In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Κωνσταντίνος Ματσούκας

Προσοχή!

«Το να είναι κανείς ηθικό άτομο», γράφει η Σούζαν Σόνταγκ, «σημαίνει να δίνει, να είναι υποχρεωμένος να δίνει, έναν ορισμένο τύπο προσοχής. Όταν εκφράζουμε ηθικές κρίσεις ,» λέει, «δεν υποστηρίζουμε απλώς ότι κάτι είναι καλύτερο από κάτι άλλο. Ιεραρχούμε την ιλιγγιώδη έκταση και την ταυτόχρονη εκτύλιξη των πάντων, με τίμημα να αγνοήσουμε ή να στρέψουμε την πλάτη σε πολλά από όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Ο χαρακτήρας των ηθικών κρίσεων εξαρτάται από την ικανότητά μας να δίνουμε προσοχή – μια ικανότητα αναπόφευκτα περιορισμένη, τα όρια της οποίας μπορούν ωστόσο να διευρυνθούν. Ίσως το πρώτο βήμα προς τη σοφία και την ταπεινότητα έγκειται στο να συμφιλιωθούμε με την αποδοχή της ιδέας, της απελπιστικής ιδέας, της ταυτόχρονης εκτύλιξης των πάντων και της ανικανότητάς της ηθικής μας κατανόησης να τα αφομοιώσει.»*
Είμαστε, περισσότερο από ποτέ αντιμέτωποι με τον ‘ίλιγγο του κόσμου’, με ένα μπαράζ πληροφοριών που όντως αδυνατούμε να τις αφομοιώσουμε ουσιαστικά. Αυτό το σφυροκόπημα μπορεί να μας ωθήσει σε μια ναρκισσιστική ή ίσως, αυτιστική κωφότητα απέναντι στα δεινά των άλλων. Ο Εβραίος συγγραφέας Ντέηβιντ Γκρόσμαν που ζει στο Ισραήλ, δηλαδή σε μια εμπόλεμη κουλτούρα, μαρτυρεί πως είναι φυσικό και επόμενο να προσπαθείς να αποφύγεις την επαφή με την τόση σκληρότητα όταν αυτή διαμείβεται δίπλα σου. Μία νόμιμη άμυνα είναι να μιλάμε γι’ αυτά που συμβαίνουν με λόγο δικανικό, όπως αυτός των δικαστηρίων, που επικοινωνεί μεν τις πληροφορίες αλλά προσέχει να μην διακινήσει κανένα συναίσθημα. Λόγος, επομένως, ανενεργός, χωρίς διακύβευμα για αυτούς που τον αρθρώνουν. Χάνεις μια δίκη, κερδίζεις μια δίκη χάνεις και μετά πας στο κρεβατάκι σου. Όπως το play-station. Ο τρόπος, πάντως, σύμφωνα με την Σόνταγκ, με τον οποίο προσέχουμε κάτι και αγνοούμε κάτι άλλο ενέχει ήδη μια επιλογή. Αφηγούμαι μια ιστορία σημαίνει: αυτή είναι η σημαντική ιστορία. Η αποψινή ‘ιστορία’ που έχω επιλέξει ως σημαντική λέγεται

Βλέποντας και κάνοντας
Βρισκόμαστε σ’ ένα Αμερικανό γήπεδο, στην διάρκεια μιας προπόνησης του ράγκμπι. Κάποιος, συνήθως αρκετά μεγαλόσωμος αρχίζει να τρέχει και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας στημένα ανά πέντε περίπου μέτρα του ρίχνονται καθώς περνάει δίπλα τους, προσπαθώντας να τον ανατρέψουν. (Το περίφημο tackle.) Η προτροπή του προπονητή σε όλη τη διάρκεια της άσκησης είναι, «SEE him on the ground, SEE him fall, SEE the fucker down before you even touch him!”

