In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Η φρενήρης Περσεφόνη

του Θεόφιλου Τραμπούλη


Η αφηγηματική κατασκευή του underground περιλαμβάνει ως συστατικά της πολλά από τα ιστορικά αιτήματα της νεωτερικότητας: το αίτημα ενός επαναστατημένου υποκειμένου το οποίο δεν στρατεύεται σε κοινούς, ταξικούς πολιτικούς αγώνες αλλά μέσα από την παραβατικότητα, την κατάχρηση, την έκλυση επιχειρεί καταρχάς την αποδόμηση και την μεταστροφή της ατομικής συνείδησης· το αίτημα της ανάδυσης του χθόνιου, του διονυσιακού, του ασύνειδου το οποίο θα απειλήσει την ευταξία της ορθολογικής κατανομής των αξιών και των απολαύσεων και θα εγκαθιδρύσει μια άλλη διαταραγμένη πολιτεία· το αίτημα ενός καθαρτήριου μηδενισμού το οποίο βρίσκει στην τέχνη και στη λυρική έκφραση το μηχανισμό που θα εξαγνίσει την ψυχή και θα αλώσει το κοινωνικό σώμα.
Εντούτοις, παρόλο που το πλέγμα των καλλιτεχνικών και των κοινωνικών συνδηλώσεων του underground μοιάζει να απορρέει από τον ίδιο τον πυρήνα του μοντέρνου κόσμου, έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τη δεκαετία του 1960 για να διατυπωθεί ρητά η σημαίνουσα αυτή μεταφορά. Όπως έχω σημειώσει αλλού: «…η μεταφορική χρήση του underground, του κάτω από τη γη, που προσδίδει τη διονυσιακή αύρα του υπογείου σε μια ριζοσπαστική καλλιτεχνική και πολιτική στάση, δεν εμφανίζεται, σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης, πριν από το 1962. Η αρχαιολογία του όρου εντοπίζεται συνήθως στα παράνομα δίκτυα απελευθέρωσης των σκλάβων κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο και, αργότερα, στη γαλλική αντίσταση […] και τον χρησιμοποίησαν ιδιαίτερα οι ομάδες αμφισβήτησης που εμφανίστηκαν στην Αμερική από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το underground βρισκόταν στη συμβολή επανάστασης και υπαρξισμού, αν και δεν ήταν ξεχωριστό κίνημα με σαφείς αρχές και στόχους ούτε βασιζόταν σε μια στέρεη ιδεολογική κατασκευή. Χαρακτήριζε μάλλον παρά όριζε κάθε τάση η οποία είχε τη διάθεση να παραλλάξει, να σαρκάσει ή, στις πιο πολιτικές του εκδοχές να υπονομεύσει και να ανατρέψει τα πρότυπα έκφρασης, ζωής και ιδεολογίας στο αισιόδοξο μεταπολεμικό περιβάλλον της Αμερικής που εκείνη την εποχή άρχιζε να νιώθει τις σκιές του Ψυχρού Πολέμου και να προετοιμάζεται για την εμπλοκή στον πόλεμο του Βιετνάμ. Από αυτή την άποψη, το underground αποτέλεσε τη μεταμόρφωση του ρομαντικού προτύπου από τη γενιά του baby boom και των αμερικανικών προαστίων και, παρόλο τον πολιτικό του χαρακτήρα, αντιπροσώπευε περισσότερο μια σκοτεινή εκδοχή της Λούσιλ Μπωλ και του Σούπερμαν παρά μια οργανωμένη και ξεκάθαρη μορφή αντίστασης».[1]
Το γεγονός πως ο όρος του underground είναι τόσο περιγεγραμμένος ιστορικά και δεν αποτελεί ως τέτοιος μια λανθάνουσα ή ρητή δυναμική ολόκληρου του μοντερνισμού, όπως με κάποια ανιστορική αυθαιρεσία θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, θα έπρεπε να μας κάνει κάπως επιφυλακτικούς στη χρήση του. Ακόμη κι αν δεν θεωρήσουμε όπως ο Λυκ Φερύ στην μάλλον αντιδραστική Επανάσταση της αγάπης [εκδόσεις Πλέθρον, 2012] πως το μοντερνιστικό αίτημα βρίσκει την κορύφωσή του στην καταναλωτική φρενίτιδα που ακολουθεί και συνοψίζει τον Μάη του 68, δεν θα ήταν εύκολο να αποφύγουμε τον πειρασμό να υποψιαστούμε πως η επίκληση του όρου εκτός ιστορικών συμφραζομένων επιχειρεί στην πραγματικότητα να αντλήσει κύρος και ερμηνευτικό πλαίσιο από την τόσο καθοριστική για τη σύγχρονη αστική συνείδηση δεκαετία του 1960. Κι έτσι όμως ο αναχρονισμός αυτός θα ήταν μια, αν όχι χρήσιμη, τουλάχιστον γοητευτική μεταφορά, αν δεν επιτελούσε μια διπλή συσκότιση.
