In Memoriam I.V. Stalin (+1953)
- Γ.Δ. Ιωαννίδης

Σχόλιο στο βιβλίο τού Ζιλ Ντωβέ
''Έκλειψη κι επανεμφάνιση..." (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 1(Dr DADA)

Περί Πολέμου-ΜΕΡΟΣ 2(Dr DADA)

Μάζα και Ιστορία - σχόλιο στο
ομώνυμο βιβλίο τού Κώστα Παπαϊωάννου (Θ. Ζιάκας)


Επιστολή στα "Παιδιά τής Γαλαρίας"
- περί κομμουνισμού και δημοκρατίας (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Εισαγωγή στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, Βαρβαρότητα Πολιτισμός" (Γ.Δ. Ιωαννίδης)


Μια παγίδα ονόματι Dogville (Γ.Δ. Ιωαννίδης)

Ας μιλήσουμε για την ουσία (Υβ Λε Μανάκ)

Tι είνι Γιουρτή; (Γιάννους)

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο
"γνωρίζω" κ. Νανόπουλε (Γ.Δ. Ιωαννίδης)



Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ!

Σχόλιο στο βιβλίο «Η παλιά και η νέα θεότητα.
Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παν. Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, Ο ΙΗΣΟΥΣ
ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Νικόλας Κάλας
(δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών)

Ομιλία για το «Αυτοείδωλον εγενόμην.»

 

 

 

Άριελ της Sylvia Plath, σε μετάφραση Κατερίνας Ηλιοπούλου και Ελένης Ηλιοπούλου.
Από τις εκδόσεις ΜΕΛΑΝ
Ι

Εισαγωγή: Κατερίνα Ηλιοπούλου (απόσπασμα)