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πάλι στην Αμερική, οι διάδρομοι στο γυμναστήριο έχουν ο καθένας την δική του ατομική τηλεόραση. Οι αθλούμενοι φεύγοντας αφήνουν, βέβαια, τις οθόνες αναμμένες. Μπαίνοντας κάποια στιγμή όπου δεν έχει κίνηση, παρατηρώ πως όλες οι οθόνες αναμεταδίδουν αθλήματα. Τρέχοντας στον διάδρομο αντιλαμβάνομαι πως το να παρακολουθώ άλλους να κάνουν το ίδιο με αυτό που κάνω εγώ, να τρέχουν, βελτιώνει θεαματικά την επίδοσή μου. Σε άλλες περιστάσεις, διαπιστώνω πως τρέχω καλύτερα στον διάδρομο όταν μπορώ να κοιτάζω έστω ένα φορτηγό σε κίνηση από ότι, π.χ., δυο ανθρώπους που συνομιλούν.
Είναι κοινή γνώση πως υπάρχει ένας μηχανισμός ανατροφοδότησης ανάμεσα σε κάτι που βλέπω (αλλά και που φαντάζομαι!) και σε κάτι που κάνω. Μάλλον όμως δεν είναι κοινή γνώση ο βαθμός και τα επίπεδα στο οποίο συμβαίνει αυτό.
Μια πρόσφατη έρευνα σε μωρά από την Γαλλία και τη Γερμανία ισχυρίζεται ότι αυτές οι δυο ομάδες κλαίνε με διαφορετική προφορά. Πρόκειται, κατά τους ερευνητές για φαινόμενο μιμητισμού καθώς η φωνή της μητέρας είναι το πρώτο της χαρακτηριστικό που το μωρό προσλαμβάνει, ήδη από την μήτρα, και που μιμείται προκειμένου να την προσελκύσει. Είναι, όντως, η εκκίνηση της γλώσσας οργανική, σπλαχνική; Προηγείται η μίμηση της αναπνοής;
Ενδεικτικές είναι και οι μαρτυρίες φίλων που είναι γονείς μικρών παιδιών και ισχυρίζονται πως παρακολουθώντας τα βρέφη τους ανακαλούν δικές τους μνήμες που ποτέ πριν δεν είχαν αναδυθεί στη συνείδηση – όπως την αίσθηση του να φέρνεις για πρώτη φορά ένα κύπελλο στο στόμα …
Στην ψυχολογία των γνωστικών λειτουργιών του ανθρώπου (theories of Human Cognition) κατά τη δεκαετία του 50 γνώρισε άνθηση η θεωρία των Embodied Semantics, της Ενσώματης Σημασιολογίας, ας την πούμε. Σε αυτήν, αναπτυσσόταν η παράδοξη, κατά γενική ομολογία, άποψη ότι η πρόσληψη του λόγου ισοδυναμεί με μια δράση αναπαράστασης εκ μέρους του ακροατή. Δηλαδή, προκειμένου να προσλάβω το νόημα μιας σειράς λέξεων, συμμετέχω αναπαράγοντας ο ίδιος τις λέξεις σου. ‘Speech perception is speech simulation’. Αλλά όχι μόνο.
Το Embodied Semantics είναι ο απόηχος στην ψυχολογία στοχαστών όπως ο Χουσέρλ και η Έντιθ Στάιν που μίλησαν για ένα «παράδοξο ενέργημα» το οποίο αποκάλεσαν ενσυναίσθηση: η νοητική λειτουργία μέσω της οποίας συμμερίζομαι τα συναισθήματα, τις σκέψεις ή τις ανησυχίες ενός άλλου, σαν να ήμουν εγώ εκείνος, διατηρώντας όμως την δική μου ακεραιότητα.
