In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 


EΔΑΦΙΚΑ ΠΕΔΙΑ ΚΟΙΝΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ:
ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΥΠΑΙΘΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ

Fields for Common Pleasures
Φοίβη Γιαννίση, Ζήσης Κοτιώνης

A. ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ

Έδαφος
Η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο η ανέγερση κτηρίων. Αρχιτεκτονική είναι η διαμόρφωση ενός ζωτικού χώρου τόσο για τον άνθρωπο και την δράση του, όσο και τα υπόλοιπα όντα. Τόσο το κτήριο και η πόλη όσο και το τοπίο και η ύπαιθρος είναι πεδία της. Διαμορφώνω τον χώρο, ανοικτό και κλειστό, υπαίθριο και αστικό, δημιουργώντας και κατοικώντας. Στο έδαφος συναντώνται οι πρωταρχικές πράξεις μορφοποίησης: η ίδρυση και η εκχέρσωση, η ανέγερση και η καλλιέργεια (Heidegger, Casevitz). “Εκχερσώνω”, “καλλιεργώ”, “ιδρύω”, “ανεγείρω”, “κατοικώ μαζί” στην ινδοευρωπαική γλώσσα εκπηγάζουν από την ίδια ρίζα. Η ίδια λέξη βρίσκεται κάτω από τις δραστηριότητες που εκ-πολιτίζουν τον χώρο και μαζί δημιουργούν την ανθρώπινη κοινότητα (Detienne). Ως εκ τούτου το σύνολο του ανθρώπινου εδάφους είναι το πεδίο που η αρχιτεκτονική οφείλει να διαχειρίζεται, αίροντας τους διαχωρισμούς πόλης και υπαίθρου εξαρχής και ακόμα περισσότερο σήμερα με τους νέους όρους μητροπολιτικής κατοίκησης της μεταβιομηχανικής εποχής.


Δικτύωση
Στην σημερινή συνθήκη μητροπολιτικής κατοίκησης η καλλιέργεια επανεισάγεται στον αστικό χώρο σε ψήγματα σποράς στο αστικό έδαφος της ταράτσας, της βεράντας ή του κοινοτικού κήπου-περιβολιού, όπως και στις μεγάλες εκτάσεις των διάχυτων παρυφών των μητροπόλεων. Η διασπορά της καλλιέργειας στο αστικό έδαφος επανεισάγει τη γη στην πόλη δημιουργώντας νέους όρους αυτάρκειας. Ταυτόχρονα η ύπαιθρος ενσωματώνει την πόλη μέσα από τις συνθήκες της παγκόσμιας επικοινωνιακής δικτύωσης. Η δικτύωση του εδάφους στο αστικό μόρφωμα και της επικοινωνίας στην ύπαιθρο αίρουν τους διαχωρισμούς αστικού και υπαίθριου. Η κατοίκηση της υπαίθρου δύναται σήμερα να συμμετέχει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι μέσω των δικτύων. Μπορεί επίσης να παράγει νέες συλλογικότητες που συνδέουν τις μικρές χωρικά προσδιορισμένες κοινότητες με παγκόσμιες κοινότητες κοινών πολιτικών επιδιώξεων, ιδεών και πρακτικών κατασκευάζοντας νέα επίπεδα πληροφόρησης, κυκλοφορίας και ανταλλαγής (M. Hardt & A. Negri).


Επικονίαση
Η οικονομική κρίση είναι τελικά κρίση του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και της συνεχούς μεγέθυνσης μέσα στο περιορισμένο οικουμενικό μέγεθος. Η ευθύνη της αρχιτεκτονικής, όπως και κάθε γνωσιακής πρακτικής, εντοπίζεται σήμερα στη σχέση ανάμεσα στην μεγέθυνση και τον περιορισμό, την παραγωγή και την επικοινωνιακή επιτελεστικότητα. Ο αγροτικός χώρος και ο χώρος της υπαίθρου εν γένει προσδιορίζονται ως εξής: η παραγωγή στην κατεύθυνση της αειφορίας και η επιτελεστικότητα στην κατεύθυνση μίας νέας δυνατότητας επανακατοίκησης της υπαίθρου. Σήμερα γίνεται δυνατη η εννόηση μίας φυσικής μεταφοράς: στον κόσμο των μελισσών η παραγωγή του μελιού είναι λιγότερο σημαντική από την επικονίαση. Το παιχνίδι των μελισσών από άνθος σε άνθος με αφορμή την παραγωγή και την συσσώρευση είναι αυτό που κάνει δυνατή την αέναη αναπαραγωγή του κόσμου μέσα στον οποίον ζούμε (Cohn-Bendit).


Διανομή
Όπως στο ψηφιακό επίπεδο της πληροφορίας πραγματοποιείται συνεχής ανταλλαγή και επικοινωνία σε παγκόσμια κλίμακα, όπως πάντοτε για να παραμείνει ζωντανή η γνώση και να καρποφορήσει έπρεπε να κυκλοφορήσει και να γίνει αντικείμενο συνδιαλλαγής, έτσι και ο σπόρος σε όλη την διάρκεια ζωής της γης αλλά και της γεωργίας από την νεολιθική εποχή έως σήμερα, ήταν αντικείμενο κυκλοφορίας και ανταλλαγής. Η ανάπτυξη και εξάπλωση της γεωργίας βασίστηκε στην μεταφορά και επαναφύτευση σπόρων σε νέο έδαφος. Η διανομή και κυκλοφορία του σπόρου (και όχι η αποθήκευσή του σε παγκόσμιες τράπεζες πατριαρχικού ελέγχου) είναι ο μόνος τρόπος φύλαξης του. Μέσα από την φυσική μεταφορά από αέρα, θάλασσα ή πουλιά (Gunn & Dennis) και την ανθρώπινη εκδοχή της δια του εμπορίου, της θαλάσσιας μεταφοράς ή της ανταλλαγής, ο σπόρος κυκλοφορεί, εισάγεται, φυτρώνει αβίαστα ή καλλιεργείται, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται, παραμένει ζωντανός, μορφοποιεί τον χώρο και επαναθεμελιώνει την τροφική αλυσσίδα.


Εντοπιότητα
Στο γενετικό πρόγραμμα του σπόρου περιλαμβάνεται όλη η διαδικασία της μεταμόρφωσής του. Η φύση ως ανάπτυξη, εξέλιξη και έκπτυξη (Heidegger), ως διαρκής μετασχηματισμός του όντος, όλα αυτά εγγράφονται στον σπόρο, ενώ ταυτόχρονα η εξέλιξη του είδους του συναρτάται με το συγκεκριμένο περιβάλλον της καλλιέργειάς του. Ο σπόρος ενσωματώνει την εντοπιότητα, εμπεριέχει την προσαρμογή στο ειδικό και το συγκεκριμένο: έδαφος, κλίμα, γεωγραφικό στίγμα, ανταγωνισμός και συμβίωση με τους υπολοίπους φυτικούς και μη κατοίκους του συγκεκριμένου τόπου, όλα αυτά μορφοποιούν το φυτό δίνοντας την ειδική ποικιλία που εμπεριέχεται στον σπόρο. Οι ντόπιες ποικιλίες, άγριες και καλλιεργημένες, διατηρούνται in situ, στο φυσικό τους περιβάλλον, και εκφράζουν τον πλούτο του τόπου και της φυσικής και πολιτισμικής του ιστορίας.


Ποικιλία
Όσο η εισαγωγή και έναρξη καλλιέργειας του σπόρου υπενθυμίζει μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή (νεολιθική καλλιέργεια, κατάκτηση της Αμερικής και διανομή στην Ευρώπη των ευρεθέντων νέων ειδών κλπ), τόσο η συνέχιση της καλλιέργειάς του, συνδεδεμένη με τον τόπο, αναδεικνύει την επιλογή του φυτού ως τμήμα του πολιτισμικού εποικοδομήματος του τόπου. Οι διαφορετικές του χρήσεις (διατροφή, θεραπεία, καλλωπισμός, λατρεία, φαρμακεία ευφορική, αφροδισιακή ή φονική) ανήκουν και εκφράζουν τα διαφορετικά πολιτισμικά πεδία που ιστορικά έχει αναπτύξει ο συγκεκριμένος τόπος. Η εξαφάνιση ενός φυτού συνεπάγεται και την εξαφάνιση όχι μόνο της συγκεκριμένης χρήσης του αλλά και ενός κομματιού της πολιτισμικής ιστορίας του τόπου. Η επικράτηση των μονοκαλλιεργειών των μονοπωλιακών υβριδικών νέων σπόρων ισοδυναμεί με αφαίρεση ελευθερίας (Raj Patel, Vandana Shiva): αφαιρεί από την διατροφική και όχι μόνο μνήμη των τόπων πολύτιμα κομμάτια τους-μαρτυρίες που διασώθηκαν με την συλλογική βούληση και πρακτική μέσα σε μεγάλες διάρκειες χρόνου.


Ηδονισμός
Η ποικιλία σε είδη και στις χρήσεις τους είναι σημαντική όσο και οι τρόποι της καλλιέργειας, επανεισάγοντας την ηδονιστική αντίληψη της ζωής (Επίκουρος) με διαφορετικούς όρους χρόνου και ποιότητας. Για ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού και ειδικότερα εκείνου που κατοικεί στον δυτικό κόσμο ο ηδονισμός σήμερα συνδέεται με την ταχύτητα (Virilio) κατανάλωσης αγαθών, ειδικότερα αγαθών lifestyle. Ο χρόνος της επιβεβλημένης απόλαυσης είναι σύντομος. Ο άνθρωπος καταβροχθίζει ταχέως με βουλιμία αναλώνοντας αγορασμένα αγαθά διασκέδασης και προσωπικής προβολής. Ο σπόρος και η καλλιέργεια υπενθυμίζουν την απόλαυση ως αναμονή και διάρκεια. Ο ετήσιος χρόνος των εποχών, η κυκλική εναλλαγή των περιόδων με την αντιστοίχιση της κατάλληλης δραστηριότητας, φυτεύουν τον άνθρωπο ξανά στην γη ως ένα μεταξύ όλων των άλλων μελών της παγκόσμιας ζωής, του πόνου και της ηδονής της. Ο ηδονισμός της επιβράδυνσης θέτει σε κρίση το ανταγωνιστικό μοντέλο της δυτικής κοινωνίας, το οικονομικό και πολιτικό μοντέλο της συνεχούς ανάπτυξης.


