καταστροφή των ζωντανών στοιχείων του πολιτισμού μας. Θυμίζω ότι το 1934 κυκλοφορεί το αντι-νεωτερικό μανιφέστο των Klaus Vrieslandrer και Τζούλιο Καίμη για το σπίτι ενός άγνωστου μέχρι τότε αγρότη, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα.15
Στον ερεθιστικό πυρήνα μιας τέτοιας στάσης βρίσκονται οι απόψεις που θα αναπτύξει την ίδια περίοδο ο Μάρτιν Χάιντεγκερ,16 ο οποίος εκεί που οι Μαρξ και Ένγκελς βλέπουν την «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» διακρίνει ένα αναντικατάστατο ρίζωμα (Bödenständigkeit) και ανθεκτικές εστίες αυθεντικότητας. Τα παπούτσια (1886) του Βαν Γκογκ θα του δώσουν την ευκαιρία να ορίσει το 1935 ως «ουσία της τέχνης» όχι το ωραίο αλλά το «εν-έργω-τίθεσθαι της αλήθειας»: Ωστόσο, χωρίς την αίσθηση της περατότητας και του φθαρτού δεν μπορεί να υπάρξει αλήθεια. Για τον Χάιντεγκερ, από τα παπούτσια αυτά αναδύεται το κοπιώδες, βαρύ και αργό βήμα της αγρότισσας, το υγρό έδαφος αλλά και η ερημιά του μονοπατιού που περπατά, η καλύβα στο ξέφωτο και τα φθαρμένα εργαλεία στο αυλάκι, η εναλλαγή των εποχών με την αγωνία και τη χαρά για την εξασφάλιση της σοδειάς, το σιωπηρό κάλεσμα της φύσης και η αινιγματική ερημιά της αγρανάπαυσης του χειμώνα, ο επαπειλούμενος θάνατος και η γη από την οποία αναφύεται και στην οποία επιστρέφει κάθε ζωή: «Η χωριάτισσα φορά τα παπούτσια στο χωράφι. Εδώ είναι τα παπούτσια αυτό που είναι. Και μάλιστα είναι τόσο πιο γνήσια, όσο λιγότερο τα σκέπτεται η χωριάτισσα, ή καν τα παρατηρεί ή τα νιώθει κατά τη δουλειά... Η χωριάτισσα απλώς φορά τα παπούτσια. Είναι άραγε τόσο απλό το γεγονός ότι τα φορά;»
Μπορεί επειδή ένα τέτοιο απόσπασμα ακούγεται φορτωμένο και παράξενο, το 1968 ο Αμερικανός ιστορικός τέχνης Meyer Schapiro, θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός φιλόσοφος σφάλει: τα φθαρμένα αυτά παπούτσια δεν ανήκουν στον αγροτικό βίο αλλά στο αστικό τοπίο του καλλιτέχνη, κάνοντας μάλιστα λόγο για την «παρουσία του καλλιτέχνη μέσα στο έργο», η οποία μπορεί να μας κάνει να θεωρήσουμε τα παπούτσια αυτά ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας.
Δέκα χρόνια αργότερα, το 1978, ο γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά συμμετέχει στο διακεκομμένο διάλογο, εστιάζοντας στο φετιχισμό που λανθάνει και σε μια μοντέρνα πλευρά του έργου, στα πολυάριθμα ζευγάρια παπουτσιών που απεικονίζει ο Ολλανδός ζωγράφος. Η σειριακότητα αυτή μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος αναπαραγωγής. Άρα εντοπίζει και αυτός ένα θεμελιακό στοιχείο της τεχνικής κουλτούρας της πόλης. Μόνο που πρόκειται για μια διαφοροποιημένη αναπαραγωγή, που, όπως η φυσική, δεν είναι ποτέ ίδια. Κανένα από τα ζωγραφισμένα ζευγάρια παπουτσιών δεν είναι απολύτως όμοιο με κάποιο άλλο. Και μια τέτοια επισήμανση μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.
Ο Fredric Jameson θα επανέλθει στο θέμα το 1984, επιμένοντας στην οπτική διάσταση: «η συνειδητή και βίαιη μεταμόρφωση του θλιβερού υλικού γεωργικού κόσμου σε λαμπρότατη ελαιογραφική αντικειμενοποίηση καθαρού χρώματος συνιστά χειρονομία οπτικής φύσεως […] απόρροια ενός νεώτερου κεφαλαιοκρατικού καταμερισμού εργασίας, ενός νέου κατατεμαχισμού του πρωτοεμφανιζόμενου κέντρου αισθήσεων, η οποία αναζητεί απεγνωσμένα, μέσα ακριβώς από αυτόν τον κατατεμαχισμό, την ουτοπική αναπλήρωσή τους.»17
Αν η τροπή που πήρε η συζήτηση υπερβαίνει το αρχικό ενδιαφέρον του Γερμανού φιλοσόφου για τον κόσμο των χωρικών, ή μάλλον καλύτερα, για το «αμοιβαίο παιχνίδι του Κόσμου και της Γης» όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από τον πίνακα του Βαν Γκογκ, το Μάρτιο του 1934 είχε μια καλύτερη ευκαιρία προκειμένου να αποσαφηνίσει τις θέσεις του. Σε μια ραδιοφωνική ομιλία18 ο Χάιντεγκερ θα αναφέρει με περίσσια ελεγειακή διάθεση: «Όταν το βράδυ, την ώρα της ανάπαυσης από την εργασία, κάθομαι στον πάγκο πλάι στη θερμάστρα ή στο τραπέζι, στην ‘γωνιά του καλού θεού’, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου δεν μιλάμε πολύ. Καπνίζουμε σιωπηλά τις πίπες μας και ίσως κάθε τόσο πέφτει κάποια λέξη, για να πούμε ότι το κόψιμο των δένδρων στο δάσος φτάνει πλέον στο τέλος του, ότι το προηγούμενο βράδυ το σαμούρι εισέβαλε στον ορνιθώνα, ότι αύριο πιθανόν αυτή η αγελάδα θα γεννήσει.[…] Όλη η εργασία μου ωθείται και οδηγείται από αυτά τα βουνά και τους χωρικούς.[…] Οι πολίτες, όταν έρχονται σε επαφή με τους χωρικούς εκπλήσσονται συχνά από το πόσο παρατεταμένα και μονότονα είναι μόνοι ανάμεσα στα βουνά. Εντούτοις, δεν είναι μόνοι αλλά μάλλον πρόκειται περί μοναξιάς. Στις μεγάλες πόλεις, ο άνθρωπος μπορεί, πράγματι να απομονωθεί εύκολα όπως σε κανέναν άλλο τόπο. Αλλά εκεί [στο μέλανα δρυμό] δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο εύκολα μόνος. Επειδή η μοναξιά έχει την πρωταρχική δύναμη που δεν μας επιτρέπει να είμαστε μόνοι αλλά απεναντίας αποδίδει ολόκληρη την ύπαρξη (Dasein) στην εγγύτητα της ουσίας όλων των πραγμάτων.»
