In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Θεόφιλος Τραμπούλης [1]

Η Πόλη του φόβου


Ο Τζ. Κ. Τσέστερτον, ο βρετανός συγγραφέας που πριν τον Τ.Σ. Έλιοτ εισήγαγε τον καθολικισμό στο οπλοστάσιο του μοντερνισμού, στο δοκίμιό του Ο κόκκινος άγγελος επιχειρούσε να ανασκευάσει τη θέση εκείνων των ηθικολόγων της πρώιμης πολιτικής ορθότητας που υποστήριζαν πως τα παραμύθια θα πρέπει να αποκαθαρούν από τη βία, τους δαίμονες και τις μάγισσες, γιατί τραυματίζουν τα παιδιά και γεμίζουν την ψυχή τους με σκληρότητα και φόβο. Σύμφωνα με τον Τσέστερτον το αντίθετο συμβαίνει: ο φόβος δεν προέρχεται από τα παραμύθια, προέρχεται από το σύμπαν της ψυχής. Ο κόσμος των παιδιών είναι ασαφής και συγκεχυμένος και, όταν σβήνει το φως το βράδυ, το σκοτάδι δεν έχει σχήμα, οι σκιές και τα τριξίματα των τοίχων αποτελούν μια ακατάληπτη απειλή.Τα παραμύθια δίνουν στο άγχος του αγνώστου περίγραμμα κι υπόσταση, μορφή την οποία το παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει με τις τελετουργίες του. Τα παραμύθια δεν είναι αφηγήσεις που τείνουν απλώς στον παραδειγματισμό· έχουν, όπως προδίδει και η ετυμολογία της ελληνικής λέξης, παρηγορητικό χαρακτήρα, εντάσσουν τον πρωταρχικό φόβο σε μια συλλογική και συγκροτημένη αφήγηση.
Είμαστε όμως όλοι πολύ συχνά φοβισμένοι κι ας μην είμαστε παιδιά κι, ακόμη κι αν το σκοτάδι δεν μας δημιουργεί πάντα την ίδια άμορφη ταραχή κι, ακόμη κι αν δεν μπορούμε πια να πιστέψουμε στους δράκους, έχουμε πάντα ανάγκη από τέτοιες συγκροτημένες και συλλογικές αφηγήσεις που θα καταπραΰνουν τις αγωνίες μας. Πολλοί φόβοι μας έχουν όνομα, άλλοι όμως, ίσως οι πιο επίμονοι, εκείνοι που κατακερματίζουν και συνταράσσουν τα μέλη μας και μας κόβουν την ανάσα δεν μπορούν να ειπωθούν. Αναζητάμε την παρηγοριά μας στους άλλους. Ζούμε όμως σε περίεργους χρόνους. Κι ενώ θα έπρεπε η πολιτεία των ανθρώπων, ο δημόσιος χώρος και οι αφηγήσεις του να διαλύουν τους φόβους μας, να τους επιτρέπουν να αναδυθούν μόνον και μόνον για να τους προσφέρουν μια καθολική παραμυθία, γίνεται το ίδιο αυτό το κοινωνικό σώμα μια τεράστια οθόνη στην οποία η κάθε μικρή κίνηση του ασυνειδήτου μας, το κάθε σκίρτημα της πιο ανεπαίσθητής μας νεύρωσης προβάλλεται ως ένα δυσοίωνο συλλογικό τέρας που απειλεί να μας καταπιεί. Κι η πραγματικότητα τροφοδοτεί, μεγεθύνει, επιβεβαιώνει, τους πιο μύχιους και αποτρόπαιούς μας φόβους, τους διαστέλλει τόσο που καταλαμβάνουν όλο το συμβολικό μας οπλοστάσιο, καθίστανται τα κριτήρια των πράξεών μας, τα κίνητρα των κρίσεών μας, γίνονται οι φόβοι μας ο ενδιάμεσος χώρος στον οποίον συναντιόμαστε με τους άλλους. Κινούμαστε από αυτή την άποψη προς ένα παράδοξο προμυθολογικό στάδιο: ενώ, δηλαδή, οι μύθοι τακτοποιούσαν το χάος και αποτελούσαν την πρωταρχική λειτουργία της γλώσσας, εκείνη που επέτρεπε την οργάνωση του εξωτερικού και του εσωτερικού κόσμου, τώρα οι μύθοι αποδιαρθρώνουν την εσωτερική μας ενότητα, μας κατακερματίζουν, μας αφήνουν περιδεείς απέναντι σε έναν κόσμο που ορθώνεται ακόμη πιο απειλητικός από πριν, πιο ταραγμένος, γιατί είναι ακριβώς μυθολογημένος με άξονα το φόβο.
Δεν πρόκειται για τη δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, για εκείνη την πρωτογενή ματαίωση του ανθρώπινου ενστίκτου, για την καταπίεση της ενόρμησης του θανάτου, που όπως λέει ο Φρόυντ, εισάγει την ενοχή, την νεύρωση, την αγωνία στο άτομο. Πρόκειται μάλλον για το αντίθετο. Για μια αγωνία που έχει αποκτήσει πολιτικά χαρακτηριστικά, για μια ενοχή που έχει γίνει μέρος του δημόσιου διαλόγου. Όσοι ζουν στην Αθήνα γνωρίζουν καλά αυτόν τον ιστό φόβο στον οποίον έχουμε πιαστεί ενδεχομένως όλοι, το πέπλο το οποίο έχει καλύψει την πόλη, όπως το δυσοίωνο νέφος από στάχτη και αποκαΐδια που, την εποχή των μεγάλων πυρκαγιών της Πάρνηθας και της Πελοποννήσου, κιτρίνιζε τον ήλιο και διαπότιζε τα πάντα με μια απόκοσμη οσμή φωτιάς. Πιθανόν ο φόβος να οφείλεται σε μια συστηματική κατασκευή του, τα δομικά στοιχεία της οποίας θα μπορούσε να τα αναζητήσει κανείς στις αφηγήσεις που λανθάνουν στον κάθε είδους κυρίαρχο λόγο. Εξάλλου, δεν μπορώ να μην θυμηθώ την περίοδο λίγο πριν ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοινώσει από το Καστελλόριζο την προσφυγή στο ΔΝΤ, τότε που όλοι περίμεναν την κατάρρευση της οικονομίας με μια σχεδόν μαζοχιστικής απόλαυσης ανυπομονησία, γεμάτη ενοχές για μια κοινωνία την οποία εμείς οι ίδιοι, όπως έλεγαν, καταστρέψαμε και θα πρέπει να πληρώσουμε τώρα το τίμημα. Πιθανόν ο φόβος να οφείλεται στις κοινωνικές αναταραχές που έρχονται, στην αποσύνθεση του αισθήματος ασφάλειας που παρείχε κάποτε ο δημόσιος χώρος, στην σταθερή πια αντικατάσταση κάθε καθεστώτος ανομίας με ένα άλλο καθεστώς εξίσου πνιγηρής ανομίας, στον Άγιο Παντελεήμονα, αίφνης, ή στην αίσθηση πως, όπως στον καρκίνο ή την ψύχωση, το σώμα στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Σε κάθε περίπτωση όμως ο φόβος αυτός που, αντί να απαλύνει το εσωτερικό μας σκοτάδι, το διαστέλλει, είναι ένας φόβος πολιτικός. Και ο μόνος τρόπος για να τον πολεμήσουμε είναι να συγκροτήσουμε νέες πολιτικές αφηγήσεις που, όπως στα παιδιά, θα δώσουν περιεχόμενο στο τέρας που παραμονεύει στο σκοτάδι.