Συμβίωση
Εκτός από τον πόλεμο (Ηράκλειτος), και η φιλία (Εμπεδοκλής) μπορεί να είναι η αρχή των πάντων. Αν στην δαρβίνεια εξέλιξη (Darwin) ο ανταγωνισμός είναι εκείνος που καθορίζει το είδος, σήμερα πλέον έχει επίσης εισαχθεί μία συμβιοτική αντίληψη της εξέλιξης (Μargulis). Οι τρόποι δηλώνουν το είδος της ενέργειας, και η βιολογική καλλιέργεια με την αγρανάπαυση και την συντροφικότητα των καλλιεργούμενων ειδών μπορούν να ειδωθούν ως ένα μοντέλο συνύπαρξης των διαφόρων μορφών ζωής μέσα στον κόσμο. Συντροφικότητα καλλιεργούμενων ειδών: τα είδη “συν-τρέφονται”, αντλούν τροφή από την ίδια πηγή, το έδαφος, και οι διαφορές του τρόπου που το μεταβολίζουν βελτιώνουν όχι μόνον αυτό το κοινό έδαφος όπου ριζώνουν, αλλά και την απόδοση και την μορφή του καθενός ξεχωριστά. Η ένταξη του ανθρώπου στο τοπίο της γης με τα ζωντανά είδη της είναι επιτακτικό να ειδωθεί μέσα από τέτοιους όρους συντροφικότητας βασισμένης στον αλληλοσεβασμό (Haraway) των ειδών.


Συν-διατροφή
Η συμβίωση των ανθρώπων περνά μέσα από την παρασκευή και την κατανάλωση της τροφής. Το κοινό γεύμα ιδρύει την ανθρώπινη κοινότητα. Συν-τροφικότητα σημαίνει “τροφή-μαζί” και στην λατινική της εκδοχή εξειδικεύεται σε companion-ship, δηλαδή “ψωμί-μαζί” (Haraway). Οι άνθρωποι συναντιούνται μέσα στην τροφή και την προσφορά της. Συναντιούνται μεταξύ τους, συναντιούνται με τα υπόλοιπα όντα και μέσα από αυτά και τη γη. Ο σπόρος καταναλώνεται μαζί, ο σπόρος μαγειρεύεται από κοινού, το γεύμα προέρχεται από την καλλιέργεια του εδάφους και είναι καλλιέργεια ως πολιτισμός και μνήμη. Μέσα από την τροφή ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με το ζωντανό τοπίο και την ιστορία του, και η απόλαυση του φαγητού μαζί με το μαγείρεμά είναι ηδονές με διάρκεια και επανάληψη, όπως ο λόγος και η ανταλλαγή που υλοποιούνται στο κοινό γεύμα. Εντέλει η τροφή, ο σπόρος, είναι λόγος και ο λόγος είναι τροφή (Derrida). Μόνο η διανομή μπορεί να διαφυλάξει την ποικιλία και την ελευθερία, η διανομή είναι η μόνη φύλαξη που εγκαθιδρύει την κοινότητα. Η διανομή στο οικουμενικό επίπεδο είναι η μόνη λύση στο επισιτιστικό πρόβλημα και στο πρόβλημα της διάθεσης των φυσικών πόρων εν γένει ανάμεσα στα άτομα, τις κοινωνίες και τα είδη.


Εγκιβωτισμός
Η τροφή παράγεται και διανέμεται στην κουζίνα. Στο σπίτι, στο πλοίο, στην καντίνα ή στο εστιατόριο η κουζίνα είναι ο πυρήνας του συλλογικού μεταβολισμού. Αποθήκευση, μεταποίηση, διανομή της τροφής συμβαίνουν εκεί. Η νέα Κιβωτός διορθώνει τον Νώε. Μαζί με τα ζώα θα βρεις εκεί και όλα τα φυτά. Η εστία ως κιβωτός αποθηκεύει για να διανείμει και ενσωματώνει την εργασία για να παραγάγει απόλαυση. Η κουζίνα-κιβωτός φιλοξενεί προσωρινά την φύση και το σώμα. Εκεί, το σώμα κατοικεί σε μια συνθήκη συναισθησίας όπου όραση και ακοή, γεύση κι αφή εναλλάσσονται μέσα στην αχλή των μυρωδιών. Ως κατ’ εξοχήν τόπος της προσφοράς, σε μια διεσταλμένη ερμηνεία της αρχαίας θρησκείας, η κιβωτός της συν-διατροφής, πέρα από τα όρια της ιδιωτικής και της δημόσιας κατοίκησης, δημοσιοποιεί τον ενδότατο χώρο και εγκιβωτίζει την ιδιωτική στιγμή της απόλαυσης μέσα στην δημοσιότητα. Εν τέλει η μαγειρική είναι το άλτερ έγκο της αρχιτεκτονικής.

 


Β. ΑΡΑΙΩΣΗ

Όταν βρεθήκαμε στην γιορτή ανταλλαγής σπόρων, στην Δράμα της Μακεδονίας, την άνοιξη του 2010 καταλάβαμε ότι δεν θα μπορούσαμε να είχαμε φανταστεί εκ των προτέρων τις συνέπειες της ιδέας μας να ασχοληθούμε με τους σπόρους. Γιατί μέχρι τότε περισσότερο μας γοήτευε η ιδέα του αρχείου και της συλλογής, τα δωμάτια θαυμάτων και η ανοικτότητα των αγροτικών τοπίων, παρά η ίδια η δυναμική των σπόρων και η κοινωνική της διάσταση. Η εθελοντική και μη εμπορευματική ανταλλαγή σπόρων, μέσα από τα ανεξάντλητα αλλά επαπειλούμενα αρχεία της ιστορικής αγροτικής παραγωγής, πράξη ακτιβιστική, δεν είναι μόνο πράξη με απεύθυνση περιβαλλοντική. Είναι πρωτίστως πράξη πολιτική. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η ανταλλαγή των σπόρων σήμερα ανάμεσα σε ομάδες νέων και παλιών καλλιεργητών δεν έχει καμιά σχέση με κάποια νοσταλγική κίνηση επαναφοράς στην αρχέγονη γή ή ένα είδος νέου αγροτισμού. Η ανταλλαγή των σπόρων είναι μια πρακτική κοινωνική και παραγωγική που νοηματοδοτεί εξ αρχής την ανθρώπινη ενεργό παρουσία στην ύπαιθρο με τρόπο εντελώς σύγχρονο: Μέσα από την ανάπτυξη μετακινούμενων δικτύων ανταλλαγής. Πρόκειται για μια κίνηση επιστροφής με φόντο το μέλλον.
Η ιδέα ότι ο σπόρος είναι ένα μετακινούμενο είδος, άλλοτε έρμαιο των τυχαίων δυνάμεων της φύσης, άλλοτε κάτω από το έλεγχο και την κυριαρχία της γεωργικής δραστηριότητας, είναι μια ιδέα που μας βοηθά να απομακρυνθούμε από μια συμβατική πρόσληψη της αγροτικής φύσης , αλλά και της αγροτικής παραγωγής ως καταστάσεων κατ εξοχήν στατικών, που προσδένουν τον άνθρωπο και την διανοητική του δραστηριότητα στις ασφυκτικά περιορισμένες συνθήκες του χωραφιού του. Όμως μέσα στην ίδια την φυτογενετική διαδικασία επικρατεί ένας ρυθμός και μια επιτελεστική τυχαιότητα που περισσότερο θυμίζουν την πολύβουη και απροσδόκητη καθημερινότητα της μητροπολιτικής ζωής, παρά την πάκτωση στον στενό ορίζοντα του πατρογονικού χωραφιού. Η ιδέα ότι όποιον σπόρο φυτέψεις κάποιο άλλου είδους φυτό θα αναπτυχθεί, δίνει το μέτρο της ελευθερίας, την οποία δανειοδοτεί η φυσική διαδικασία της φυτικής ανάπτυξης στον άνθρωπο για να κινηθεί με φαντασία μέσα στο αγροτικό τοπίο. Φυτά που μοιάζει να βρίσκονται αιώνια καθηλωμένα στα ίδια τοπία δεν έχουν ζωή παρά λίγων δεκαετιών ή ακόμα μόνο λίγων αιώνων εκεί. Αντίστοιχα διατροφικά υλικά και διατροφικές προτιμήσεις που μοιάζει να σηματοδοτούν ανέκαθεν τοπία και τους γηγενείς πληθυσμούς , δεν είναι παρά μόνο πρόσφατα φαινόμενα της αγροτικής οικονομίας. Αρκεί να σκεφτούμε τους Έλληνες, την ντομάτα, και την εδώδιμη χωριάτικη σαλάτα. Μέχρι πριν έναν αιώνα κανένας Έλληνας δεν είχε γευτεί τον εξωτικό αυτό καρπό. Από την άλλη μεριά βέβαια, η εκμηχάνιση της γεωργίας σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, εξαφάνισε ποικιλίες σπόρων των δημητριακών που είχαν προσαρμοστεί και επιζήσει στην περιοχή από την νεολιθική εποχή.