Πολιτική καταρχάς. Η ανάδυση του underground προϋποθέτει μια αστική τάξη θωρακισμένη στις βεβαιότητές της, αρραγή στους μηχανισμούς αναπαραγωγής του πραγματικού και συμβολικού κεφαλαίου της. Η δεκαετία του 1960 είναι μια εποχή ευμάρειας, ασφάλειας, αισιοδοξίας. Φορείς της underground κουλτούρας είναι κατά κύριο λόγο οι εύποροι φοιτητές της μεσαίας τάξης που μέσα από τα πανεπιστήμια αποδομούν με κάποια περισπούδαστη ανεμελιά τον κυρίαρχο μουσικό, εικαστικό, λογοτεχνικό λόγο. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ των διαφορετικών εκδοχών υποκουλτούρας και της κυρίαρχης αφήγησης η οποία τις δεξιώνεται με γονεϊκή σχεδόν ανεκτικότητα στα κυρίαρχα μέσα της. Ο Φρανκ Ζάππα είναι αγαπημένο παιδί των δημοφιλών μουσικών εκπομπών και ο πολύς Άντι Γουόρχολ, πατριάρχης του νεοϋορκέζικου underground, επίκεντρο της σκοτεινής κοσμικής ζωής της εποχής του. Ακόμη και η υπερπληθώρα σημείων που παράγει η κουλτούρα της υποτιθέμενης επαναστατικής ρήξης δεν είναι παρά μια πορνογραφική προσομοίωση του κυρίαρχου ρεύματος, όπως επεσήμανε ο Μπωντριγιάρ ήδη τις πρώτες μέρες μετά τον Μάη του 68. Και ίσως η ιλιγγιώδης συγκίνηση που προκαλεί η σειρά 18 Οκτωβρίου 1977 του Γκέρχαρντ Ρίχτερ να οφείλεται ακριβώς στο ότι αποτυπώνει με απόλυτα ζωγραφικό τρόπο την ουσιώδη σχέση μεταξύ του τέλους του οράματος της επανάστασης και της απεικόνισής του: η δολοφονία των μελών της ομάδας Μπαάντερ Μάινχοφ είναι μια πράξη εικαστικής αφαίρεσης, όπως μέχρι εκείνη τη στιγμή η ίδια η δράση της ομάδας ήταν μια πράξη πολιτικής εικονογράφησης. Πενήντα χρόνια αργότερα όμως οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες είναι ριζικά διαφορετικές. Η αστική τάξη είναι αυτή η οποία χάνει τα ερείσματά της, κλυδωνίζεται, βλέπει τις υλικές, συμβολικές, ηθικές της αξίες να ακρωτηριάζονται. Εάν το underground ήταν η υπονόμευση του αστικού υψηλού και η διάσπαση της κανονιστικής αφήγησης, στις δύο τελευταίες δεκαετίες, το αστικό υψηλό και η κανονιστική αφήγηση έχουν διαρραγεί συθέμελα. Ποιος χρειάζεται πλέον την αποδόμηση του Λύντον Τζόνσον, της αμερικανικής τηλεόρασης, της εικονογράφησης των κόμιξ υπερηρώων, του ροκ εν ρολ, του Στρατηγού Ντε Γκωλ, της σεξουαλικότητας, δηλαδή όλων αυτών των θεματολογικών μοτίβων του underground, όταν η ουτοπία των προαστίων δεν είναι άλλη πια από τον εφιάλτη των στεγαστικών δανείων και η μία μετά την άλλη οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι μέτοχοί τους καταρρέουν; Ο αναχρονισμός του underground αφήνει να εννοηθεί πως οι σημερινές πολιτικές εναντιώσεις είναι ίδιες με τις εναντιώσεις εκείνης της εποχής. Ότι είναι τάχα δυνατόν εκείνη η εποχή να επανέλθει. Και έτσι υπονοεί πως η σημερινή συγκυρία δεν διαθέτει τα δικά της εργαλεία, είναι άρα πέρα από κάθε πολιτική διαπραγμάτευση, εξοβελισμένη στο λίμπο του υπεριστορικού. Η μεσαία αστική τάξη όμως την οποία κατακερμάτισαν τα underground παιδιά της είναι πια η ηττημένη τάξη της ιστορίας.