Σκηνές όπως αυτές θυμίζουν κάτι σε όλους μας από τις σποραδικές επισκέψεις σε απομακρυσμένους τόπους καταγωγής, ή τόπους διακοπών, όπου κάποιες στιγμές θαρρείς συμβαίνουν τα πάντα χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Δε συνέβη το ίδιο και με τον T. W. Adorno19 ο οποίος δε φείδεται ειρωνείας, σχολιάζοντας το παροιμιώδες επεισόδιο όπου ο Χάιντεγκερ προκειμένου να διατυπώσει την άρνησή του να δεχθεί τη θέση στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου περιγράφει το γέρο χωρικό να τον κοιτά έντονα, να τον αγγίζει με το βαρύ και ντόμπρο χέρι του στην πλάτη, να κουνά ανεπαίσθητα το κεφάλι νεύοντας, αλλά κρατώντας το στόμα αυστηρά κλειστό. «Πράγμα που πάει να πει: αποφασιστικά Όχι!.»
Ο Adorno διακρίνει σ’ αυτήν τη γραφική περιγραφή –που ανήκει περισσότερο σε μια σχεδόν αφασική, προ-λογική, προφορική και όχι φιλοσοφική επικοινωνία- έναν αντιδραστικό ισομορφισμό ανάμεσα στη σκέψη του Χάιντεγκερ, την κουλτούρα του Blut und Boden και το ναζισμό. Σίγουρα πάντως ο φιλόσοφος του μέλανα δρυμού αναγνωρίζει ένα είδος αρχαίας σοφίας και αυθεντικής ύπαρξης (Eigentilch) εκεί που ο Μαρξ και ο Έγκελς έβλεπαν απλά «ηλιθιότητα», δηλαδή υλική έκφραση της αγροτικής μιζέριας, χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, θλιβερή ανέχεια, περιθωριοποιημένο πρωτογονισμό, τεχνολογική και πολιτισμική καθυστέρηση. Για το σκοπό αυτό μοιάζει να θέλει να συνδέσει το χωρικό του βόρειου δάσους με το χωρικό της αρχαίας αττικής γης, όπου το βραχώδες και άνυδρο έδαφος απαιτούσε από αυτόν μια τέτοια προσπάθεια προκειμένου να το καλλιεργήσει, από την οποία προερχόταν και η αρμονία που τον ενέτασσε σ’ αυτό.
Δεν θα επιμείνω στο συντηρητικό και νοσταλγικό αρχαϊσμό αυτού του θελκτικού ιδεολογήματος, το οποίο αρνείται να δει τους μετασχηματισμούς που μεσολάβησαν, άρα να πενθήσει -που σημαίνει να επεξεργαστεί και να αποχαιρετίσει- εκείνο που χάθηκε, προσπορίζοντας εκείνο που επιβιώνει δυναμικά (όπως κάνει η Κιβωτός). Για τον Χάιντεγκερ, η «εργασία στη γη», η «κατοίκηση του βουνού», ο αρχαϊκός γεωργικός κόσμος, η αγροτική ηθική φρόνηση, η προέλευση του λόγου από τη σιωπή και η άχρονη χωρικότητα της «επαρχίας» είναι παραδείγματα εγγύτητας στο φυσικό στοιχείο και γι αυτό υπερτερούν της βιομηχανικής μητρόπολης. Ο γέρος χωρικός αντιπροσωπεύει ό,τι η μητρόπολη και ο τεχνικός εκσυγχρονισμός θέλουν να απωθήσουν, επειδή βρίσκονται έξω από τις παραγωγικές προτεραιότητες τους. Ότι, όμως, απωθείται επιστρέφει δριμύτερο. Αυτή ακριβώς η ριζική ανεπικαιρότητα μπορεί να καταστήσει τον αναχρονιστικό χωρικό και το εγκαταλελειμμένο υπαίθριο τοπίο σπορά της σκέψης.

4. Η παρακμή της υπαίθρου και η ανάδυση της πόλης-έδαφος
Αν, λοιπόν, η αγροτική ζωή συνδέεται με τα φθαρμένα παπούτσια της χωριάτισσας, και την αφασική επικοινωνία, η «καταστροφική» μεγαλούπολη -για να χρησιμοποιήσω ένα ψυχαναλυτικό τρίπτυχο- συνδέεται με τον φετιχισμό του εμπορεύματος (Μαρξ), τη λιβιδική οικονομία (Lyotard) και τον εκδημοκρατισμό των επιθυμιών20: δηλαδή τη διοχέτευση, προς τα κάτω, αγαθών που κάποτε ήταν προνόμιο των ολίγων. Γι αυτό μοιάζει με επιδεικτική αφέλεια το να εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τον αγροτικό βίο με νοσταλγικό, ή ηθογραφικό, τρόπο, λες και αναπαράγει τα παπούτσια του Βαν Γκογκ, τους φιλήσυχους χωρικούς από τον Φάουστ του Γκαίτε, το εξουθενωμένο υπαίθριο σύμπαν του Τσέχοφ, ή την εικονοποιία του Καρκαβίτσα. Η ζωή στην ύπαιθρο δεν ισοδυναμεί μόνο με τη γαλήνη, την αθωότητα, την απλότητα, αλλά και την οπισθοδρόμηση, την άγνοια, τον εξουθενωτικό μόχθο, την ανθεκτικότητα των προκαταλήψεων και τους περιορισμούς. Αντίστοιχα, η ζωή στην πόλη δεν ταυτίζεται μόνο με τη μόλυνση, τον υλισμό, την αποθέωση της φιλοδοξίας, τη μοναξιά, την έπαρση, την «υπολογιστική φύση της χρηματικής οικονομίας» και την «κυριαρχία της νόησης», αλλά και την εκπαίδευση, την επικοινωνία, τα απολαυστικά comfort, την διεύρυνση των δυνατοτήτων και τον «εκδημοκρατισμό των επιθυμιών.».