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ_ ΔΙΑΝΟΜΗ
Ο Λένιν είχε γράψει ότι ο σπόρος είναι το συνάλλαγμα των συναλλαγμάτων. Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η ιδέα ότι η κινητικότητα των σπόρων πέρα από φυσική είναι κατεξοχήν και μια κοινωνική διαδικασία . Ο ίδιος ο σπόρος πολύ πριν γίνει έρμαιο των γενετικών τροποποιήσεων υπήρξε και είναι η εμπράγματη έκφραση της ανθρώπινης παραγωγικής και ανταλλακτικής δραστηριότητας πέρα από τις πόλεις, μέσα στο απεριόριστο αγροτικό τοπίο. Οι νέες πρακτικές λοιπόν ανταλλαγής σπόρων κι φυτογενετικού υλικού αναδεικνύουν την κινητική και ευμετάβλητη διάσταση του αγροτικού τοπίου με ανθρωπολογικά μάλιστα χαρακτηριστικά που κατ εξοχήν προέρχονται από τις κουλτούρες και τις συμπεριφορές των πόλεων. Αυτή η συνάντηση ανάμεσα σε πρακτικές αρχέγονων προ-καπιταλιστικών ανταλλαγών με φόντο την αγροτική ύπαιθρο με τις σύγχρονες μητροπολιτικές και διαδικτυακές πρακτικές που βασίζονται στην ανάγκη επικοινωνίας, δικτύωσης και ανταλλαγής , είναι εμβληματική. Σηματοδοτεί την υπέρβαση της παγίως εγνωσμένης αντίθεσης ανάμεσα στην ύπαιθρο και την πόλη που όρισε την απαλλοτριωμένη και φοβική σχέση των αστών με την ύπαιθρο και όρισε τον παραγκωνισμό των αγροτών και των ανθρώπων της υπαίθρου στο περιθώριο της ιστορικής διαδικασίας. Ακριβώς αυτή η διχοστασία μοιάζει να μην διακατέχεται πια από τους ίδιους κοινωνικούς και φαντασιακούς όρους. Τα δίκτυα της επικοινωνίας και οι πολυποίκιλες πρακτικές εργασίας και ενδιατριβής μέσω αυτών ξανατοποθετούν εν δυνάμει ή ενεργά την ύπαιθρο στον ενιαίο χώρο της μετα-μητροπολιτικής χωροχρονικής δικτύωσης.

Αντιλαμβανόμαστε την συλλογή αλλά κυρίως την ανταλλαγή των σπόρων ως κοινωνική πρακτική περιορισμένης εμβέλειας από άποψη παραγωγική αλλά πρακτική μεγίστης εμβέλειας από άποψη συμβολική. Διότι ακριβώς η ανταλλαγή ως νέα πρακτική, συνδυασμένη με τις νέες βιολογικές και βιοδυναμικές αγροτικές πρακτικές τίθεται συμπληρωματικά με την εφαρμογή των δικτύων στην υπηρεσία δημιουργίας και επικοινωνίας των νέων κοινοτήτων είτε με γεωγραφικούς είτε με διαδικτυακούς προσδιορισμούς. Κρίνοντας έτσι οι πρακτικές ανταλλαγών ανάμεσα σε προσωρινούς συλλέκτες και διανομείς φυτογενετικού υλικού είναι στον ιδεολογικό αντίποδα των μεγάλων φυτογενετικών αποθηκών που τείνουν να δημιουργηθούν με την αρωγή της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής εξουσίας. Οι τεράστιες συσσωρεύσεις φυτογενετικού υλικού με την ματαιοδοξία της διατήρησής του πέρα από την διατήρηση του ανθρώπινου πολιτισμού επάνω στην γη αναπαράγουν την καπιταλιστική λογική της συγκέντρωσης και της συσσώρευσης, της μουσειοποίησης και της θεαματικοποίησης των σπόρων, ως τελευταίων ιχνών επιβίωσης μέσα στην αναπαραστατική φαρσοκωμωδία της τεχνολογικής συντέλειας έτσι όπως την διαχειρίζεται οπτικά το Χόλλυγουντ αλλά και την προσφέρει στους θεατές η Κιβωτός των σπόρων του αγγλικού περιπτέρου στην διεθνή έκθεση της Σαγκάης. Εκεί μπορείς να δείς τους σπόρους της γης εκτεθειμένους με ασφάλεια και απαστράπτουσα τάξη όπως θα δείς τις πολύτιμες πέτρες στο κοσμηματοπωλείο: Η ανταλλαγή έτσι, γίνεται μια πολύ ακριβή υπόθεση ένα ιδιωτικό σπορ για την τροφοδότηση της ματαιοδοξίας όσων ήδη κατέχουν. Αλλά ο σπόρος είναι για να βρίσκεται για λίγο μόνο μέσα στο ανθρώπινο χέρι περισσότερο στο στόμα, και κυρίως στον αέρα, για λίγο ιπτάμενος ή μέσα στην γη, εδώ , εκεί ή παρακεί.
Ο ελλαδικός χώρος και γενικά ο χώρος της νοτιοανατολικής Μεσογείου διαθέτει ως γνωστόν υψηλή, συνεχώς περιοριζόμενη και επαπειλούμενη βιοποικιλότητα. Μαθαίνουμε ότι η ειδική τοπογραφία και ο πλούτος των ειδικών, περιορισμένων και εναλλασσόμενων τοπίων, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτήν την ποικιλότητα, που κάποτε η αρχιτεκτονική θεωρία επιχείρησε εμβληματικά να ορίσει ως συνθήκη του «κλασσικού» τοπίου. Η ανθρωπολογία, με περισσότερες αξιώσεις αναζητεί και βρίσκει τις αντιστοιχίες ανάμεσα σε αυτό τον «φυσικό» πλούτο με τον πλούτο των κοινοτήτων σε διατροφικές αλλά και πολιτισμικές συνήθειες και πρακτικές (habitus). Είναι ενδιαφέρουσα εδώ η διαφορά στην εννοιολόγηση κάτι ως πλούσιου με βάση την ποικιλία στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και όχι του πλούσιου ως ποσοτικής συσσώρευσης. Μήπως άραγε αυτή η διχοστασία ανάμεσα στα πολλά και το πολύ όσο και αν η μεταβολές στην ποσότητα επιφέρουν μεγάλες μεταβολές στην ποιότητα, δεν είναι μια διχοστασία που μπορεί να μας παραπέμψει σε διαφορετικές ηθικές προσλήψεις του ανθρώπινου βίου; Πώς να εννοείτο άραγε η ιδέα του πλούτου μέσα στους σκιώδεις διαλόγους που θα επισυνάπτονταν στους κήπους του Επίκουρου σε αντιδιαστολή με την ιδέα του πλούτου που αυτονόητα καλλιεργείται μέσα στις φωνασκίες κατά την διάρκεια μιας χρηματιστηριακής συνεδρίας;


ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ
Καλούμαστε να (ξανα)σκεφτούμε την σχέση ανάμεσα στις ιδέες, τον βίο και τον φυσικό χώρο εντός του οποίου καλλιεργείται ο βίος και η βιοθεωρία. Όχι μόνο δεν είναι τυχαίο αλλά είναι αναγκαίο να καταλάβουμε τις παραδιδόμενες ιδέες του Επίκουρου, την επικούρεια βιοθεωρία, σε σχέση με τον φυσικό και συμβολικό χώρο όπου αυτές καλλιεργούνται. Η βιοθεωρία του επικούρειου ηδονισμού ή αυτού που ο Νίτσε ονόμασε «μετριοπαθή φιληδονία», είναι μια θεωρία που θα μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο στον Κήπο, έξω από το σπίτι, όπως η βιοθεωρία των στωικών, δεν θα μπορούσε να είναι μια βιοθεωρία του κατεξοχήν δημόσιου χώρου, της στοάς, ενώ ο πλατωνισμός βρήκε το καταφύγιό του σε μια ιδιωτική σχολή, στην Ακαδημία. Ο κήπος παραμένει ακόμη ο κατεξοχήν χώρος του «ηθικού» ηδονισμού. Με την έννοια αυτή μπορούμε σήμερα να ξαναδιαβάσουμε την Ύπαιθρο, μέσα από την ασαφή της οριοθέτηση με την Μητρόπολη και μάλιστα μέσα από την πλήρη διάχυση της μιας, μέσα στην άλλη. Η ύπαιθρος είναι μια μητροπολιτική εμπειρία. Φιλοξενεί κυρίως μια υπόσχεση, μια αφηρημένη προσδοκία ηδονισμού, η οποία πιο συχνά, στην αστική καθημερινότητα, μετατρέπεται σε πραγματική εμπειρία μέσα από την κατανάλωσή της στην πλούσια και προσεγμένη μητροπολιτική «νουβώ» διατροφή. Φαίνεται όμως ότι πλέον ο κήπος των γεύσεων δεν είναι ικανός να θρέψει μια δίψα για ηδονή που ξεπερνά τις προδιαγραφές του πυκνά οικοδομημένου χώρου και θέλει να ξεχειλίσει παντού –όπου υπάρχει δίκτυο- μέσα στην ύπαιθρο. Αλλά και η ζωή στην ύπαιθρο βάζει τους δικούς της όρους ως προς το τι μπορούμε να εννοήσουμε ως ηδονισμό. Από τον ηδονισμό ως ξεφάντωμα μέσα στην άγρια μητροπολιτική συνθήκη μετακυλύεται σε έναν ηδονισμό του υπαίθριου βίου με μεγαλύτερη διάρκεια αλλά όχι τόσο εντατικό. Το μεγάλο ερώτημα, βλέποντας σήμερα την ζωή στην ύπαιθρο μέσα αλλά και πέρα από «την αρχή της ηδονής», είναι τι μπορούμε να κάνουμε εκεί έξω. Πέρα από τα αστικά ενεργήματα των διακοπών στην θάλασσα ή το βουνό, πέρα από την υπερ-αστική εμπειρία των ακραίων σπορ, έρχονται δύο πράγματα ευθύς στο μυαλό. Από την μια μεριά ό,τι σώζει η παράδοση των πρακτικών του αγροτικού πολιτισμού, η σχέση με την εποχή και τον καιρό, η παράδοση στο σώμα και στις αισθήσεις του όπως περιγράφεται από τον Ησίοδο και αργότερα από την βουκολική ποίηση και δώθε, εποικοδόμημα βασισμένο στην πυκνότητα, το εύρος, την ένταση των αισθήσεων που συνολικά συμμετέχουν στην απόλαυση, και που στο φαντασιακό του δυτικού κόσμου ταυτίζεται εναλλάξ με τον Παράδεισο (επίσης ένα κήπο) αλλά και με το “μη-πολιτισμένο”- κι από την άλλη ό,τι φέρνει ο πολιτισμός των δικτυώσεων. Έτσι επιστρέφουμε στην περιγραφή μιας πιθανής δραματουργίας για την σύγχρονη ζωή στην ύπαιθρο έτσι όπως διατυπώθηκε στην αρχή, παρατηρώντας την ανταλλαγή των σπόρων. Το νέο, μετανεωτερικό δεδομένο είναι ότι ο «ξωμάχος», αυτός που επιβιώνει καλλιεργώντας κάπου εκεί πέρα, έξω, είναι ταυτόχρονα κάπου εδώ πέρα, μέσα. Η συνθήκη της δικτύωσης ενσωματώνεται με την συνθήκη της εξωτερικής διαβίωσης με τρόπο πρωτοφανή. Καθώς αίρεται το προνόμιο του αστού που λόγω της θέσης του επικοινωνεί και συμμετέχει στο συλλογικό φαντασιακό, μια πιθανή θέση, για αυτόν πια, στον ευρύ χώρο της υπαίθρου είναι σχεδόν το ίδιο κεντρική. Ο κήπος είναι πόλη, μόνο χωρίς τον οικοδομικό της εξοπλισμό. Η πόλη μάλιστα δεν θα χρειαστεί να κτιστεί, αφού την θέση της έχουν πάρει τα απείρως εκτεινόμενα δίκτυα. Κι ο κάτοικος του κήπου μπορεί ταυτόχρονα να απολαμβάνει τις βουκολικές ηδονές του αγροίκου των αριστοφάνειων Νεφελών, ηδονές έντονες και βαριές, όντας μαζί πολιτιστικά εκλεπτυσμένος και συμμετέχοντας εξίσου στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