Ο Βίτκενσταϊν είχε ήδη τραβήξει προσοχή στην πρόσληψη των συναισθημάτων, εστιάζοντας σε δύο χαρακτηριστικά της, την αμεσότητά και την συμμετοχικότητα:
«Βλέπω ότι το παιδί θέλει να αγγίξει τον σκύλο αλλά δεν τολμά. Πώς μπορώ και το βλέπω αυτό; Υπάρχει κάποια ερμηνεία που λαμβάνει χώρα;»
Και απαντά:
«Βλέπουμε το συναίσθημα. Σε αντίθεση με τι; Δεν βλέπουμε συσπάσεις του προσώπου από τις οποίες συμπεραίνουμε ότι κάποιος αισθάνεται χαρά, θλίψη, πλήξη. Περιγράφουμε ένα πρόσωπο αμέσως ως λυπημένο, χαρούμενο, βαριεστημένο, ακόμα και όταν δεν είμαστε σε θέση να περιγράψουμε άλλα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του… Λέγοντας ότι η έκφραση ενός προσώπου σκλήρυνε, δεν περιγράφουμε την αλλαγή του προσώπου, αλλά τον τρόπο που αυτό μας επηρεάζει.»
Σχεδόν ταυτόχρονα, από τους Φαινομενολόγους προασπιστές της άμεσης πρόσληψης ο Μέρλω-Ποντί, δηλώνει πλέον εμφατικά: «Ζω στην έκφραση του προσώπου του άλλου, όπως νιώθω κι εκείνον να ζει στην δική μου.»
Η πιο ξεκάθαρη έκφραση αυτού του φαινομένου είναι, πιθανώς, η σεξουαλική έλξη. Όταν το νεαρό αγόρι στο τρόλεϊ σκύβει από το ανοιχτό παράθυρο και προσφωνεί μια κοπέλα, «Κάβλα μου!» είναι σχετικά σαφές το ότι αναφέρεται σε μια αλλαγή μέσα του όσο και σε κάτι έξω. Οδηγείται κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσον μπορούμε παρομοίως να αναφωνήσουμε «Θλίψη μου!», ή «Πλήξη μου!» ή «Χαρά μου!» .
Από τον Φαίδρο, πάντως, του Πλάτωνα, έχουμε ήδη την κλασσική περιγραφή της επιθυμίας ως μια αντανάκλαση που πηγαινοέρχεται μέσω του βλέμματος ανάμεσα σε αγαπώντα και αγαπώμενο:
«… όταν αυτό το συναίσθημα συνεχίζεται και βρίσκεται ακόμα πιο κοντά του και τον αγκαλιάζει, στις γυμναστικές ασκήσεις και σε άλλες συναντήσεις τους, τότε η πηγή αυτής της ροής, την οποία ο Ζευς όταν ήταν ερωτευμένος με τον Γανυμήδη ονόμασε Επιθυμία, ξεχειλίζει και στον ερωμένο και κάποιο κομμάτι μπαίνει στην ψυχή του και κάποιο, όταν γεμίσει, χύνεται πάλι έξω. Και όπως η αύρα του ανέμου ή η ηχώ αντανακλάται από το λείο βράχο και γυρίζει πίσω εκεί απ’ όπου ήρθε, έτσι και η ροή της ομορφιάς, περνώντας μέσα από τα μάτια, τα οποία είναι τα παράθυρα της ψυχής, επιστρέφει στον όμορφο. .. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο αγαπά, όμως δεν μπορεί να πει τιּ δεν κατανοεί και δεν μπορεί να εξηγήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Δείχνει να έχει μολυνθεί από την τυφλότητα ενός άλλουּ ο εραστής του είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπει τον εαυτό του, αλλά δεν έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος...»

Νευρώνες-κάτοπτρα
Πρόκειται για φαινόμενα που ανέκαθεν γνωρίζαμε ή διαισθανόμασταν εμπειρικά στις ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο η καθημερινότητα όσο και η λογοτεχνία, και ακόμα περισσότερο ο κόσμος του θεάματος βρίθουν από στιγμές όπου βλέμματα αγγίζονται, τα συναισθήματα αλλάζουν σε σχέση με κάτι στο οπτικό μας πεδίο ,κάποιος νιώθει τη σύγχυση ή την έξαψη ενός άλλου, οικείου του ή μη, ανθρώπου κλπ.
Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως ο ανθρώπινος κοινωνικός ιστός συγκροτείται από μη-λεκτικές, συχνά ασυνείδητες, αντανακλάσεις που καθορίζουν τα συναισθήματά μας. Σχετικά πρόσφατα, Ιταλοί νευροβιολόγοι εντόπισαν νευρωνικά ριζώματα που ενεργοποιούνται όχι μόνο όταν κάποιος κάνει μια πράξη αλλά και όταν βλέπει να την κάνουν. Εξ ου και η ονομασία τους: νευρώνες -κάτοπτρα. Πρόκειται για νευροδιαβιβαστές στον κινητικό φλοιού του εγκεφάλου (motor cortex) οι οποίοι πυροδοτούνται τόσο όταν πράττω κάτι όσο και όταν παρατηρώ έναν άλλον να το πράττει, τόσο όταν τρώω ένα φιστίκι, χορεύω ή χαμογελάω όσο και όταν βλέπω κάποιον άλλο να εκτελεί αυτές τις ίδιες πράξεις. Όσο πιο οικεία μου είναι η πράξη που παρατηρώ, ή/και το πρόσωπο που την εκτελεί, τόσο εντονότερη η ηλεκτροχημική διέγερση. Πρόκειται, για το νευροβιολογικό υπόβαθρο της ενσυναίσθησης, της ικανότητας μας να μπαίνουμε συναισθηματικά στη θέση του άλλου.
Η ευφυΐα των ερευνητών δεν έγκειται τόσο στο εύρημα, τυχαίο έτσι κι αλλιώς, όσο στην περαιτέρω διερεύνησή του. Σ’ ένα περίφημο πείραμα γνωστό ως ‘I know what you’re doing’, αποφάνθηκαν ότι εκείνο που πυροδοτεί τους νευρώνες-κάτοπτρα δεν είναι απλά η θέαση μιας πράξης αλλά η απόδοση μιας πρόθεσης. Οι νευρώνες-κάτοπτρα ενεργοποιούνται όταν ανα-γνωρίζω ή θεωρώ ότι ξέρω τι πας να κάνεις κι ας μην το βλέπω με τα μάτια μου. Όταν η διέγερση διαχέεται στο λιμβικό σύστημα, τότε αυτή η αισθητηριακή εμπειρία μεταφράζεται σε συναισθηματική. Για την ακρίβεια, οι κοινωνικές και διαπροσωπικές μας σχέσεις, βασίζονται σε μεγάλο ποσοστό σε αυτή τη μη-λεκτική διακίνηση προθέσεων τις οποίες αντανακλούμε και συμπληρώνουμε.
Όπως συμβαίνει πάντα, η κατανόησή μας αυτών των φαινομένων γίνεται ανάγλυφη στο τοπίο όπου οι νευρώνες-κάτοπτρα υπολειτουργούν ή και αδρανούν, και που δεν είναι άλλο από τον αυτισμό. Το μη αυτιστικό βρέφος παρακολουθεί ένα χέρι να μπαίνει σε ένα καλάθι για να βγάλει ένα παιχνίδι. Είναι κάτι που το έχει ξαναδεί να συμβαίνει και, επομένως!, η τροχιά του βλέμματός του προκαταλαμβάνει το χέρι και το μωρό κοιτάζει το καλάθι πριν το χέρι φτάσει εκεί. Αντί γι αυτό, το αυτιστικό μωρό παρακολουθεί κάθε φορά πιστά την κίνηση του χεριού. Σε άλλα πειράματα, οι νευρώνες-κάτοπτρα του αυτιστικού παιδιού οι οποίοι ενεργοποιούνται ενώ εκτελεί μία πράξη αδρανούν όταν παρακολουθεί την αναπαράσταση αυτής της ίδιας πράξης. Οι επιπτώσεις αυτής της αναπαραστατικής δυσλειτουργίας αποδεικνύονται καταστροφικές για τις ανθρώπινες σχέσεις του. Στην καλύτερη περίπτωση, ο αυτιστικός χρειάζεται να σκεφτεί για να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που θεωρείται δεδομένο και μάλιστα με τρόπο άμεσο και αδιαφιλονίκητο. Στην καθημερινότητα, ένα αυτιστικό παιδί που πας να το αγκαλιάσεις δεν τροποποιεί με κανέναν τρόπο τη στάση του σώματός του, ως να μην ήταν σε θέση να μαντέψει ακόμα και μια τόσο προφανή πρόθεση. Καμία άλλη εικόνα δεν είναι τόσο εμβληματική όσο αυτή, για την κοινή ρίζα της μίμησης και της οικειότητας, δηλαδή της ενσυναίσθησης.