Ωστόσο, σταδιακά η διάκριση αυτή θα αρχίσει να φθίνει, κάνοντας την πόλη και την ύπαιθρο να αρχίσουν να συγχέουν τα όριά τους. Ο Raymond Williams θα γράψει στο The Country and the City ότι η ύπαιθρος φθονεί την πόλη, τείνοντας να της μοιάσει ολοένα και περισσότερο, ενώ η πόλη ταλαντεύεται ανάμεσα στη νοσταλγική εξιδανίκευση και την αποστροφή για την μακρινή συλλογική μητέρα.
Αυτήν ακριβώς την ανισότητα τείνει να εξαλείψει η περάτωση της μητρόπολης και η μετάβασή της σε μια νέα φάση, που δεν είναι η «μετάπολη» (όπως πίστευαν μερικοί), αλλά η πόλη-έδαφος. Υπό μια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πόλη-έδαφος δεν είναι μια αντι-πόλη, ούτε εκφράζει το τέλος της μητρόπολης, αλλά ένα είδους «υπερ-τέλους» (hypertelie), ένα ντελίριο, εφόσον πηγαίνει πέρα από τα όριά της, πέραν από το πέρας της, διασπείροντας τις κατευθύνσεις της.21
Όποιος σήμερα εγκαταλείπει μια πόλη διατρέχοντας μια οδική αρτηρία, ή με το τρένο, γρήγορα σχηματίζει την εντύπωση ότι οι παρυφές της μοιάζουν να μη τελειώνουν πουθενά. Τα όρια υφίστανται μόνο διοικητικά, χάνοντας κάθε γεωγραφικό ή συμβολικό νόημα. Ιδού μια πρώτης τάξεως εμπειρική εισαγωγή στην πόλη-έδαφος, η οποία αποτελεί την ανάρμοστη σύντηξη της πόλης με την ύπαιθρο που εξαπλώνεται στο έδαφος με τη μορφή μιας σειράς αδιαχώριστων χωρικών εμπειριών. Πρόκειται για μια μορφή πόλης που συμπίπτει με το έδαφος. Δεν υπάρχει τίποτα που να είναι έξω από την πόλη, ή τις απεδαφικοποιημένες «εναέριες ρίζες» της. Προϋπόθεση και όριό της είναι τα αδιαλείπτως διευρυνόμενα όρια του δικτύου επικοινωνιών.
Δεν ωφελεί να επιχειρήσω εδώ ορισμούς αυτού του φαινομένου το οποίο δεν ταυτίζεται με τη συμβατική αστικοποίηση της υπαίθρου (εφόσον μεγάλο μέρος από το καλλιεργήσιμο ή το ακαλλιέργητο γυμνό έδαφος, δεν περιβάλλει τον κατοικήσιμο χώρο αλλά ενσωματώνεται σ’ αυτόν), ούτε με τη μεγαλούπολη (από τη στιγμή που δεν διαθέτει συνεχή πυκνότητα). Δύο επιπλέον χαρακτηριστικά της είναι: α) η μη φυγόκεντρη εξάπλωσή της από το κέντρο –με την οποία τη γνωρίσαμε στο παρελθόν- αλλά η ριζωματική, που πολλαπλασιάζει τις ασυνεχείς και ακανόνιστες γραμμές φυγής γύρω από τους οδικούς άξονες· β) η διακεκομμένη φυσιογνωμία της η οποία την κάνει να μοιάζει περισσότερο με επέκταση της επαρχίας, παρά της πόλης, μετασχηματίζοντας την αντίληψη που είχαμε και για τις δύο.
Η πόλη-έδαφος δεν έχει ιεραρχική δομή αλλά μοριακή, αντικαθιστώντας την τοπολογία της κάθετης συσσώρευσης του κεφαλαίου με την οριζόντια χωρική οργάνωση του πλήθους. Από τη στιγμή που η αρχή και το τέλος της δεν είναι διακριτά με σαφήνεια αυξάνεται –όπως η χλόη- «στη μέση των πραγμάτων και διαμέσου της μέσης»22 δημιουργώντας ένα αρχιπέλαγος (που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και αγροπέλαγος) από πυκνώματα και αραιώσεις, από τόπους και υπερτόπους, από συμπαγείς αστικές ζώνες, σκόρπια οικοδομήματα, αγροτικές καλλιέργειες και εδαφικά κενά.