 

ΕΠΙΚΟΝΙΑΣΗ
Με άλλους όρους, η διάχυση της ανταλλαγής και της επικοινωνίας μέσω δικτύων στην ύπαιθρο δεν είναι άλλο από την διάχυση αυτού που ο Μάρξ ονόμασε «γενική διάνοια». Η έννοια αυτή, επεξεργασμένη από θεωρητικούς όπως οι Νέγκρι και Χάρντ αλλά και ο Βίρνο, περιγράφει «μια συλλογική, κοινωνική ευφυΐα δημιουργούμενη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες». Τελικά η διάχυση της γενικής διάνοιας πέρα από τις επικράτειες των πόλεων είναι αυτή που καθιστά σήμερα δυνατή την επαναξιολόγηση μιας πρότασης διαβίωσης στην ύπαιθρο. Η διάχυση της γενικής διάνοιας επηρεάζει αποφασιστικά και αυτό που ονομάζουμε αγροτική παραγωγή. Η εκδοχή της εκμηχανισμένης, χημικής γεωργίας, με βάση την μονοκαλλιέργεια έχει φτάσει στα όριά της. Έτσι οι νέες μορφές καλλιέργειας, βιολογικές, βιοδυναμικές κλπ, μπορούν να τροφοδοτούνται τεχνικά και γνωσιακά από την δικτυακή και διαδικτυακή ροή πληροφορίας. Επινοήσεις, καινοτομίες, νέες μέθοδοι μπορούν να βγαίνουν μπροστά, να κοινοποιούνται και να εξελίσσονται μέσα στις κοινότητες που έχουν επιλέξει ως πεδίον δράσης τους την αγροτική ύπαιθρο. Επομένως, αν σκεφτόμαστε την αγροτική παραγωγή δεν πρέπει να την σκεφτόμαστε αποκομμένη από την επικοινωνιακή και την συλλογική δράση της «γενικής διάνοιας». Έτσι μπορεί να καθαριστεί εν τέλει εκ νέου ένας τρόπος δράσης στην ύπαιθρο, όπου η αγροτική παραγωγή, ως εργασία διανοητική και μαζί σωματική, εγγράφεται μέσα στην ευρύτερη ενεργοποίηση της γενικής διάνοιας.
Πρόσφατα, ο Daniel Cohn-Bendit περιέγραψε ένα εναλλακτικό μοντέλο οικονομίας, εκ μεταφοράς, από το μοντέλο των μελισσών. Αναλύοντας την διαδικασία της επικονίασης, δηλαδή της γονιμοποίησης των φυτών μέσα από την κίνηση των μελισσών, εστιάζει στην σχέση ανάμεσα στην παραγωγή (του μελιού), και το έργο που παράγεται από την διαδικασία της επικονίασης. Εκεί βρίσκει μια ισχυρή αναλογία με τις μοντέρνες οικονομίες όπου πλέον «η περισσότερη δράση βρίσκεται στην κυκλοφορία και όχι στην παραγωγή ή στην κατανάλωση που συνοδεύει την παραγωγή». Ταυτόχρονα όμως βασικό προϊόν της επικονίασης, πέρα από την κίνηση καθεαυτή είναι η αναπαραγωγή των φυτών και άρα του τοπίου στο σύνολό του. Έτσι, με την μεταφορά της επικονίασης μπορούμε να αντιληφθούμε ένα νέο ρόλο της αγροτικής κατοίκησης. Όχι μόνο να παράγει αγροτικό προϊόν για την κοινότητα αλλά να επαναγονιμοποιεί το τοπίο, διατηρώντας το ως ενεργό και διαρκώς αναπαραγόμενο απόθεμα. Ταυτόχρονα τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της επικονίασης, όπως οι διαδραστικές διαδικασίες, η πληροφόρηση και η ανάπτυξη των κοινωνικών δεσμών, είναι που καθιστούν την ύπαιθρο εκ νέου κατοικήσιμη: με αφορμή την αγροτική παραγωγή και με βλέψη στην συνεχή δυνατότητα επικονίασης!
Έχουμε την δυνατότητα να σκεφτόμαστε έτσι; Νομίζουμε πως ναι. Ναι, γιατί η σύγχρονη κρίση της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα −όπου σταδιακά η χώρα αποποιείται συνολικά την δυνατότητα των εδαφών της για καλλιέργεια−, δεν είναι μόνο κρίση παραγωγική. Κυρίως είναι κρίση του μοντέλου κατοίκησης του αγροτικού και εν γένει του υπαίθριου χώρου. Αν νοηθεί όμως ο αγροτικός βίος μέσα από την λογική της επικονίασης, και μόνο συμπληρωματικά μέσα από την λογική της παραγωγής, είναι δυνατόν να επινοηθεί εξ αρχής μέσα σε κάτι που δεν είναι προσδοκία αλλά πραγματικότητα. Ο δικτυωμένος κόσμος, η εξαπλωμένη αστικότητα παντού και οι νέες συλλογικότητες επιτρέπουν να σκεφτούμε από την αρχή, με απωθημένη την απώθηση, την σύγχρονη αγροτική ζωή.