Αν επιτρέψουμε, ως οφείλουμε, σε αυτιστικούς να μιλήσουν για την δική τους φαινομενολογία, ο κόσμος που περιγράφουν είναι συγκλονιστικός τόσο στην ιδιαιτερότητά του, (μια και υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα αυτισμών) όσο και στον αναπάντεχο πλούτο που προσκομίζει στην ανθρώπινη γνωστική περιπέτεια. Προτείνω ανεπιφύλακτα την ιστοσελίδα της αυτιστικής Αμερικανίδας συγγραφέως και καθηγήτριας Temple Grandin γνωστής και ως η γυναίκα που σκέφτεται σαν αγελάδα. Ο λόγος για τα παρατσούκλι είναι η αδιαμεσολάβητη, θα πίστευε κανείς, κατανόηση της Γκράντιν του τρόπου με τον οποίο διάφορα ζώα δίνουν προσοχή στο περιβάλλον τους. (Βλ. το βιβλίο της Animals in Translation).
Με έναυσμα τον ανενεργό καθρέφτη του αυτισμού, επιτρέψτε μου να ανακαλέσω έναν στίχο που με συντροφεύει εδώ και δεκαετίες:
«Μάταια έρχεται το είδωλό σου να με συναντήσει/και δεν μπαίνει μέσα μου εκεί/ όπου εγώ είμαι μονάχα αυτός που το δείχνει.»
Είναι ο στίχος με τον οποίο ο Ζακ Λακάν προλογίζει (σε μία από τις εκδόσεις των Ecrits) το Στάδιο του Καθρέφτη, την περιλάλητη προσθήκη της σχολής του στα Φροϋδικά στάδια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης (στοματικό, πρωκτικό κλπ.)
Σύμφωνα με τον Γάλλο ψυχαναλυτή, κάπου ανάμεσα στους 6 και τους 18 μήνες το βρέφος ανακαλύπτει το είδωλό του στον καθρέφτη, ανακαλύπτει δηλαδή ότι υπάρχει ως ήδη συγκροτημένη ολότητα «εκεί πέρα», χωρίς ακόμα να κατέχει κανένα σωματικό τεκμήριο π.χ. τον μυϊκό συντονισμό που θα επέτρεπε να είναι το σώμα το σημείο αναφοράς αυτής της αντίληψης. Η πρώτη αναγνώριση του εαυτού αντανακλά κάτι όχι (ακόμα) υπαρκτό . Το ασύμπτωτο ανάμεσα στην βιωμένη εμπειρία του διασπασμένου σώματος και στο δέλεαρ της εικόνας μας θα καθορίσει όλη την μετέπειτα δόμηση του υποκειμένου. Το εγώ εγκαινιάζεται ως αυτή η αιώρηση από την ανεπάρκεια στην προσδοκία (from insufficiency to anticipation). Αυτήν την θεμελιακή παραγνώριση ο Λακάν την αποδίδει στην εξελικτική ανωριμότητα του ανθρώπινου είδους – του οποίου το στάδιο βρεφικής εξάρτησης είναι πιο μακροχρόνιο από κάθε άλλο. Και θα την ονομάσει ‘πρωτογενή ναρκισσισμό’, θεωρώντας την υπεύθυνη για την αιχμαλωσία του είδους μας στο οπτικό πεδίο του Άλλου.