Η Σύλβια Πλαθ ανήκει χρονολογικά στην μεταπολεμική γενιά των Αμερικανών ποιητών που δραστηριοποιήθηκαν τις δεκαετίες του '60 και '70 όπως ο Robert Lowell, η Anne Sexton, ο John Berryman και άλλοι. Παρόλο που καθένας τους αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, ανταποκρίνονται με την ποίησή τους σε ένα ισχυρό πολιτιστικό και ψυχολογικό πλέγμα παραγόντων. Οι ποιητές αυτοί, κινήθηκαν ενάντια στον φορμαλισμό και την αποστασιοποίηση του υψηλού μοντερνισμού και ενσωμάτωσαν επιρροές από τους Beat, τον σουρρεαλισμό και τον Ρομαντισμό του προηγούμενου αιώνα. Η ποίησή τους είναι απότοτοκο μιας βαθιάς οδύνης, η οποία προέρχεται από την αίσθηση παγίδευσης του υποκειμένου στην μεταπολεμική Αμερική. Αυτό το αίσθημα πηγάζει αφενός από τον κοινωνικό κονφορμισμό που επιβάλλει συμμόρφωση σε συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς και αφετέρου από την ατμόσφαιρα του ψυχρού πολέμου με την συνεχιζόμενη απειλή της πυρηνικής καταστροφής και το φάντασμα ενός κόσμου χωρίς μέλλον. Επινόησαν έναν τρόπο να γράφουν ποίηση φέρνοντας στο φως τα πάθη και τα σκοτάδια του δικού τους ψυχισμού, σαν αποτύπωμα, χάρτη και ανεπούλωτο τραύμα, κάτω από την λεία κρούστα του κοινωνικού ιστού. Στην ποίησή τους κεντρικό είναι το πεδίο της σχέσης του “εαυτού” με τον Άλλο (την οικογένεια, την μητέρα, τον πατέρα, τον ερωτικό σύντροφο, το παιδί κλπ). Διερευνώντας αυτό το πεδίο και επιστρατεύοντας ο καθένας το δικό του γλωσσικό ιδίωμα μπόρεσαν να θίξουν με τρόπο άμεσο και απροκάλυπτο θέματα ταμπού που συνδέονται με την ψυχική ασθένεια, τον αλκοολισμό, το θάνατο, το σώμα και την σεξουαλικότητα.
Aυτό είναι ένα σημείο εκκίνησης για να δούμε την ώριμη ποίηση της Σύλβια Πλαθ. Γιατί, αν και είναι δύσκολο και ίσως όχι απαραίτητο να την κατατάξουμε, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόταν στο κέντρο των ποιητικών αναζητήσεων της εποχής της ως προς τον τόνο, το ύφος και τη θεματολογία. Αυτό που την καθιστά μοναδική είναι ότι κατάφερε να συγκεράσει με εκρηκτικό τρόπο τη λυρική ποίηση με την αφήγηση, διανοίγοντας νέους χώρους για την ποιητική φαντασία και να τιθασεύσει τα στοιχεία – έμψυχα και μη - του κόσμου που διαχειρίστηκε, μετατρέποντάς τα σε γλώσσα.
Η ποίηση είναι σώμα ζωντανό. Όποτε διαβάζουμε ποιήματα αναδιαμορφώνουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ποιήματος. Για το λόγο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω μια ευχή και μία προτροπή: Να πιστέψουμε στην αναγνωστική μας δύναμη. Να διεκδικήσουμε τη δυνατότητα να διαβάσουμε το Άριελ σαν αυτό που είναι, δηλαδή λογοτεχνία. Είναι αδύνατον να διαβάσουμε σήμερα την ποίηση της Σύλβια Πλαθ αν δεν κάνουμε μια προσπάθεια να παραμερίσουμε τις παρεξηγήσεις, τις παρανοήσεις και τις ιδιοτελείς αναγνώσεις του έργου της. Γιατί όμως έχει σε τέτοιο βαθμό παρεξηγηθεί; Μια σύντομη απάντηση είναι, ότι σε αυτή την περίπτωση ο νόμος της αγοράς συνάντησε την ανθρώπινη δυστυχία.
Ας δούμε όμως τα πράγματα λίγο πιο διεξοδικά.
Με την αυτοκτονία της στα τριάντα της χρόνια η Σύλβια Πλαθ έγινε από αφηγήτρια, υποκείμενο αφήγησης η ίδια. ... Ότι ο συγγραφέας μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο στη ζωή από τα πρόσωπα που ο ίδιος κατασκευάζει, κατέρρευσε στην περίπτωσή της. Άλλωστε ένα μεγάλο μέρος του φιλολογικού κατεστημένου της εποχής ( Robert Lowell, A. Alvarez, George Steiner, Stephen Spender, Hugh Kenner) με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό ταύτισαν στις δημοσιεύσεις τους τον «αληθινό εαυτό» (“true self” ) - όπως αναδύεται στο Άριελ - με την αυτοκτονία, διάβασαν δηλαδή το ποιητικό έργο σαν σημείωμα αυτοκτονίας 1. Ή, χειρότερο ακόμη, το διάβασαν σαν μια διαδικασία ξεγυμνώματος που την οδήγησε στην αυτοκτονία, μαζί με τα γεγονότα που υποτίθεται ότι περιγράφει, υποβιβάζοντας την ποίηση της σε ένα είδος αποκωδικοποιητή της ζωής της και την ίδια σε ένα γραπτό κείμενο το οποίο μπορούσε να διαβαστεί..
Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικά την βιογραφία της θα δούμε πως η Σύλβια Πλαθ ήταν μια επαγγελματίας ποιήτρια - από την εφηβεία της σχεδόν - με πλήθος δημοσιεύσεων, είχε κερδίσει υποτροφίες και διακρίσεις, είχε συνθέσει ένα προσεκτικά συγκροτημένο έργο, ήταν μητέρα δύο παιδιών και σύζυγος ενός άντρα που ερωτεύτηκε με πάθος. Είχε να αντιμετωπίσει την κλονισμένη ψυχική της υγεία και τα προβλήματα της προσωπικής ζωής της, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε από το να θέτει καλλιτεχνικούς στόχους και να κάνει στη σύντομη διαδρομή της άλματα στην ποιητική της.
Ξέρουμε ήδη πάρα πολλά. Οφείλουμε σήμερα να αποσυνδέσουμε το ποιητικό της χάρισμα από την ανθρώπινη τραγωδία του βίου της, να απαλλαγούμε από την απλουστευτική γραμμικότητα μιας ερμηνείας που ψάχνει για εύκολους συσχετισμούς προκειμένου να εξυπηρετήσει την δική της ανάγκη για εξήγηση-λύση των γρίφων της ζωής και της τέχνης και να τα σερβίρει έτσι σαν εύπεπτο και ελκυστικό προϊόν.

Στην παρούσα έκδοση του Άριελ (το πρωτότυπο εκδόθηκε το 2004 σε επιμέλεια της κόρης της Φρίντα Χιουζ), που αποκαθιστά την δική της επιλογή τόσο για τα ίδια τα ποιήματα όσο και για την σειρά των περιεχομένων, το βιβλίο να ξεκινά με τη λεξη αγάπη και τελειώνει με τη λέξη άνοιξη. Η ίδια επέλεξε για το τέλος του βιβλίου τα τέσσερα ποιήματα για τις μέλισσες (αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως Bee poems) τα οποία συνιστούν αφενός μια μετατόπιση της ποιητικής της, αφετέρου προσφέρουν μια πιο πολύπλοκη εικόνα του υποκειμένου, που δεν ταυτίζεται με κανένα ρόλο αλλά μετακυλάει σε ρόλους σαν περφόρμερ: δημιουργός- μελισσοκόμος, εργάτρια και βασίλισσα μαζί, εραστής και ερωμένη, ο μάγος και το κορίτσι του μάγου, ο Πρόσπερο και η Μιράντα. Η ποιήτρια που δουλεύει μέσα στο εργαστήριο του μυαλού της και του κόσμου, με προσήλωση στη αδιάκοπη λειτουργία της κυψέλης.