ΕΔΑΦΟΣ
Η κρίση της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του τουρισμού και η εντέλει μεταμόρφωση στο τέλος του 20ου αιώνα του συνόλου του εδάφους του ελληνικού χώρου σε μία ενιαία χωρίς διαφοροποιήσεις επιφάνεια προς κατοίκηση, ενός χαλιού που ενυφαίνει ενιαία το αστικό, το περιαστικό, και το υπαίθριο, η κρίση της διαρκούς ανάπτυξης αλλά και η τεράστια έκπτυξη σήμερα της επικοινωνίας και της άυλης παραγωγής, η ερημοποίηση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων οδηγούν τελικά όχι μόνον σε μία επαναθεώρηση της οικονομίας σε σχέση με την παραγωγή, αλλά και στην μητροπολικοποίηση του πληθυσμού και του εδάφους.
Καλούμαστε πλέον να αναστοχαστούμε την αρχιτεκτονική μέσα από αυτό το νέο και ταυτόχρονα παλιό έδαφος, μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη κατοίκησης. Τι είναι το έδαφος και τι η αρχιτεκτονική, ποιά η καινούργια συνθήκη του “τέκτονα”; Μία αιφνίδια συνάντηση του σημερινού με το αρχαίο έδαφος διαβάζεται μέσα στο παρελθόν της λέξης “κτίζειν”: στις αρχαιότερες νοηματικές εκδοχές του αναφέρεται στην δραστηριότητα του εκχερσωτή, του καλλιεργητή, του σπορέα, εκείνου που κατοικεί μαζί με άλλους, και λίγο αργότερα σε εκείνες του ιδρυτή και του κτίστη.
Στην προέλευση λοιπόν της λέξης βρίσκουμε μαζί τα “Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι” του Χάιντεγκερ, εκείνα τα αντίστοιχα του αριστοτελικού τρίου “Πράττειν, Ποιείν και Νοείν”.
Και οι τρίες νοηματικές κατηγορίες αφορούν τις ενέργειες της αρχιτεκτονικής, την κατοίκηση την ίδια με τις δραστηριότητες που της αναλογούν ως μορφοποιό δύναμη του εδάφους, και την κτιριακή μαζί με την καλλιεργητική δράση ως πράξεις ιδρύσεως. Πρόκειται, όπως η γλώσσα μαρτυράει, για δράσεις εκπολιτισμού, μεταβολής ενός περιβάλλοντος από άγριο σε πολιτισμένο, δράσεις που γίνονται και διαμορφώνουν το έδαφος της κοινότητας. “Οι όροι που προέρχονται από την ρίζα κτι- ... επιβεβαιώνουν το διπλό νόημα, κληροδότημα της ινδοευρωπαικής, ταυτόχρονα “αγροτικό” (εκχερσώνω, προετοιμάζω το έδαφος, σπέρνω ή φυτεύω) και “κοινωνικό” (κατοικώ)” . Το ίδιο ρήμα που αργότερα χρησιμοποιείται για την κατασκευή του οικοδομήματος, το ίδιο ρήμα αρχικά αφορά τις δράσεις που διαμορφώνουν τον χώρο ως κατοικήσιμο επεμβαίνοντας στο πεδίο του εδάφους -δηλαδή αφορά τα ενεργήματα της καλλιέργειας (εκχέρσωση, σπορά, φύτευση) και της κατοίκησης. Σε μία σύγχρονη επανενεργοποίηση όλων των αρχαίων κατηγοριών μαζί, το έδαφος είναι αυτό που όντας το πεδίο όλων των ενεργειών του ανθρώπου μπορεί να βοηθήσει στην διεύρυνση του ορισμού της αρχιτεκτονικής και του ρόλου του αρχιτέκτονα. Η έννοια της “ίδρυσης” που έρχεται να προστεθεί στις προηγούμενες μαζί με εκείνη του της “οικοδόμησης”, σε κάποια μεταγενέστερη από την μυκηναική εποχή, είναι αυτή που βοηθά την κατανόηση και των προηγούμενων εννοιών κατανέμοντας τες σε ένα ενιαίο σημασιολογικό πεδίο: η εκχέρσωση αλλά και το κτίσιμο, η κατοίκηση αλλά και η σπορά ή η φύτευση, έρχονται να σφραγίσουν με την βία της πρώτης πράξης την ίδρυση δηλαδή την μετατροπή του εδάφους από παρθένο σε κατοικημένο, από ακατοίκητο σε πολιτισμένο.
Αν κατανοήσουμε το σύνολο του εδάφους της ελληνικής γης ως μία εκτεταμένη μητρόπολη με διαλυμένα τα όρια μεταξύ της πόλης και της υπαίθρου, με υπερβολικά διευρυμένο τον περιαστικό χώρο, πράξεις καλλιέργειας, κτισίματος και κατοίκησης δεν αποτελούν παρά διαφορετικές όψεις της αρχιτεκτονικής του σήμερα, που εξαπλώνεται στο γήινο ή στο ανθρώπινο έδαφος με τον ίδιο τρόπο. Η διαφοροποίηση πλέον του “άγριου” από το “καλλιεργημένο” δηλαδή το “πολιτισμένο” εξαιτίας αυτής της συνεχούς διάχυσης είναι κι αυτή διαταραγμένη: δεν δυνάμεθα πλέον να ξεχωρίσουμε τον κάτοικο του άστεως από εκείνον του χωριού, μία διαφοροποίηση που μαρτυρείται ήδη ιστορικά για πρώτη φορά στην αρχαία Αθήνα του 431 π. Χ. όταν οι μέχρι τότε Αθηναίοι πολίτες αλλά κάτοικοι της υπαίθρου (εν αγροίς) αναγκάζονται να μετακινηθούν εξαιτίας του Πελοποννησιακού Πολέμου από τα σπίτια τους στους διασκορπισμένους στο εσωτερικό των Μακρών Τειχών. Η διαφοροποίηση αυτή σημαδεύει ταυτόχρονα και μία ρήξη στο αρχαίο φαντασιακό που αντικαθιστά το ιδεώδες μίας Αθήνας αγροτικής με εκείνο μίας Αθήνας με κύρια την ναυτική και εμπορική της δύναμη. Από εκείνη την εποχή ο άγροικος αρχίζει να ταυτίζεται με τον βάναυσο, τον σκαιό, τον απαίδευτο, το άγριο, τον ζωώδη, που στις Νεφέλες του Αριστοφάνη παρουσιάζεται να παντρεύεται την αστή και: “Την ημέρα του γάμου στο τραπέζι εγώ μύριζα ολόκληρος από το καινούργιο κρασί, τις καλαμωτές των τυριών, το μαλλί- την αφθονία; αυτή ήταν όλο αρώματα, ζαφορά, και λάγνα φιλιά- αχόρταγη...”.
Η έξοδος από το δίπολο “άγροικος” και “αστός” που κατανοούμε σήμερα με την εικόνα της εδαφικής αστικής διάχυσης μαζί με την εξάπλωση της επικοινωνίας και που εικονογραφείται από έναν αγρότη με λάπτοπ, μπορεί να σημάνει και την έξοδο από το ανδρικό πρότυπο του αρχιτέκτονα-εγερτή-κτηρίων, του αρχιτέκτονα-αρχιμάστορα-εξειδικευμένου-επικεφαλής σχεδιαστή που ασχολείται με το “ποιείν”. Μία ενιαία εκπολιτιστική δράση συνενώνει τις δύο πλευρές του κτίζειν -όπως αυτές κατά παράδοση εκφράζονταν στο δυτικό πατριαρχικό μοντέλο- όπου πλέον έρχεται να συνδεθεί το “ποείν” με το “πράττειν”. Ιδού από την μία πλευρά ο θεός Απόλλων, ο ιδρυτής και κτίστης: η ίδρυση του ναού του έρχεται μετά την θυσιαστική σφαγή του δράκοντα που φυλούσε την πηγή και του οποίου η αποσύνθεση δίνει την ονομασία στον τόπο. Ο Απόλλων είναι μαζί ο θεός των οικιστών. Το βάδισμά του στη γη όταν αναζητά το κατάλληλο μέρος για το ιερό του γίνεται σε τόπους απάτητους από τον άνθρωπο, γεμάτους δάση -τόπους της αγριότητας όπου δεν υπάρχουν ακόμα ούτε δρόμοι, ούτε πόλεις, ούτε καλλιέργεια της γης. Ο Απόλλων ιδρύει και οικοδομεί, θέτοντας τελετουργικά “τα μακριά θεμέλια του κτηρίου του ναού του”. Αντίθετα, η θεά Δήμητρα, αφού περιπλανιέται στη γη αναζητώντας την κόρη της, σε έναν ήδη κατοικημένο και εκπολιτισμένο κόσμο, διδάσκει στους θνητούς τους τρόπους της καλλιέργειας, και μαζί με αυτούς τα μυστήρια που αφορούν την ζωή μετά τον θάνατο- η Δήμητρα επανιδρύει εν ειρήνη, ενώ ο Απόλλων ιδρύει εξαρχής με τη βία. Ταυτόχρονα τα δώρα της Δήμητρας, που σχετίζονται με την τροφή και την ανατροφή, την σπορά, τη γέννηση και την ανάπτυξη, φυσική αλλά και κοινωνική, είναι δώρα που αφορούν την κατοίκηση-μαζί και ως εκ τούτου το “πράττειν”. Αυτό το πράττειν που την δεκαετία του 1980 ανέδειξε ο Ντε Σερτώ σε όλες τις καθημερινές εκδοχές του (“βαδίζειν στο δρόμο” και “ομιλείν”, “συντρώγειν” και “μαγειρεύειν”) ως ρητορική ανάδραση στις ισχύουσες δομές εξουσίας, ανακατανέμεται μαζί με το ποιείν σήμερα όχι πλέον σε φύλα αλλά σε πρόσωπα, στο εκτεταμένο και συγκεχυμένο εδαφικό πεδίο του σημερινού κατοίκου. Ποείν και πράττειν, ανδρικός και θηλυκός ρόλος, πόλεμος και ειρήνη, βία ή διαμάχη και φιλία, σε μία στιγμή όπως η σημερινή μπορούν να ειδωθούν σε μία οριακή συνθήκη μετάλλαξης που τους επιφυλάσσεται από το έδαφος της ανθρώπινης ή μη συνθήκης.