ΥΓ. Ενώ έγραφα το μικρό αυτό κείμενο, μου τηλεφώνησε ο φίλος σκηνοθέτης Νίκος Καμόντος από το Βερολίνο, για μια συνεργασία για την οποία έπρεπε να συνεννοηθούμε. Δεν κοίταξα στην οθόνη του τηλεφώνου τον αριθμό και, έτσι, όταν μου είπε ότι είναι ο Νίκος, νόμισα πως ήταν ο Νίκος Παπαδημητρίου, συνεπιμελητής αυτής εδώ της έκθεσης, στον οποίον είχα αργήσει ασυγχώρητα να παραδώσω το κείμενο. Όταν λοιπόν ο Καμόντος με ρώτησε τι κάνω, του απάντησα «Δεν ξέρεις τι κάνω; Όλη την ημέρα ασχολούμαι με το φόβο». Μετά από ένα δύο δευτερόλεπτα σιωπής, ο Καμόντος με ρώτησε με ψύχραιμη ανησυχία αν φοβάμαι κάτι συγκεκριμένα αυτόν τον καιρό. Τότε τον αναγνώρισα και προσπάθησα γελώντας να λύσω την παρεξήγηση. Όταν πια κλείσαμε το τηλέφωνο, κατάλαβα πώς είχε σκεφτεί εκείνα τα δευτερόλεπτα της σιωπής του. Ίσως να με φαντάστηκε κλεισμένο στο σπίτι μου, με κατεβασμένα τα ρολά, να κρυφακούω γεμάτος αγωνία τα βήματα των γειτόνων μου στο διάδρομο, να κοιτάζω στο δρόμο πίσω από την πλάτη μου, να έχω φτιάξει φανταστικούς εχθρούς, να έχω συμβολοποιήσει τόσο την αγωνία μου που να μην μπορώ καν να της βρω αντικείμενο (φοβάμαι αυτό ή το άλλο) αλλά να την εξυψώνω σε ένα καθολικό συναίσθημα: τον Φόβο. Στη συνομιλία μας αυτή με τον Καμόντο, φάνηκε πώς ο φόβος είναι συχνά η απόλυτη κοινοτοπία.

 

[1]
το κείμενο του Θεόφιλου Τραμπούλη αναδημοσιεύεται από τον κατάλογο
της έκθεσης που διοργάνωσε η Lo & Behold με τίτλο Φόβος {‘fo℧vəs} 
από 24.2.2011 έως 24.03.2011
Salon de vortex, Ιθάκης 24, Κυψέλη,
www.salondevortex.wordpress.com
Τρίτη – Παρασκευή 18.00 – 22.00 & Σάββατο 13.00 – 17.00
Διοργανωτής:Lo and Behold
www.loandbehold.gr
Επιμέλεια: Ευαγγελία Λεδάκη και Νίκος Παπαδημητρίου