Ο ανθρώπινος ενδο-οργανικός καθρέφτης είναι, κατά τον Λακάν, τόσο εξελικτικά ανώριμος τους πρώτους μήνες ζωής ώστε να σηματοδοτεί στο είδος μας μια ενδημική παθογένεια, την παθολογία του καθρέφτη. Όπως προβλέπει στο ίδιο άρθρο ο Λακάν, έχουμε όντως στα είκοσι τελευταία χρόνια ανακαλύψει τα νευρωνικά κυκλώματα αυτού του καθρέφτη, εκεί ωστόσο δείχνει να εδράζεται και ο βασικός μας μηχανισμός ενσυναίσθησης. Ο μηχανισμός υπεύθυνος για την ψυχική μας ευαλωτότητα δείχνει να είναι κοινός με εκείνον που μας επιτρέπει να συνδεόμαστε σε ένα μη λεκτικό επίπεδο.
Ιδιαίτερα οι έρευνες στην ενσυναίσθηση του πόνου υποδεικνύουν πως ο ίδιος νευροψυχολογικός μηχανισμός που μας καθιστά ικανούς να νιώθουμε τον πόνο των άλλων μπορεί να εκφραστεί με τρόπους τόσο ωφέλιμους όσο και καταστροφικούς. Αν ταυτιστώ με τον πόνο κάποιου σε βαθμό που κινητοποιηθώ για να τον απαλύνω, θεωρούμαι αλτρουιστής. Αν όμως παγώσω, σα να υποβάλλομαι εγώ ο ίδιος στην οδυνηρή εμπειρία, αυτή είναι μια κατά βάση εγωκεντρική αντίδραση και οφείλεται σε αυτό που η Frederique de Vignemont ονομάζει ‘μολυσματική δράση του πόνου’. (Παράδειγμα με ένεση.) Στο ίδιο φαινόμενο αναφέρεται, μεταξύ πολλών άλλων, και ο προαναφερθείς Ντέηβιντ Γκρόσμαν, θεωρώντας την απόγνωση των καιρών μας ως, σχεδόν, μία πανδημία.
Αντίστοιχα, είναι κατανοητό πως ως κοινωνικά όντα, η επιθυμία μας για αναγνώριση, επιδοκιμασία, καταξίωση κλπ είναι βαθιά ριζωμένη στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας. Αν όμως επιθυμώ κάτι, όχι επειδή εγώ του προσδίδω αξία, αλλά επειδή το θέλουν οι άλλοι, τότε ενδίδω στον μιμητικό ανταγωνισμού (στον οποίο, παρεμπιπτόντως, βασίζεται η διαφήμιση). Με παρόμοιο τρόπο, είναι κατανοητό το να επιδιώκω για τον εαυτό μου μια θετική εικόνα. Αν όμως ζητώ από τους άλλους ένα συγκεκριμένο είδος προσοχής και μόνο, εάν αποκρούω κάθε αντανάκλαση που με δείχνει ως λιγότερο από επιθυμητό, ικανό, ταλαντούχο ή επιτυχημένο, τότε, όντως, «μάταια το είδωλό σου έρχεται να με συναντήσει και δεν μπαίνει μέσα μου…»
Κλείνοντας, θα συνοψίσω με τα λόγια της Πολωνίδας ποιήτριας Άνα Καμίνσκα:
«Μιλάμε κάνοντας υπερβολική χρήση φράσεων όπως η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Μερικές φορές θα αρκούσε να παρατηρούμε τον γείτονά μας με σεβασμό. Η προσοχή – ένας από τους αγαπημένους όρους της Σιμόν Βέιλ – ενέχει ένα στοιχείο θέλησης και λογικής. Ο όρος είναι αμόλυντος από τον συναισθηματισμό και την ανεντιμότητα που σέρνει πίσω της η λέξη ‘αγάπη.’»

Κωνσταντίνος Ματσούκας

 

*Το απόσπασμα είναι από κείμενο της Σ. Σόνταγκ (1933-2004) που περιλαμβάνεται στην ιταλική έκδοση δοκιμίων της με τίτλο «Nello stesso tempo” (Mondadori, 2008). Δημοσιεύτηκε στη στήλη της Ελευθεροτυπίας ‘Σημειωματάριο Ιδεών’ του Θ. Γιαλκέτση με τίτλο, Η ηθική της λογοτεχνίας.