ΣΥΜΒΙΩΣΗ_ΣΥΝ-ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Στις αρχαίες κοσμολογίες οι δύο δυνάμεις πολέμου και φιλίας είναι παρούσες είτε διαδοχικά είτε μαζί: και μπορεί κανείς να τις ξαναβρει αν σκεφτεί επίσης τις σύγχρονες θεωρίες περί της εξέλιξης των ειδών. Κατά τον Δαρβίνο η εξέλιξη είναι έργο του ανταγωνισμού- σύμφωνα με βιολόγους του 20ου αιώνα, ο ρόλος του ανταγωνισμού στην εξέλιξη δεν είναι παρά η μία όψη, η άλλη όντας εκείνη της συμβίωσης, δηλαδή της φιλίας. Μας ενδιαφέρουν αυτές οι θεωρίες, γιατί εκτός από την αναρώτηση για την προέλευση και την δημιουργία ολόκληρου του φυσικού κόσμου, μιλούν επίσης για τους όρους των βασικών ενεργειών και λειτουργιών της ζωής.
Με πρώτο τον Ivan Wallin, που δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτην την λέξη, “η συμβιογένεση, ένας εξελικτικός όρος, αναφέρεται στην δημιουργία νέων ιστών, οργάνων, οργανισμών ή ακόμα και ειδών, μέσω της εδραίωσης μίας μακρόχρονης συμβίωσης”. Σύμφωνα με την Λυν Μαργκούλις που ανέπτυξε την συμβιογενετική θεωρία πιο πρόσφατα, η εξέλιξη σε πολύ αρχικά στάδια ήταν αποτέλεσμα ενσωμάτωσης των βακτηρίων προκαρυωτικό κύτταρο. Και αυτή η ενσωμάτωση, το φάγωμα δηλαδή και η φύλαξη μέσα στο κύτταρο ενός ξένου σώματος που διατηρεί και κληρονομεί τα χαρακτηριστικά του στους απογόνους, δεν μπορεί παρά να ειδωθεί ως μία φιλοξενία δια βίου. Η Μαργκούλις γράφει για την συμβιογένεση με όρους σεξ και τροφής: αυτό που γεννιέται από την συμβίωση είναι πολύ κοντά σε αυτό που από το σεξ αναπαράγεται, και τελικά η συμβίωση, η συγκατοίκηση, είναι φαγητό από κοινού και σεξουαλική ένωση. Στην συμβιογενετική θεωρία της Μαργκούλις ξαναβρίσκουμε το δίπολο “νείκος και φιλία” του Εμπεδοκλή που διαδοχικά χωρίζει και ανασυστήνει με την ερωτική ένωση έναν κόσμο αποτελούμενο από μέλη διαφορετικών σωμάτων και διαφορετικών ειδών. Ποιός είναι ο ρόλος του σεξ στην αναπαραγωγή; Υπάρχουν είδη που αναπαράγονται με σεξουαλική έλξη και συγχώνευση των πυρήνων τους και κατόπιν διαχωρισμό, υπάρχουν είδη που αναπαράγονται από μόνα τους. Στην ερώτηση της προέλευσης του μειωτικού σεξ έχει δοθεί πρόσφατα ως εξήγηση η κανιβαλική δυσπεψία .
H προέλευση των ειδών μέσα από κανιβαλισμό και σεξ δεν είναι παρά μία εύγλωτη εικόνα της συνεχούς συμβίωσης των όντων στον πλανήτη της γης. Σε μία ακραία εκδοχή της η συμβίωση αφορά και τα ίδια τα σώματά μας: “‘Εμείς’, ένα μπαρόκ οικοδόμημα, ξανακτιζόμαστε κάθε δύο δεκαετίες περίπου από συγχωνευμένα και μεταλλασσόμενα συμβιωτικά βακτήρια. Τα σώματά μας αποτελούνται από σεξουαλικά κύτταρα πρωτοκτίστων που κλωνοποιούν τον εαυτό τους με μίτωση. Η συμβιωτική αλληλεπίδραση αποτελεί την πρώτη ύλη της ζωής σε έναν πολυπληθή πλανήτη”.
Η γεωργία στις παλιότερες παραδοσιακές της εκφάνσεις και αυτές που σήμερα ονομάζουμε “βιολογικές καλλιέργειες” χρησιμοποιεί την συμβίωση και την συνδιατροφή ως μέσα εμπλουτισμού και αναπαραγωγής του εδάφους έναντι του προτύπου της μη συμβίωσης και του διαχωρισμού που αποτελούν οι σύγχρονες καλλιέργειες. Στην δεύτερη -επικρατούσα παγκοσμίως- περίπτωση, η γεωργία εξειδικεύεται σε μεγάλα κομμάτια εδάφους, όπου οι μονοκαλλιέργειες μέσα από παγκόσμια μονοπώλια και μαζί η εκμηχάνιση της παραγωγής οδηγούν στην εξολόθρευση του συγκάτοικου και του παρασίτου, σε όποιο είδος και αυτά να ανήκουν. Μεγάλες ομοειδείς εκτάσεις με παραγωγή ενός και μόνο είδους τροφής αντικαθιστούν τις μικρές μονάδες παραγωγής πολυποίκιλων ειδών. Αντίθετα, στις βιολογικές καλλιέργειες όχι μόνο υπάρχει συντροφικότητα στα είδη που καλλιεργούνται μαζί γιατί το έργο που επιτελεί τρεφόμενο το ένα είδος από το έδαφος βοηθάει την συν-διατροφή του συγκατοίκου του, αλλά υφίσταται επίσης ενοποίηση της αγροτικής συγκομιδής και της αγροτικής οικονομίας των ζώων. Τα απορρίματα της μίας παρέχουν διατροφή στην άλλη, αφού για παράδειγμα τα απορρίματα της σοδειάς ταΐζουν τα ζώα, αλλά και τα απεκκρίματα των ζώων τρέφουν στο έδαφος τους μικροοργανισμούς που το κατοικούν βελτιώνοντας την γονιμότητά του και ως εκ τούτου την ανάπτυξη των φυτών.
Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο πλούσια αν επιστρέψουμε πλέον μέσα από την συμβίωση και την συνδιατροφή να ξανακοιτάξουμε το έργο των μελισσών. Η επικονίαση είναι η γονιμοποίηση από έναν οργανισμό ενός άλλου που επισυμβαίνει λόγω της διαδικασίας συλλογής τροφής. Το είδος των μελισσών (κυρίως) αλλά και άλλα είδη βοηθούν στην αναπαραγωγή των φυτών κουβαλώντας την γύρη που είναι η δική τους τροφή. Μεταφέροντας τη γύρη προκαλούν στα φυτά την σεξουαλική ένωση του αρσενικού με το θηλυκό κουβαλώντας το σπέρμα (αρσενικός γαμέτης) στον θηλυκό υποδοχέα. Η γονιμοποίηση αυτή όχι μόνο αναπαράγει το φυτό αλλά έχει ως αποτέλεσμα και την καρποφορία του. Το έργο της μέλισσας είναι σεξουαλικό δηλαδή γονιμοποιητικό και αναπαραγωγικό, αλλά και διατροφικό- η μέλισσα βοηθά τα φυτά να αναπαράγονται και να δημιουργούν τον καρπό τους διατρεφόμενη η ίδια.
Μέσα από αυτό το φυσικό μοντέλο μπορεί κανείς να κατανοήσει το τοπίο ως κοινή εργασία πολλών διαφορετικών παραγόντων που ζώντας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Το έδαφος δεν είναι μόνο ή απλά ένα φαινόμενο που σχετίζεται με την γεωλογία, δηλαδή με την μη ζωή, αλλά με την βιολογία, δηλαδή τη ζωή. Το έδαφος τότε είναι το πεδίον της συνδιατροφής και της αναπαραγωγής της ζωής. Το πλήθος των οργανισμών που ζουν στο έδαφος το αναδημιουργεί συντηρώντας το. Σε κοινή συνέργεια τα όντα που κατοικούν τη γη εκτελούν ένα πλήθος εργασιών -η Γη ειδωμένη έτσι είναι ένα τεράστιο ζωντανό εργοστάσιο με κατανεμημένη εργασία στην οποία όλα τα όντα εμπλέκονται. Σύμφωνα με τον Lovelock που πρώτος εισήγαγε την θεωρία αυτή, το παράγωγο του εργοστασίου είναι πάλι η Γη -ή Γαία- δηλαδή η γεωφυσιολογική επιφάνεια του πλανήτη στο σύνολό της περιλαμβάνοντας έδαφος και όλα τα ζωντανά όντα σε αυτό καθώς και την ατμόσφαιρά της. Η Γαία “εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός ζωντανού οργανισμού, ο οποίος συγκροτείται από όλες τις μορφές ζωής πάνω στη Γη που αλληλεπιδρούν ακατάπαυστα”.
Το βιολογικό-κοινωνικό μοντέλο της συγκατοίκησης-συν-διατροφής-συμβιογένεσης εκφέρεται ανθρωπολογικά μέσα από την διατήρηση της κοινότητας που περνάει από την χρήση του κοινού τραπεζιού. Το κοινό τραπέζι, τα γεύματα και οι γιορτές, λέει ο Στράβων, ήταν πάντα ο τρόπος της διατήρησης της φιλίας μεταξύ των ανθρώπων. Όχι μόνο η ανατροφή των νεαρών μελών της κοινότητας είναι τροφή και ανάπτυξη μαζί με άλλους υπό τις ίδιες συνθήκες και τους ίδιους κανόνες, όχι μόνο η συνύπαρξη και το φαγητό μαζί δημιουργούν τους δεσμούς προσώπων και της κοινότητας, αλλά ακόμα τους συντηρούν και τους υπενθυμίζουν. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι γιορτές με συσσίτια πανσπερμίας που προσφέρονταν στην αρχαία Ελλάδα σε στιγμές που οι δεσμοί της κοινότητας κινδύνευαν να σπάσουν ή βρίσκονταν σε κρίση. Η προσφορά του ποικίλου φαγητού αναφέρεται με την δομή του (πολλοί διαφορετικοί σπόροι μαζί) και με την μορφή του (τον ανακατεμένο χυλό) στην ποικίλη προέλευση αλλά και την κοινή μοίρα και την ενωμένη ισχύ της κοινότητας. Το αντίστοιχο της σήμερα βρίσκουμε σε τελετουργίες ισχυροποίησης των δεσμών κοινοτήτων μεταναστών με όχημα το κοινό φαγητό τους. Στις περιπτώσεις αυτές η κοινή κατανάλωση φαγητού φέρνει μαζί την ομάδα όχι μόνο ως παρόν, αλλά και ως παρελθόν και μνήμη. Στην ταινία “Κουσκούς με φρέσκο ψάρι” παρακολουθούμε μία τέτοια κοινότητα Μαροκινών που ζει στην Μασσαλία: εκεί το κοινό φαγητό με το ψάρι που ο πατέρας της οικογένειας ψαρεύει, το μαγείρεμά του, όχι μόνο συσφίγγουν τους δεσμούς των ομοτραπέζων, αλλά και τους θυμίζουν κάθε εβδομάδα την κοινή τους προέλευση και μοίρα. Η χειρωνακτική από κοινού προετοιμασία, η συνεργασία και αλληλοβοήθεια για την παρασκευή του φαγητού, και κατόπιν η προσφορά και η διανομή της τροφής που εισέρχεται από το στόμα για να διατηρήσει και να ευφράνει το σώμα, λειτουργεί παράλληλα με τους λόγους, που εκφερόμενοι από το στόμα προς τα έξω πλέκουν τους συνδαιτυμόνες αξεδιάλυτα μεταξύ τους. Από το στόμα κυκλοφορούν λόγια και τροφή, και μέσα από το στόμα χτίζεται η φιλία και ο έρωτας. Το φαγητό, με την συγκεκριμένη γεύση που ευφραίνει γιατί στιγμιαία επαναφέρει στην νηπιακή ηλικία, συνδέει τον καθένα όχι μόνο με το προσωπικό του παρελθόν και συνεπώς την προσωπική του μνήμη αλλά και την μνήμη της κοινότητας στην οποία ανήκει.

ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ_ΠΟΙΚΙΛΙΑ
Ο Πιερ Μπουρντιέ μας έχει ήδη εισάγει στην ιδέα πως οι συνήθειες, οι σωματικές τεχνικές, περιλαμβάνουν μνήμη ασυνείδητης εκμάθησης που είναι φορέας κοινωνικού νοήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται το γούστο, ως κληρονομιά ή συνήθεια αλλά και ως επιλογή σε σχέση με τον κοινωνικό περίγυρο, και ταυτόχρονα διατηρείται η μνήμη από γενιά σε γενιά. Κοινωνικά πρότυπα και τρόποι σωματικής συμπεριφοράς, ενισχυμένης με νοήματα, μεταφέρονται στο μέλος της κοινότητας διά της επανάληψης και της μίμησης από την νηπιακή ηλικία- μέσα σε αυτά περιλαμβάνονται οι τρόποι του φαγητού, αλλά και οι τρόποι της αίσθησης που με την απόλαυση ή την δυσαρέσκεια κατασκευάζουν την μνήμη της. Ανήκω σε μία κοινότητα σημαίνει ανήκω σε αυτούς που τους αρέσει να τρώνε απολαμβάνοντας παρόμοια φαγητά και να απωθούνται από άλλα που δεν έμαθαν ποτέ να καταναλίσκουν.
Μας ενδιαφέρει να κρατήσουμε την μνήμη της αίσθησης, την ηδονή της απόλαυσης του φαγητού που μας συνδέει με την ιστορία της κοινότητάς αλλά και της ίδιας της γης. Οι τοπικές ποικιλίες είναι σπόροι που έχουν κάποτε εισαχθεί στον τόπο, αυτοί ή η καλλιέργειά τους, και κατόπιν, αυτό το τόσο αντιπροσωπευτικό της “φύσης” παράδειγμα, έχει γίνει μαζί και αξεδιάλυτο τμήμα του τοπικού πολιτισμού. Με το συγκεκριμένο φυτό για χρόνια ή αιώνες στον συγκεκριμένο τόπο μαγειρεύονται φαγητά που είτε κληρονομούνται είτε μεταδίδονται ως γνώση από εκείνους που μέσα στην ροή της ιστορίας τον κατοίκησαν. Έχουμε σπόρους όπως την παπαρούνα, το αμπέλι και το σύκο που καλλιεργούνται στην Ελλάδα από την νεολιθική εποχή, και άλλους, όπως η μελιτζάνα ή η ντομάτα, που εισήχθηκαν και μαζί τους και κάποιες από τις συνταγές μαγειρέματός τους. Η καλλιέργεια είναι φύση και ιστορία: χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σχέση της ελληνικής με τις γείτονές της τουρκική και ιταλική κουζίνα που δεν φανερώνεται μόνο στις συνταγές αλλά και τις λέξεις που ονομάζουν τα φαγητά και τις πρώτες ύλες τους. Μαζί με τα φαγητά, και άλλα παράγωγα των φυτών σε χρήση πάνω στο σώμα, ή στον περίγυρο του ανθρώπου, δημιουργούνται ή μεταφέρονται από αλλού με την επικοινωνία. Διατροφικές, καλλωπιστικές, θεραπευτικές χρήσεις καλύπτονται παραδοσιακά από ειδικά φυτά, που αντίστοιχα καλλιεργούνται σε διαφορετικούς τόπους. Η επιτόπια καλλιέργεια αλλά και η επεξεργασία οδηγεί εντέλει και σε ποικιλία μεταποίησης, δηλαδή στην παραγωγή (βιοτεχνική ή μη) των φυτικών παραγώγων: σπόρος-φορέας πολιτισμού έναντι (versus) σπόρου- κατεξοχήν παραδείγματος της φύσης.
Γιατί ως μεταφορά ο σπόρος δεν είναι το ακραίο παράδειγμα της “φύσης”, της προγραμματισμένης οργανικής έκπτυξης; Μέσα από το παράδειγμα του σπόρου δεν μπορούμε να δούμε την ιδέα της αριστοτελικής ‘φύσης’ δηλαδή της ζωής που γεννιέται, εξελίσσεται, μεταμορφώνεται, αναπτύσσεται, της ζωής που παράγεται μόνο από ζωή για να μεταβολιστεί, να αναπαραχθεί και να πεθάνει, έχοντας πάρει μορφή και αφήνοντας κατόπιν το αποτύπωμά της στον απόγονό της;
Αυτό το ιδεώδες της φύσης σύμβολο, ο σπόρος είναι όμως επίσης προιόν εργασίας σειράς ανθρώπων όχι μόνο για την εισαγωγή της καλλιέργειάς του, όχι μόνο για την διατήρησή του, αλλά και την χρήση του και την μετάλλαξη του. Για αιώνες οι άνθρωποι επέλεγαν σπόρους, τους μάζευαν από την άγρια φύση για να τους χρησιμοποιήσουν ή τους μετέφεραν για να τους καλλιεργήσουν, μετέδιδαν την γνώση πάνω σε αυτούς, επιλεκτικά επενέβαιναν πάνω στις ποικιλίες τους και χρησιμοποιούσαν τα φυτά για όλες τις δυνατές λειτουργίες. Η ποικιλία λοιπόν των σπόρων, ο μεγάλος αριθμός τους ή η ειδική εκδοχή τους σημαίνει την πολιτιστική επέμβαση της ποικιλίας των τόπων και των κοινωνιών που τους κατοίκησαν προς την κατεύθυνση της διατήρησης και της εξέλιξής τους, αφού η διατήρηση για αιώνες δεν ήταν συνώνυμη με τράπεζες και αποθήκες αλλά με τη συνέχιση της καλλιέργειας και την διανομή τους σε άλλους καλλιεργητές. Ποικιλία καλλιέργειας είναι ποικιλία πολιτισμών ενώ μονοκαλλιέργεια είναι επικράτηση του ενός έναντι των πολλών. Ποικιλία καλλιέργειας είναι ποικιλία στο τοπίο, καθώς το κάθε φυτό αναπτύσσεται συνεισφέροντας μαζί με τα άλλα και με την πανίδα που όλα μαζί φιλοξενούν σε μία πολυειδή εικόνα του. Ακόμα, η μεταβολή στην συμπεριφορά του φυτού ανά εποχή και καιρό και στην μορφή του στον ετήσιο ή μη κύκλο της ζωής του δίνει μία συνεχή διαφοροποίηση και αφήγηση στο τοπίο μέσα στην διάρκεια του χρόνου.
Μας ενδιαφέρει ότι η φυτική ποικιλία, η προερχόμενη από την φύση και τον πολιτισμό, σχετίζεται με τον συγκεκριμένο τόπο, το έδαφος και το κλίμα, ακόμα και με το μικροέδαφος και το μικροκλίμα, προερχόμενη από την εξέλιξη ενός είδους σε αυτή τη συγκεκριμένη γη. Αυτή η εντοπιότης της ποικιλίας παρέχει στον σπόρο τον γενικό χαρακτήρα, το πρόσωπο του τόπου, που δεν είναι μόνο εικόνα αλλά και γεύση και άρα απόλαυση και μνήμη. Τα αμπέλια της Σαντορίνης με τα ανάποδα πλεκτά καλάθια, δεν είναι μόνο παράδοση χειρωνακτική σε μορφές που δίνουν πρόσωπο στο τοπίο, αλλά προέρχονται κιόλας από ένα στοιχείο του, τον δυνατό βόρειο άνεμο και την ανάγκη προστασίας από αυτόν. Και ετούτη η ειδική ποικιλία που παρασέρνει του τοπίου την μορφή, παρασέρνει μαζί και τη γεύση και την αψύτητα του σαντορινιού κρασιού, παρασέρνει την φυσιογνωμία της απόλαυσής του και της έλξης που μας ασκεί.
Σ’αυτήν την διεσταλμένη ερμηνεία, η ποικιλία περιέχει μαζί με τον τόπο, και την ηδονή που αυτός προσφέρει. Η ποικιλία, λέξη που αρχικά σήμαινε στραφτάλισμα, γυαλάδα, ξεγέλασμα με τις διαφορετικές όψεις και αντανακλάσεις, πολυμορφία και πολλαπλότητα, είναι στα ελληνικά μία λέξη που επίσης σημαίνει στόλισμα, και στην αρχαία Ελλάδα σημάδευε τον τομέα του ερωτικού ξεγελάσματος και την πρόκληση του πόθου. Η Σαπφώ επικαλείται την Αφροδίτη με τον πεποικιλμένο θρόνο να της φέρει πίσω την αγαπημένη της.