Το όραμα της Οικουμενούπολης του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, η οποία επεκτείνεται ατελεύτητα κατά μήκος των οδικών και των επικοινωνιακών δικτύων και η επιδημική άναρχη αστική εξάπλωση (urban sprawl) είναι δύο συγγενικά –ή αν θέλετε, παραπληρωματικά- φαινόμενα της πόλης-έδαφος: η θεωρητική πολεοδομική θεμελίωση και η ιογενής αγοραία εκδοχή της. Απέναντί τους εκείνο που χρειάζεται να επαναφέρουμε είναι η μεγάλη κλίμακα του σχεδιασμού, στην οποία όπως αντιλαμβάνεστε επιμένω εξακολουθητικά. Για την επείγουσα αναχαίτιση του αποκρουστικού sprawl, ο Pier Vittorio Aureli με τον Martino Tattara (Dogma) και ο Stefano Boeri προτείνουν τη στρατηγική του ορίου. Οι πρώτοι τη συμπαγή υλικότητα της Stop City,23 ένα είδος αντιστροφής της No-Stop City των Archizoom, όπου η υψηλή πυκνότητα των μετωπικών κάθετων οικοδομήσιμων μονάδων αποκτά το χαρακτήρα ενός αδιαπέραστου τείχους που αφήνει τον υπόλοιπο χώρο κενό. Ο δεύτερος, με την trendy μορφή ενός «κάθετου δάσους» (πράσινοι ουρανοξύστες) στο εσωτερικό της πόλης αλλά και ενός πιο ενδιαφέροντος πράσινου τείχους24 γύρω της, δηλαδή μιας σαφώς οριοθετημένης περιμετρικής δασώδους ζώνης πολλαπλών χρήσεων που συγκρατεί την απεριόριστη επέκταση της. Στον αντίποδα, οι MVRDV (Almere Hout) θα επιχειρήσουν τη σύνταξη ενός δειγματοληπτικού αρχείου της πόλης-έδαφος, δηλαδή τη συνεχή διαστολή ενός άκεντρου ορθοκανονικού ιπποδάμειου κανάβου στο εσωτερικό του οποίου δοκιμάζονται όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί οικοδομήσιμου και πράσινου χώρου. Τα υποτιμημένα οράματα των Ρώσων αποπολεοδομιστών μοιάζει να αποκτούν νέα σημασία.
Αν όμως η μοντέρνα μητρόπολη αντιμετώπισε την πόλη ως κοινωνικό εργοστάσιο, δηλαδή διέστειλε το ορθολογικό μοντέλο της βιομηχανίας σ’ όλα τα πεδία του αστικού σχεδιασμού, διαχωρίζοντας τις λειτουργίες (κατοικία, εργασία, αναψυχή, γεωργία, κέντρο, περιφέρεια, ύπαιθρος), η μεταφορντική πόλη έδαφος είναι εξωεργοστασιακή: διαστέλλει κάθε μορφή παραγωγής έξω από το εργοστάσιο25 σ’ ολόκληρο το έδαφος. Η πόλη-έδαφος αχρηστεύει τους προγραμματικούς διαχωρισμούς που θεμελίωσε η παραδοσιακή πολεοδομία του 19ου και του 20ου αιώνα, χάριν ενός εκτατού αδιαφοροποίητου χώρου. Το έδαφος αναδεικνύεται πλέον σε μέσο και σκοπό της παραγωγής.

5. Ένα εκατομμύριο σπόροι δεν είναι ποτέ ίδιοι μεταξύ τους
Πολύς λόγος έγινε τα τελευταία χρόνια για δύο συμπληρωματικές, και συνδεδεμένες με διαδοχική χρονικότητα, διαδικασίες: την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την αποβιομηχάνιση. Θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις δύο αυτές διαδικασίες που είχαν εκτεταμένες τραυματικές συνέπειες για το περιβάλλον, σ’ εκείνο που ο Gilles Clement αποκαλεί τρίτο τοπίο, δηλαδή το σύνολο των τόπων που εγκατέλειψε ο άνθρωπος και δεν είναι ούτε απολύτως τεχνητοί ούτε απολύτως φυσικοί.
Αξίζει να παρατηρήσουμε όμως προσεκτικότερα τις συνέπειες των δύο αυτών διαδοχικών διαδικασιών που προαναφέραμε: Όπως η αποβιομηχάνιση δεν προκάλεσε την εξαφάνιση της παραγωγής αλλά τη διασπορά της σε όλο το έδαφος και όπως οι λειτουργίες της ανταλλαγής διαχέονται σήμερα παντού, έτσι και η αγροτική παραγωγή δεν περιορίζεται μόνο σε οριοθετημένες περιοχές αλλά μπορεί να διασκορπιστεί και να οργανωθεί παντού.
Η γεωργία βρίσκεται παντού επειδή στις μέρες μας δεν υπάρχει γεωργία. Πρόκειται ακριβώς για τη στιγμή που η αγροτική παραγωγή θα μπορούσε δυνητικά να τείνει στην τελειωτική της μορφή (ένα είδος «υπερ-τέλους») ανακαλύπτοντας και συναντώντας, κατά κάποιο τρόπο, την αρχή της, που προηγήθηκε της βιομηχανίας. Πρόκειται για μια γεωργία εγγύτητας, που δεν είναι υποχρεωτικό να βρίσκεται έξω από τα σύνορα της πόλης. Ιδού λοιπόν ένας νέος τρόπος ύπαρξης της γεωργίας που την αναδεικνύει σε μετα-μητροπολιτική συνθήκη.