 


Η ποιητική performance του Άριελ: Τρόμος και έκσταση

Ο ποιητικός κόσμος του Άριελ οργανώνεται γλωσσικά και θεματολογικά σε σύστημα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που διαρκώς επανέρχονται. Αυτή η επανάληψη και η επιμονή τής επιτρέπει να εμβαθύνει και να διαχειριστεί με διαφορετικούς γλωσσικούς τρόπους τα θέματα που την απασχολούν. Οι φανταστικές περσόνες, τα υπερρεαλιστικά στοιχεία, το τοπίο, τα χρώματα και οι ήχοι, τροφοδοτούν γεγονότα και μια πολύπλοκη εικονοποιία που συναρθρώνεται σε μια συνεκτική δραματική πλοκή. Ίσως να μην καταφέρουμε να εισέλθουμε στον κόσμο του Άριελ αν δεν κατανοήσουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα προσεκτικά κατασκευασμένο ποιητικό θέατρο, έναν κόσμο αμφίσημο, πολυεπίπεδο. Η Σύλβια Πλαθ εδώ δεν γράφει σχεδόν ποτέ ένα αμιγές λυρικό ποίημα. Επίσης δεν αφηγείται ποιητικά ένα επεισόδιο. Η δύναμη και η πρωτοτυπία προκύπτουν από τη μίξη των δύο ειδών, από το γεγονός ότι κατάφερε να συγκεράσει την δραματουργία και την λυρική ποίηση με τον τρόπο που το έκανε. Κάθε ποίημα μας υπόσχεται μια ιστορία, μας δελεάζει με μια αποκάλυψη. Έτσι μας παγιδεύει σε μια δύσκολη θέση: δεν μπορούμε να μείνουμε αμέτοχοι θεατές· είμαστε είτε ηδονοβλεψίες και παρακολουθούμε κάτι που θα έπρεπε να μείνει κρυφό, είτε ταυτιζόμαστε σε τέτοιο βαθμό με τον αφηγητή ώστε παίρνουμε τη θέση του και αναγκαζόμαστε να υποστούμε τα πάθη του χωρίς διαμεσολάβηση. Πως συμβαίνει όμως αυτό; Γιατί τα ποιήματα εξακολουθούν να έχουν τέτοια δύναμη;
Η Πλαθ τοποθετεί το κεντρικό υποκείμενο των ποιημάτων της σε μια θέση διαφιλονικούμενη. Το ποιητικό υποκείμενο στο Άριελ κινείται σε ενδιάμεσους κόσμους. Βρίσκεται πάντα μεταξύ, δεν παγιώνεται σε μία θέση, κινείται μεταξύ φύσης και κοινωνίας, σώματος και πνεύματος, αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδιορισμού από τις προσδοκίες των άλλων. Από αυτή την άποψη είναι ένα ήδη μεταμοντέρνο υποκείμενο. Απευθύνεται δε ως τέτοιο, σε μια πληθώρα πιθανών αποδεκτών. Σε ανθρώπους, - μεμονωμένους ή πλήθος – σε μυθικά όντα ή συμβολικά υποκείμενα και ακόμα σε αντικείμενα, δέντρα, ζώα· για αυτή την απεύθυνση επιστρατεύονται πολλοί διαφορετικοί τόνοι και γλωσσικοί χειρισμοί που δίνουν στο έργο την πολυμέρεια αλλά και την αμφισημία του.
Η ποίηση της Σύλβιας Πλαθ με τα πρόσωπα που επινοεί και την γλώσσα που επιστρατεύει επιμένει να φέρνει στο φως με πολλούς τρόπους την συνάντηση της σαγήνης και του τρόμου.

Το λεξιλόγιο στο Άριελ κινείται με τη διάθεση να ορίσει έναν κόσμο και τα στοιχεία του, είναι μια γλώσσα σε αναζήτηση οπότε οφείλει να διαθέτει μια χροιά ανησυχίας όπως κάτι που βρίσκεται καθ'οδόν, όντας ταυτόχρονα αποφασισμένο να φτάσει εκεί. Οι λέξεις εκεί και αυτό επαναλαμβάνονται συχνά μέσα στα ποιήματα το there σαν άδηλος προορισμός και το άγνωστο it που δεν αποσαφηνίζεται αλλά είναι μια απευθείας έρευνα μέσα στη γλώσσα. Αυτό το ελάχιστο χάσμα ανάμεσα στις λέξεις και το νόημά τους είναι το κεντρικό παράδοξο της ποίησής της, όπου συνυπάρχουν η ποιητική δεξιοτεχνία και η ακρίβεια με την αμφιταλάντευση και την ψυχρή ανάσα του άγνωστου. Οι όροι δηλαδή που συνιστούν την περιπέτεια της ανάγνωσης του ποιητικού της σχεδίου.

 

1 Sarah Churchwell "Ted Hughes and the corpus of Sylvia Plath". Criticism Vol. 40, 1998.