Η δεύτερη συσκότιση αφορά την οντολογία της πολιτικής, της αισθητικής και της επικοινωνίας. Η μεταφορά του underground προϋποθέτει μια κάθετη τομή ανάμεσα στο έδαφος και το υπέδαφος, το εύτακτο και το διαταραγμένο, το κανονιστικό και το αποκλίνον, τον κυρίαρχο λόγο και τις ανατροπές του. Ζούμε όμως σε μια εποχή των δικτύων. Οι τομές δεν είναι οριζόντιες. Ο κυρίαρχος και ο αντικαθεστωτικός λόγος, το νόμιμο και το παραβατικό, το υγιές και το νοσηρό, το υψηλό και το ωραίο, το εμφανές και το λανθάνον κάνουν την εμφάνισή τους σε αναπάντεχες κορυφές και καταβόθρες και δεν υπάρχει ευθύγραμμη συγκρότηση δύο αντιθετικών και αντιστικτικών συστημάτων αξιών. Ό,τι τη μία μέρα έχει όλα τα κληρονομημένα μορφικά, θεματικά, συμπεριφορικά χαρακτηριστικά του underground, διαταραχή φερ' ειπείν της φόρμας, κατακερματισμένη συνειρμική αφήγηση, υποσχέσεις πολιτικής, σεξουαλικής, ψυχότροπης παραβατικότητας, μπορεί την άλλη μέρα και για αυτούς ακριβώς τους λόγους να εμφανίζεται στο πλέον θεσμικό πλαίσιο, το Φεστιβάλ Αθηνών αίφνης. Δεν πρόκειται για την παλιά πατρική ανοχή του κυρίαρχου λόγου απέναντι στις αισθητικές και πολιτικές αταξίες των διαφορετικών μορφών παράλληλης κουλτούρας. Είναι πλέον μια δομική νευρωνική σχέση που υφαίνουν ετερόνομες και ετερώνυμες μορφές λόγου διαφορετικής προέλευσης που η κάθε μία μπορεί να υπάρχει επειδή συμπλέκεται και συνεκφέρεται με την άλλη. Ό,τι στην αρχή είχε φανεί ως κουλτούρα του sampling και ως μια πειραματική διαχείριση αρχειακού υλικού, αποδεικνύεται πλέον πως είναι μια από τις μορφές έκφρασης που είναι συμφυείς στον ψηφιακό κόσμο. Πόσο μάλλον που τα νέα κοινωνικά δίκτυα επιτρέπουν κάθε στιγμή τη διατύπωση νέων σχέσεων, την ανάδυση νέων επαφών και υπερκειμένων, τον διαρκή αναπροσδιορισμό του κυρίαρχου και του αποκλίνοντος. Αν θα θέλαμε να επεξεργαστούμε την αρχική μεταφορά του underground, του χθόνιου, θα λέγαμε πως πλέον ζούμε σε μια εποχή που οι γραμμές της κουλτούρας βυθίζονται στο έδαφος, σκάβουν λαγούμια, πετάγονται πάλι στην επιφάνεια, ανυψώνονται και ξαναχώνονται στο χώμα, όχι πια μια κουλτούρα του underground αλλά η κουλτούρα μιας φρενήρους Περσεφόνης, μέσα και ταυτόχρονα έξω από τη γη.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως δεν υπάρχει λόγος που παίρνει πολιτική θέση ρήξης και μορφές που υπονομεύουν τις κυρίαρχες αφηγήσεις. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας τα δικά τους εργαλεία και τη δική τους άρθρωση, εάν θέλουμε να τις αναζητήσουμε όμως είτε για τη μεθοδολογική μας επάρκεια είτε για την πολιτική συστράτευση είτε, έστω για την υπαρξιακή ελπίδα, την παρηγοριά, που υπόσχονται.

[1] Θεόφιλος Τραμπούλης, Η χθόνια αισιοδοξία, «α. αθηναϊκή επιθεώρηση σύγχρονης τέχνης», αρ. 8, σς. 9-10.

-------------

*το κείμενο βρίσκεται στον κατάλογο της έκθεσης με τίτλο
Αντι-κουλτούρα – Η ανάδυση ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου 1983-2012
Συντονισμός: Παντελής Αραπίνης
Επιμέλεια: Παντελής Αραπίνης, Νίκος Ξυδάκης
Επιμέλεια-Έκδοση βιβλίου: Γιώργος Κώτσου (Convoy)
έγινε στο Camp από
2 έως 20 Νοεμβρίου 2012