Οι διάσπαρτοι καλλιεργήσιμοι κήποι της πόλης έδαφος, η οργανωμένη αστική γεωργία (urban agriculture), οι guerrilla gardeners και οι community gardens είναι μόνο μερικά ενδεικτικά τρέχοντα παραδείγματα που απλώνονται από τη μεσόγειο και τον ευρωπαϊκό βορρά, έως τα τροπικά τοπία της Νοτίου Αμερικής και τις εναλλακτικές αστικές φάρμες της Βορείου Αμερικής. 26 Μια τέτοια στάση, η οποία τοποθετείται στη διατομή της αρχιτεκτονικής με την πολεοδομία και τις νέες στρατηγικές διατροφής, την πρωτογνωρίσαμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, ως μικρογραφική μεταφορά των τόπων προέλευσης, μέσα από τους οικιακούς κήπους, την οικιακή κτηνοτροφία και τις άλλες μορφές οικογενειακής αυτο-οργάνωσης, που αναπτύχθηκαν στις παρυφές των ελληνικών πόλεων και στα λαϊκά προάστια. Αλλά αν θέλετε να μην περιοριστούμε σε εθνικά πλαίσια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις εικόνες από τους κήπους στο κέντρο του μεταπολεμικού Λονδίνου, ή έξω από το εγκαταλελειμμένο Reichstag στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1980;
Οι μικρές αυτές μορφές αγροτικής παραγωγής οικογενειακής χρήσης –που ασφαλώς είναι εκτός του αυστηρού προσδιορισμού των χρήσεων γης- ενθάρρυναν εναλλακτικές πρακτικές διατροφής, το φαντασιακό και τον ελεύθερο χρόνο και ταυτόχρονα, εξέφρασαν μια δυσπιστία απέναντι στους αστικούς τρόπους ζωής, στην απεδαφικοποίηση της μαζικής παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και προπάντων, τον αποκλεισμό της γεωργίας από το πολιτισμό της βιομηχανικής μητρόπολης. Δεν είναι αμελητέα εδώ η εξοικείωση με τους κύκλους ζωής και τη συμβολική συνέχεια.27
Η σημερινή κοινωνική διάχυση της κηποτεχνικής παραγωγής, μπορεί να μας ωθήσει σε ριζοσπαστικές αναθεωρήσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου. Για παράδειγμα, γιατί να παραμένει ο σχεδιασμός των πάρκων και των ανοιχτών υπαίθριων χώρων στη χώρα μας στερεότυπα εγκλωβισμένος σε μια βόρειο-Δυτική στάση «καλλωπισμού» και να μην εντάξει στους προβληματισμούς του και μια σειρά μεσογειακές αγροτικές καλλιέργειες;
Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου αναφέρθηκα με κριτικό τρόπο στο ρόλο που διαδραματίζουν οι εναλλακτικές αυτές πρακτικές στο πλαίσιο της μεταφορντικής διάχυσης. Διατηρώντας τα συμπεράσματα μιας τέτοιας κριτικής στάσης, είναι μεγάλος ο πειρασμός να εξετάσει κανείς το αντίστροφο: Ποια είναι η εν δυνάμει θετική συμβολή τους; Το μεγαλύτερο, λοιπόν, πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι αποτελούν ένα εργαστήριο κατασκευής κοινωνικών σχέσεων και οργάνωσης ορισμένων χώρων της πόλης-έδαφος, που μας δίνει τη δυνατότητα να πειραματιστούμε σε μη συμβατικές τεχνικές παραγωγής, διανομής και αυτοδιαχείρισης.
Ο Tony Negri και ο Michael Hardt28 διεύρυναν το πεδίο εποπτείας στην πληροφοριοποίηση της σχέσης γης-παραγωγής, στη παράδοξη μετατροπή της αγροτικής εργασίας σε σχεδόν άυλη εργασία και στην κλιματική επιστήμη η οποία, επίσης, αποτελεί μια παραδοσιακή αγροτική γνώση που πληροφοριοποιήθηκε, αποκτώντας επικοινωνιακά χαρακτηριστικά (δελτία καιρού). Από την άλλη, ο Andrea Branzi προσθέτει μια επιπλέον κατεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι η νέα παραγωγική δυναμική της κοινωνίας έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με τα οριζόντια εδαφικά συστήματα, την εποχικότητα, την ευελιξία και την αντιστρεψιμότητα των καλλιεργειών της γεωργίας παρά με τη βιομηχανία.
Επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα κατατοπιστικό απόσπασμα: «Η αγροτική επιχείρηση, είναι σήμερα […] ένας παραγωγικός οργανισμός αυτο-ισορροπούμενος, ρυθμιζόμενος από τους εποχικούς κύκλους, τροφοδοτούμενος από φυσική ενέργεια, ικανός να παράγει με αυθόρμητο τρόπο διαφοροποιημένες και βιοδιαβαθμιζόμενες σειρές προϊόντων διατροφής. Η διαφοροποιημένη σειρά, προέρχεται όντως από τη φύση. Ένα εκατομμύριο μήλα αποτελούνται πάντα από μήλα που είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο. Στη φύση δεν επαναλαμβάνεται ποτέ η ίδια μορφή δεύτερη φορά, το ίδιο φύλλο, το ίδιο μήλο. Για όλους αυτούς τους λόγους η σύγχρονη αρχιτεκτονική πρέπει να αρχίσει να βλέπει τη μοντέρνα γεωργία σαν μια πραγματικότητα με την οποία θα εγκαθιδρύσει στρατηγικές σχέσεις.»29
Αν αυτό είναι ένα στρατηγικό ενδεχόμενο, που μπορεί να αποβεί σπόριμο (άρα κατάλληλο προς δια-σπορά) για την αρχιτεκτονική, εκείνο που πρέπει ταυτόχρονα να εντοπίσουμε είναι τα αναδυόμενα πεδία διακύβευσης. Που συγκεντρώνονται λοιπόν σήμερα οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις, που θα επηρεάσουν το μετα-μητροπολιτκό μέλλον της γεωργίας; Προνομιούχο πεδίο μοιάζει να είναι τα φυσικά Κοινά (Commons), δηλαδή οι «κοινόκτητες γαίες», ο αέρας, η θάλασσα, τα βουνά, τα ύδατα, οι λίμνες, τα δάση και εν γένει οι φυσικοί πόροι που διαθέτει το «διαστημόπλοιο Γη.» Η αχανής σφαίρα αυτών των φυσικών Κοινών συνδέεται, όχι μόνο με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη φύση, αλλά και την επιθετική επαναδιαπραγμάτευση των ορίων του ιδιωτικού στα συν-παραγόμενα δημόσια και πολιτιστικά Κοινά αγαθά, στην πληροφορία, στη γνώση, στην πολιτιστική παραγωγή, στη «γενική διάνοια» και στις κοινωνικές σχέσεις: «Σε όλο τον κόσμο, ό,τι απομένει από τους αχανείς δημόσιους χώρους είναι πλέον μόνο υλικό για θρύλους: το δάσος του Ρομπέν των δασών, οι πεδιάδες των Ινδιάνων της Αμερικής, οι στέπες των νομαδικών φυλών, κ.ο.κ.»30
Για το λόγο αυτό κεντρικό ζητούμενο είναι η διεύρυνση των Κοινών και, ταυτόχρονα, η γεωργία του διευρυμένου πεδίου (expanded field). Δηλαδή, η αντιμετώπιση της γεωργίας όχι μόνο ως αγροτική παραγωγή αλλά και ως μηχανισμό παραγωγής ιδεών, συμπεριφορών, εμπειριών, φαντασιακού και «συγκινήσεων», τους οποίους ο Paolo Virno31 θεωρεί σύγχρονους «τρόπους ύπαρξης και αίσθησης» με οικονομική σημασία. Με τον τρόπο αυτό το φαντασιακό, οι εμπειρίες και οι «συγκινησιακοί τόνοι» της υπαίθρου, «πιάνουν δουλειά», γίνονται παραγωγή και πλήρης «καλλιέργεια» (culture): δηλαδή, χάρισμα και συστατικό της μετα-μητροπολιτικής κατάστασης. Ο πολιτισμός της υπαίθρου παύει να είναι οριοθετημένος τόπος και γίνεται περισσότερο τρόπος.
Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσαν να επανεκτιμηθούν ορισμένες από τις ριζοσπαστικές ουτοπίες των δεκαετιών του 1960 και του 1970, ο μελαγχολκός τρόπος με τον οποίο ο Χάιντεγκερ περιγράφει την πολύτιμη σιωπή του χωρικού, το συγκλονιστικό δέος των σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον που κυκλοφορεί στα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το άγριο οδοιπορικό ενός αγρότη από την πρωτόγονη ζωή του βουνού προς τη σύγχρονη πόλη και τη θάλασσα (Αλέξης Δαμιανός), οι μαντρότοιχοι και οι νομαδικές δραγατοκαλύβες (Άρης Κωνσταντινίδης), η Αιξωνή του Δημήτρη Πικιώνη, η παράδοση της εγχώριας λαογραφίας και της ανθρωπολογίας, οι ντελιριακές («πέρα από τα σύνορα της πόλης») ελεγείες της υπαίθριας ζωής και η «ουτοπική αναπλήρωση» τους σε ορισμένα έργα τέχνης,32 ακόμη και οι τυπολογικές έρευνες των «αγροτικών πυρήνων»33 που ακολούθησαν το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου.
Τα έργα αυτά, στον αστερισμό των οποίων μπορούν να προστεθούν ασφαλώς πολλά άλλα, περιγράφουν έναν τύπο ενεργού φαντασιακού όπου οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι απωθήσεις και τα παλαιά «τέρατα» της υπαίθρου «διανέμονται σ’ ολόκληρη την κοινωνική σφαίρα».34 Στις περισσότερες περιπτώσεις, κοινός παρανομαστής παραμένει η δυναμική και οι μεταπτώσεις του γεωργικού σημαίνοντος, οι ιριδισμοί και οι τροχιές της «ψύχωσης του τοπίου.»35
Με τον τρόπο αυτό μπορεί να σχηματίσει κανείς την εντύπωση ότι «η φύση είναι άχρηστη, είναι Κόσμος, δηλαδή κόσμημα∙ όμως επειδή ακριβώς είναι άχρηστη συμπυκνώνει τις βαθύτερες λειτουργίες της χρήσης, δεν είναι αντικείμενο, είναι μέθοδος προσδιορισμού κάποιας ουσίας, τρόπος μεσολάβησης μεταξύ ανθρώπων.»36 Ιδού μια σύγχρονη εκδοχή της Κιβωτού, χρήσιμη, υπ’ αυτήν την έννοια, για μια ριζική περιβαλλοντική και αρχιτεκτονική αναθεώρηση, την οποία θα μπορούσαμε να εντάξουμε σε μια Πολιτική της φύσης. Πρόκειται για ένα σημείο αφετηρίας, για μια «έξοδο»37 που σηματοδοτεί την απόπειρα μιας πιθανής αναστολής των διαχωρισμών ανάμεσα στο οργανικό (σπόροι) και το ανόργανο (Κιβωτός), στη φύση και την κοινωνία, στο μονοφυσιοκρατικ και το πολυπολιτισμικό, στο πρωτόγονο και το εσσόμενο, στο ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο, επανατοποθετώντας «τρεις έννοιες σε μια: πόλη, λόγος φύση.» 38 Όσο κι αν μοιάζουν, ένα εκατομμύριο σπόροι δεν είναι ποτέ ίδιοι μεταξύ τους.

Σαρωνίδα, Ιούλιος 2010

1. Παραλλαγή και παρέκταμα του Le paysan de Paris του Louis Aragon (Παρίσι 1926), Paris Peasant, αγγλ. μτφρ. S. W. Taylor, Βοστώνη 1999, Ο Παριζιάνος χωρικός, ελλ. μτφρ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, Αθήνα 1986.
2. Η στάση αυτή σηματοδοτεί το απόγειο του «μετα-νιτσεικού υποδείγματος της σωματικής και νοητικής υπεροχής»: Antony Vidler, «Robots in the House. Surveillance and the Domestic Land-scape», Daidalos, 73, 1999, σ. 83.
3. Άρα και εδώ παρεισφρέει ένα αίτημα εξόδου και αποσκίρτησης, με έννοια που το θέτει ο Paolo Virno,. Η έξοδος δεν εκδηλώνεται «ως διαμαρτυρία αλλά ως αποσκίρτηση…Τίποτα δεν είναι λιγότερο παθητικό από μια φυγή, από μια έξοδο. Η αποσκίρτηση αλλάζει τους όρους, αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο προέκυψε ένα πρόβλημα, αντί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα διαλέγοντας την μια ή την άλλη προβλεπόμενη εναλλακτική λύση. Η έξοδος περιστρέφεται επάνω από έναν αφανή πλούτο, επάνω σε μια υπεραφθονία δυνατοτήτων.»: Paolo Virno, Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής (2002), μτφρ. Β. Πασσάς, θεώρηση Γ. Β. Δάβος, Αθήνα 2007, σσ. 88-89.
4. C. Lévi Strauss, Ανθρωπολογία και μύθος, Μέρος 2ο, μτφρ. Δ. Δεμερτζή, επιμ. Α. Παρίδη, Αθήνα 1991, σ. 29. Βλ. επίσης και του ιδίου, Μυθολογικά. Το ωμό και το μαγειρεμένο, μτφρ. Μ. Λώμη, Αθήνα 2001.