Και ο Αρχίλοχος, σε ένα σπάραγμα αποχαιρετισμού της πατρίδας του νήσου Πάρου, γράφει: “Kαι αποχαιρέτα την την Πάρο, και εκείνα τα σύκα, και την θαλασσινή ζωή”. Στον συμπυκνωμένο αυτό στίχο, όπου τα σύκα μπορεί να σημαίνουν τον ίδιο τον καρπό, αλλά όπως συνέβαινε επίσης στα αρχαία ελληνικά και τα γυναικεία αιδοία, διαυγάζεται ηχηρά η σχέση του τόπου με την ηδονή και την ποικιλία. Πρόκειται τελικά για μεταφορά, και άρα για αιδοία- δηλαδή ερωτική ζωή που αντιστοιχεί ως κατηγορία στην θαλασσινή ζωή; Τότε στον στίχο διαβάζουμε την ανοικτότητα της θάλασσας (ίσως και την ταλαιπωρία του βίου της) μαζί με την χαρά (ή την ταλαιπωρία και τα βάσανα) του έρωτα. Ή πρόκειται για τον καρπό, τα σύκα, του αυγούστου τον καρπό, καλοκαιρινό καρπό του νησιού, που έρχεται τότε να τοποθετηθεί δίπλα στην θαλασσινή ζωή, και ίσως μαζί από συνεκδοχή και το δικό της φαγητό, θαλασσινά και ψάρια; Όποια ερμηνεία και να δώσουμε στην φράση και στη φύση του αποχαιρετισμού, ο Αρχίλοχος χαιρετά τον τόπο (ως παράδεισο ή ως βάσανο, άγνωστο τι από τα δύο) μέσα από την γεύση του φαγητού που παράγει και την ερωτική του γεύση - και τα δύο αναπόσπαστα μέρη της φυσιογνωμίας του. Ο Αρχίλοχος αποχαιρετά τον τόπο και δι’ αυτού τις γεύσεις και τις ηδονές του. Είμαστε σε μία ιστορική στιγμή όπου αντίστροφα, ο αποχαιρετισμός των γεύσεων και των ηδονών προδίδει την ήδη συντελεσμένη απώλεια του τόπου.
Για πολλές δεκαετίες η αρχιτεκτονιή ταλανίστηκε από μία μορφοκρατική πρόσδεση στην μεταφυσική ιδέα του τόπου, και μάλιστα με την πίστη για την σχέση ανάμεσα στην μορφή του τόπου με την μορφή του κτίσματος. Η εξαιρετική ανθρωπολογική συνθήκη της απώλειας της σχέσης με τον τόπο ως απώλειας του διατροφικού πλούτου και, γιατί όχι, ως απώλειας της επισιτιστικής δύναμης του τόπου αναγάγει την απαίτηση αναθεώρησης της έννοιας του τόμου ως συγκροτησιακής του ίδιου μας του (πολιτισμικού) σωματικού μεταβολισμού. Εντέλει η έννοια του τόπου και της εντοπιότητας γίνεται κρίσιμη για τον καθορισμό των ορίων ανάμεσα στην επιβίωση και την ζωή.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΙΒΩΤΟΥ
Με την κατασκευή της κιβωτού θέλουμε ο θεατής και ο επισκέπτης της να έχει την αίσθηση ότι παίρνει μέρος σε ένα εν δυνάμει ταξίδι. Το σχήμα του αντικειμένου ευνοεί μια τέτοια υπόθεση. Το πλεούμενο όμως είναι υπό κατασκευήν και έτσι το περίπτερο μοιάζει περισσότερο με ναυπηγείο, επιτείνοντας μιαν αίσθηση αναμονής και προσδοκίας για το ταξίδι. Το ταξίδι το ίδιο καθυστερεί. Γιατί όμως αναμονή και γιατί προσδοκία; Η αρχαία ανάμνηση της βιβλικής κιβωτού μας μιλάει περισσότερο για μια περαιωμένη υπόσχεση, την ώρα που η υπόσχεση διάσωσης χρειάζεται να επιστρέφει στην ιστορία όταν οι άνθρωποι την έχουν ανάγκη. Μόνο που τώρα, σε σχέση με την κιβωτό οι όροι έχουν αντιστραφεί. Η διάσωση δεν πρέπει να γίνει από τις δυνάμεις της φύσης, τον κατακλυσμό που υπερτερεί του ανθρώπου και έρχεται από τον ουρανό. Η διάσωση πρέπει να γίνει από τις απειλές της ανθρώπινης δραστηριότητας . Ιδιαίτερα σήμερα. Όχι μόνον επειδή η πλανητική βιοποικιλότητα τελεί σε κρίση αφανισμού, αλλά κυρίως επειδή με την κρίση αυτή συνδέεται η τύχη του ανθρώπινου πλήθους. Η αίσθηση της αναμονής και της προσδοκίας επιτείνει την εντύπωση ότι όντως ζούμε σε κατάσταση εξαίρεσης, ότι πράγματι η οριστική απώλεια είναι κοντά, ότι η διάσωση είναι θέμα χρόνου αλλιώς δεν θα μπορεί να υπάρξει. Παρ όλα αυτά η αναμονή του ταξιδιού δεν πρέπει να συγχέεται με την κινδυνολογία και τον φόβο. Η τελεολογική προσέγγιση που βασίζεται στην συλλογική ενοχή και την αρνητική ηδονή που αυτή δημιουργεί, όπως στα τελεολογικά έργα του Χόλλυγουντ παγιδεύει το πλήθος σε μια αίσθηση του αναπόδραστου και θέλει να το προετοιμάζει για μια μεγάλη έξοδο που μόνο μια μεταφυσική δύναμη μπορεί να διαχειριστεί, ένα μεγάλο αφεντικό της ενοχικής μας συνείδησης. Αντίθετα, εδώ, στην ελληνική κιβωτό το ταξίδι προετοιμάζεται με αισιοδοξία, έτσι όπως προετοιμάζονται πάντα τα ταξίδια των ναυτικών. Η αισιοδοξία αφορά την ίδια την φύση του ναυτικού ταξιδιού. Ειδικά το ναυτικό ταξίδι στην ελληνική θάλασσα είναι φύσει αισιόδοξο. Όπου και αν ταξιδεύεις στο αρχιπέλαγος μια ακτή θα είναι πάντα κοντά…
Αν στην μορφή της κιβωτού ανατίθεται το νόημα μιας διάσωσης μέσω του ταξιδιού και άρα τίθεται το νόημα μιας εξαιρετικής απειλής, ταυτόχρονα, το αισιόδοξο μήνυμα του ταξιδιού ανατίθεται στο φορτίο της κιβωτού. Εφόσον με πραγματικούς όρους το ταξίδι αναπαρίσταται αλλά δεν μπορεί να επιτελεστεί, αναλαμβάνουν οι ίδιες οι αισθήσεις να ανακινήσουν την απαίτηση μιας πραγματικής εμπειρίας ταξιδιού. Η όραση σκοπεύει και ορίζει την πορεία του ταξιδιού, η ακοή εγκαλεί τα αγροτικά τοπία όπου πηγαίνουμε, τα προαναγγέλλει, όπως οι σειρήνες στο ομηρικό ταξίδι. Όμως οι ήχοι που έρχονται στα αυτιά του «ταξιδιώτη» είναι ήχοι από τον κήπο, από εκεί που προέρχεται το φορτίο και εκεί που θέλει η κιβωτός να κατευθυνθεί. Οι μυρωδιές είναι εκεί, από τον κήπο, διότι οι σπόροι κι οι καρποί, τα μάτσα και τα αρωματικά φυτά φέρουν μια παρατεταμένη μαρτυρία φύσης, μέσα από την μυρωδιά, όπως στο βάζο του σπιτιού τα λουλούδια, αδιάφορο που-παντού. Η γεύση, αυτή πιο πολύ ταξιδεύει τον νου καθώς μαζί με την μυρωδιά είναι οι αισθήσεις που προκαλούν τις πιο βαθιές ανακλήσεις της μνήμης. Πρόκειται άραγε για μια κιβωτό που ανακαλεί τελικά ένα βαθύ μνημονικό περιεχόμενο χαμένο στο βάθος της παιδικής ηλικίας; Αν είναι έτσι, τότε το ηδονικό περιεχόμενο της κιβωτού, μια προγραμματική απαίτηση του πρότζεκτ, δεν είναι παρά ένα περιεχόμενο που έχει τεθεί σε αναστολή και μπορεί να μας το επαναφέρει εδώ, κοντά, η ανάκληση της παιδικής ηλικίας. Μόνο η αφή, αυτή η αισθητηριακή δυνατότητα να καταλάβεις τα πράγματα και τον κόσμο όταν τα πιάνεις και τα παίρνεις στα χέρια σου είναι η κατεξοχήν αίσθηση που αναδεικνύει την εμπειρία του παρόντος σαν κάτι κρίσιμα σημαντικό. Πιάνοντας τους σπόρους και χαϊδεύοντας τα φυτά έχουμε μια εμπράγματη πιστοποίηση ότι είμαστε ακόμα εδώ δρούμε και κατοικούμε μαζί με όλα αυτά.
Η ηδονιστική εμπειρία των φυτών και των σπόρων είναι ακόμα δυνατή μέσα στην επιτελεστική λειτουργία της προετοιμασίας του φαγητού. Κάθε κουζίνα, στην άκρη της υπαίθρου και στο κέντρο της πολύβουης μητρόπολης είναι μια κιβωτός: είναι ο χώρος που προετοιμάζεται η διαδικασία του μεταβολισμού, είναι το κατ εξοχήν εργαστήριο της σωματικής χαράς. Στην κιβωτό επιχειρούμε να μεταφέρουμε αυτή ακριβώς την ζωντανή αίσθηση και την κατά εξοχήν επιτελεστική κατάσταση της κουζίνας. Μια κουζίνα πάντα ταξιδεύει και ειδικά η κουζίνα στο πλοίο καθώς αυτό ταξιδεύει. Αλλά και το ίδιο το πλοίο, το εμπορικό πλοίο, είναι πάντα μια εν δυνάμει αποθήκη-κουζίνα. Τα σπαρμένα αρχαία ναυάγια, στους βυθούς της νοτιοανατολικής Μεσογείου, καθώς ανασύρονται στο φως, με τα χιλιάδες βάζα και τους αμφορείς, τους χαμένους καρπούς και τους σπόρους ανακατωμένους με τα πολύτιμα ανόργανα υλικά, τα εργαλεία, τα σκεύη, αν και ναυάγια, φέρουν εντός τους το μήνυμα μιας αδιάκοπης συνέχειας του συλλογικού μεταβολισμού που δεν είναι ένα φυσικό γεγονός είναι ένα γεγονός συνέχειας του πολιτισμού. Ο πολιτισμός είναι η συγκρότηση της επιθυμίας και όχι η απώθησή της όπως μας διδάσκει η φροϋδική θεωρία.