5. Michael Hardt, Antonio Negri, Αυτοκρατορία (2000), μτφρ. Ν. Καλαϊτζής, Αθήνα 2002, σ. 256.
6. Αναφέρομαι στο βιβλίο που εξέδωσε ο Buckminster Fuller το 1969 με τον τίτλο Operating Manual for Spaceship Earth.
7. B. Joseph Pine II, James H. Gilmore, The Experience Economy: Work Is Theater & Every Business a Stage, Βοστόνη (Μασαχουσέτη) 1999.
8. Richard Florida, The Rise of the Creative Class and How It's Transforming Work, Leisure, Community and Everyday Life, Νέα Υόρκη 2002. και Who's Your City? How the Creative Economy Is Making Where to Live the Most Important Decision of Your Life, Νέα Υόρκη 2008.
9. Massimo Cacciari, La Citta, Ρίμινι 2004, σ. 32.
10. Andrea Branzi, «The Fluid Metropolis», στο The Complete Works, Νέα Υόρκη 1992, σσ. 50-51.
11. Ludwig Hilberseimer, Entfaltung einer Pianungsidee (1963) ιταλική μτφρ. Sonia Gessner, εισαγωγή Giorgio Grassi, Πάντοβα 1967 και The New City. Principle of Planning, εισαγωγή L. Mies van der Rohe, Σικάγο 1944. Πρβλ. K. Michael Hays, Modernism and the posthumanist subject. The Architecture of Hannes Meyer and Ludwig Hilberseimer, Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1992
12. «Το προτεινόμενο σύστημα –που δεν εκφράζει καμία συγκεκριμένη αρχιτεκτονική- δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να αναπτύξει την προσωπικότητά του συνθέτοντας μόνο του το περιβάλλον του.[…] Ο ιδιώτης […] μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε δυο βασικά συστήματα (που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των δυο ανθρώπινων χαρακτήρων, του “νομάδα” και του “γεωργού”).»: Τ. Χ. Ζενέτος, «Ηλεκτρονική πολεοδομία», Αρχιτεκτονικά θέματα, 7, 1973 σσ. 118-119 και 8. 1974, σσ. 122-135. Πρβλ. επίσης και T. Ch. Zenetos, Urbanisme Electronique. Structures paralleles, Αθήνα 1969.
13. Andrea Branzi, «No-Stop City», στο Modenita debole e diffusa. Il mondo del progetto all΄inizio del XXI secolo, Μιλάνο 2006, σσ. 70 και 78. Πρβλ. και Pier Vittorio Aureli, The Project of Autonomy. Politics and Architecture within and against Capitalism, Νέα Υόρκη 2008.
14. Κωνσταντίνος Δ. Καραβίδας, Σοσιαλισμός και κοινοτισμός. Δοκίμιο περί των γεωοικονομικών και κοινοτικών βάσεων του πολιτισμού των ελληνικών χωρών, Αθήνα 1930, Η κοινοτική πολιτεία, Αθήνα 1935 και Αγροτικά, Μελέτη Συγκριτική (1935), Γ΄ έκδ. Αθήνα 1990.
15. Klaus Vrieslandrer, Τζούλιο Καίμη, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934), Προλογικό σημείωμα: Α. Κωνσταντινίδης, Εισαγωγή: Δ. Φιλιππίδης, Επίμετρο-επιμέλεια: Μ. Φάις, Αθήνα 1997.
16. Νίκος Δασκαλοθανάσης (επιμ.), Jacques Derrida, Meyer Schapiro, Martin Heidegger, Τα παπούτσια του Van Gogh. 3+1 κείμενα, Αθήνα 2006.
17. Fredric Jameson, Το μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού (1984), μτφρ. Γ. Βάρσος, Αθήνα 1999, σσ. 41-43.
18. Martin Heidegger, «Schöpferische Landschaft: Warum Bleiben wir in der Provinz?» (1934), στο Denkerfahrungen, (επιμ. H. Heidegger), Φραγκφούρτη 1983, σσ. 9-13, «Perché restiamo in provincia?» ιταλ. μτφρ. Marco Baldino, Tellus, 8, 1992.
19. Theodor W. Adorno, Il gergo dell’autenticità, ιταλ. μτφρ. P. Lauro, Τορίνο 1989.
20. McNair Brian, Η κουλτούρα του στριπτίζ. Σεξ, μέσα ενημέρωσης και ο εκδημοκρατισμός της επιθυμίας, μτφρ. Τίνα Πλυτά, Αθήνα 2005. Πρβλ. και Βασίλης Βαμβακάς, Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. κοινωνικός εκσυγχρονισμός, πολιτικός αρχαϊσμός, πολιτισμικός πλουραλισμός», στο Βασίλης Βαμβακάς, Παναγής Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό, Αθήνα 2010, σσ. ΧΧΧΙ-LXXI.
21. Massimo Cacciari, La Citta, ό.π., σσ. 37-69.
22. Gilles Deleuze, Claire Parnet, Dialogues II, αγγλ. μτφρ. H. Tomlison, B. Habberjam, Λονδίνο 1987, σ. 39.
23. Pier Vittorio Aureli, Martino Tattara, «Architecture as Framework: The Project of the City and the Crisis of Neoliberalism», New Geographies 1, 2009 και «Stop City: per una architettura non-figurativa della città (dopo la città post-fordista)», http://www.gizmoweb.org/wp-content/uploads/2010/01/stop-city_dogma.pdf, και «Stop City», http://www.dogma.name/dogma/STOP_CITY.html.
24. Stefano Boeri, «Il grande bosco sta crescendo», http://www.provincia.milano.it/ambiente/doc/evidenza/intervento_metrobosco_boeri.pdf
25. Μια τέτοια διαδικασία διάχυσης την περιέγραψε εύστοχα πριν ακόμη την κρίση της φορντικής παραγωγής, στο απόγειο της βιομηχανικής και τις απαρχές της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας, ο Mario Tronti στο «La fabrica e la societa», Quaderni Rossi, 2, 1962 (συμπεριλαμβάνετε στο Operai e capitale, Τορίνο 1971).
26. Amale Andraos, Dan Wood (επιμ.), Above the Pavement--the Farm! Architecture & Agriculture at PF1, Νέα Υόρκη 2008. Πρβλ. επίσης Georges Teyssot (επιμ.), The American lawn: Surface of Everyday Life, Νέα Υόρκη 1999.
27. Ο Έρμαν Έσσε περιγράφει ως εξής την λειτουργία αυτής της συμβολικής συνέχειας: «Σπέρνω στο μικρό μου κήπο μαρούλια, ρεζεντά και κάρδαμο, τους βάζω λίπασμα από τα υπολείμματα που άφησε πίσω της η προηγούμενη γενιά, ξαναγυρίζω με τη σκέψη μου πίσω σ’ αυτόν και σκέφτομαι εκ των προτέρων τις γενιές φυτών που θα ακολουθήσουν. Δέχομαι όπως κάθε άλλος άνθρωπος αυτόν τον τόσο καλά οργανωμένο κύκλο της ζωής σαν κάτι αυτονόητο και κατά βάθος πολύ όμορφο»: Έρμαν Έσσε, Ευχάριστες στιγμές στον κήπο (1952), μτφρ. Γ. Λαγουδάκου, Αθήνα 2006, σ. 14.
28. Michael Hardt, Antonio Negri, «Μεταεκσυγχρονισμός, ή η πληροφορικοποίηση της παραγωγής», στο Αυτοκρατορία, ό.π., σσ. 377-407, και Antonio Negri, Goodbye Mr Socialism. Μια συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi, μτφρ. Π. Καλαμαράς, Αθήνα 2006, σ. 31.
29. Andrea Branzi, «Architettura e agricoltura», στο Modenita debole e diffusa. Il mondo del progetto all΄inizio del XXI secolo, ό.π., σ. 118.
30. Michael Hardt, Antonio Negri, «Οι κοινόκτητες γαίες», στο Αυτοκρατορία, ό.π., σσ. 404. «Το σχέδιο και ο ορισμός του κοινού συνίσταται στην υπέρβαση τόσο της έννοιας του ιδιωτικού όσο και εκείνης του δημόσιου, ξεπερνώντας τις δύο κατηγορίες μέσα από μια κοινή διαχείριση»: Antonio Negri, Goodbye Mr Socialism. Μια συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi, ό.π., σ.29. Πρβλ. επίσης, Michael Hardt, Antonio Negri Commonwealth, Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 2009 (και κριτική του David Harvey με απάντηση των συγγραφέων στο Artforum, Νοέμβριος 2009), Michael Hardt, «Affective Labour», στο http://www.chohanlab.net/chohanfiles/Hardt,Affective_Labor%5B1%5D.pdf, και «Production and Distribution of the Common. A Few Questions for the Artist», στο http://www.skor.nl/article-4111-nl.html?lang=en.
31. Paolo Virno, Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, ό.π., σσ. 108-109.
32. Βλ. Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «Το ασυνείδητο του δάσους. Για μια νέα σχέση με τη λαϊκή παράδοση», στο Απόστολος Καλφόπουλος, (επιμ.), Το Όμορφο δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 68-75, «Το μυστικό του Πράσινου Λόφου», στο Ελένη Καμμά, Once past the years of green emotion, Αθήνα 2007, Στάθης Λογοθέτης, (μουσική σύνθεση Ανέστης Λογοθέτης), «Συσχετίσεις», Πόρτο Ράφτη 1975, στο Π+Π=Δ. Νέα τέχνη από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Επιλογές από το “Δεσμό”, Αθήνα 1999, σσ. 90-91.
33. Υπουργείο Ανοικοδομήσεως, Τύποι αγροτικών πυρήνων, Αθήνα, 1949, Γεωργίου Μέγα, Η ελληνική οικία. Ιστορική αυτής εξέλιξις και σχέσις προς την οικοδομίαν των λαών της βαλκανικής, Αθήνα 1949, C. A. Doxiadis, V. I. Vafeiadis, «Housing: the key to Greece’s rural reconstruction», Ekistics, 263, Οκτώβριος 1977, Dian Ladas, «Rural house types for Greece, 1948-1977», Ekistics, 267, Φεβρουάριος 1978.
34. «Στις ταινίες του ο Δαμιανός επιδίδεται σε μια επιχείρηση «τερατοποίησης» των νεοελληνικών μύθων που απασχολούν το μικροαστικό φανταστικό μας, καταφεύγοντας σε μια στρατηγική της έντασης που υπηρετείται από μια τακτική διαστροφής»: Χρήστος Βακαλόπουλος, «Μεγαλείο και συντριβή των τεράτων», Σύγχρονος Κινηματογράφος, τ. 24-25, 1980, Δεύτερη προβολή. Κείμενα για τον κινηματογράφο, 1976-1989, Αθήνα 1990, σσ. 170-175.
35. Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «1973-1975: Στοιχεία για τη ψύχωση του τοπίου», στο Αριστείδης Αντονάς, Ζάφος Ξαγοράρης, Χαρίκλεια Χάρη, Φίλιππος Ωραιόπουλος (επιμ.), Παραδείγματα, Ελληνική συμμετοχή στην 9η Διεθνή Έκθεση Αρχιτεκτονικής, Biennale της Βενετίας, Αθήνα 2004, σσ. 72-81.
36. Ευγένιος Αρανίτσης, «Το αόρατο έργο. Γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι σημαντικός;», Ελευθεροτυπία, 17 Απριλίου 1991. Ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της στάσης στα κείμενα του Παπαδιαμάντη είναι η περιγραφή του ασυνήθιστου «έρωτα ενός παιδιού για ένα δένδρο σαν να επρόκειτο για το φυσικότερο πράγμα του κόσμου» και «η μοίρα του δέντρου που δεν κάνει καρπό, αλλά καρπός είναι ο ίσκιος που προσφέρει.»
37. Βλ. σημ. 3.
38. Bruno Latour, Politics of Nature: How to Bring the Sciences into Democracy, αγγλ. μτφρ. Catherine Porter, Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 2004.

 

Γιώργος Τζιρτζιλάκης,
Αρχιτέκτων, Επίκουρος καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Καλλιτεχνικός Σύμβουλος Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