s

ABOUT | CONTACT | ARCHIVES | BOOKS | LINKS


 

Ισλαμοχριστιανικός πολιτισμός;!
Ένας αμερικάνος καθηγητής προτείνει μια νέα ανάγνωση της ιστορίας,
που γεφυρώνει το χάσμα Ανατολής-Δύσης

 

Richard W. Bulliet

The Case for Islamo-Christian Civilization

Columbia University Press, 2004

BOOKS' ARCHIVES
[HappyReviews]


[01]Μπέρναρντ Λιούις: Οι Ασσασίνοι.
[02]Στιούαρτ Χόουμ: Blowjob.
[03]Tόμας Μπέρνχαρντ: Διόρθωση.
[04]a. Γιόχαν Χουϊζίνγκα: Homo Ludens, Ο Άνθρωπος και το Παιγνίδι.b. Ροζέ Καγιουά: Τα Παιγνίδια και οι Άνθρωποι. c. Ιουλίτα Ηλιοπούλου
[05]Ιστορία της Νεωτερικής και Σύγχρονης Φιλοσοφίας (Φυσιογνωμίες και Έργα).
[06]Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου (Ζάχος):Η Πιάτσα.
[07]Samuel Beckett: Κάθαρση (και άλλα έργα).
[08]CHE Όπλα, Ποίηση, και Κάμερα.
[09]Στέφανος Ροζάνης: Ezra Pound, Ένας νεωτερικός Οδυσσέας.
[10]π. Νικόλαος Λουδοβίκος:Η κλειστή πνευματικότητα και το νόημα τού εαυτού/Ο μυστικισμός τής ισχύος και η αλήθεια τής φύσεως και τού προσώπου.
[11]Jean Baudrillard: Συνθήματα.
[12]Αντόνια Λογκ: Shadow-Box.
[13]Πωλ Βιριλιό: Η διαδικασία της σιωπής.
[14]Χρήστος Σιδερής : 7 Ημέρες ψέμματα
[15] Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: Το απροσδόκητο γρασίδι.
[16] Στέφανος Ροζάνης:Ο αδιανόητος θάνατος.
[17] Παν. Δρακόπουλος:Κείμενα με σπασμένη ενότητα.
[18] John Ralston Saul : Πολιτισμός χωρίς συνείδηση.
[19] Dante Alighieri: Η θεία κωμωδία. Χ.Λ. Μπόρχες: Δοκίμια για τον Δάντη.
[20] Τζων Ντος Πάσος: Manhattan transfer.
[21] Μάρσαλ Σάλινς: Πολιτισμός και πρακτικός λόγος
[22] Αχιλλέας Φωτάκης: Βιβλιογραφία τού Σουρεαλισμού στα ελληνικά (μέρος πρώτο)
[23] Αριστούργημα με δίχως ψυχή
[24] Για Τις Σπονδές Ας Πω Δυο Λόγια
[25] Ο Καιρός των Χρυσανθέμων

26.Το ιθαγενικό ζήτημα σήμεραJeffrey Sissons

 

 

Στις πρώτες αράδες του προλόγου του ο συγγραφέας στέκεται στο μπαλκόνι του, κάπου στο βόρειο Μανχάταν, με τον άνεμο να φέρνει τη μυρωδιά από τ’ αποκαΐδια των Δίδυμων Πύργων. «Όπως οι περισσότεροι Αμερικανοί, ένιωθα μιαν ακατανίκητη παρόρμηση να κάνω κάτι χρήσιμο». Μια παρόρμηση είναι κάτι το άμορφο, μπορεί κανείς ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτήν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Τις ίδιες μέρες, το δεύτερο δεκαήμερο εκείνου του Σεπτέμβρη, οι σύμβουλοι του Προέδρου τσακώνονταν σχετικά με το ποια χώρα έπρεπε να βομβαρδιστεί. Σύμφωνα με πληροφορίες που γράφτηκαν αργότερα στον αμερικάνικο τύπο, οι υποψήφιες χώρες δεν ήταν λιγότερες από δώδεκα. Ευτυχώς, η ανταπόκριση του Ρίτσαρντ Μπούλιετ στάθηκε λιγότερο έξαλλη και πιο δημιουργική.
Καθηγητής ιστορίας για τριάντα χρόνια στο Κολούμπια, αυθεντία στις Μεσανατολικές Σπουδές με ειδίκευση στο μεσαιωνικό Ισλάμ, ο Μπούλιετ είναι γνωστός για την τόλμη των ερμηνειών που προτείνει, αλλά και για την αγάπη του προς τις ευρύτερες συνθέσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τη στενή ακαδημαϊκή του ειδικότητα. Π.χ. έχει ασχοληθεί με τη διαχρονική εξέλιξη της σχέσης του ανθρώπου προς τα ζώα. Και οι δύο αυτές πλευρές, η τόλμη και η ευρύτητα, εμφανίζονται σε τούτο το μικρό βιβλίο (η ανταπόκριση που λέγαμε), χωρισμένο σε τέσσερα κεφάλαια που θα μπορούσαν να διαβαστούν και σαν ανεξάρτητα άρθρα. Είναι όμως στο ομότιτλο πρώτο κεφάλαιο που ο Μπούλιετ διατυπώνει τη δική του πρόταση – το ερμηνευτικό νήμα που τα συνδέει:
«Ιδωμένος στο σύνολό του, και σε ιστορική προοπτική, ο ισλαμοχριστιανικός κόσμος έχει πολύ περισσότερα πράγματα που τον συνδέουν απ’ όσα τον ωθούν σε διαχωρισμό. Το παρελθόν και το μέλλον της Δύσης δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως εάν δεν εκτιμηθεί η σιαμαία σχέση που τη συνέδεε με το Ισλάμ επί δεκατέσσερις περίπου αιώνες. Το ίδιο ισχύει και για τον ισλαμικό κόσμο. Η συνηγορία του ισλαμοχριστιανικού πολιτισμού ως οργανωτικής αρχής για τη σύγχρονη σκέψη έχει τις ρίζες της στην ιστορική πραγματικότητα αυτών των αιώνων». [Η υπογράμμιση είναι του συγγραφέα – τη χρησιμοποιεί μάλιστα σαν κεφαλίδα, στην κορυφή του κεφαλαίου.]
Γι’ αυτό το λόγο, θα περιοριστώ να παρουσιάσω εδώ, μάλλον αναλυτικά και με πολλά παραθέματα, αυτό το πρώτο κεφάλαιο, σκοπεύοντας να μιλήσω σε ένα άλλο κείμενο για τα υπόλοιπα τρία κεφάλαια – που έχουν κι αυτά το ενδιαφέρον τους. Στην αφετηρία του συλλογισμού βρίσκεται η περιβόητη, κατά Σάμιουελ Χάντινγκτον, «Clash of Civilizations». Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Ισλάμ και Δύσης, τι συνέπειες έχει η θεωρία της Σύγκρουσης των Πολιτισμών;
«Πολιτισμοί οι οποίοι προορίζονται να συγκρουστούν δεν μπορούν να αναζητήσουν μαζί ένα κοινό μέλλον. [...] για το Ισλάμ του Χάντινγκτον δεν υπάρχει σωτηρία. Το βιβλίο του Ισλάμ έχει κλείσει. Το ρεύμα της προτεσταντικής αμερικανικής σκέψης [της οποίας είναι κληρονόμος] εξαγγέλλει κατά του Ισλάμ την ίδια φαρισαϊκή και τελεσίδικη καταδίκη σε “ετερότητα” που κάποτε οι αμερικανοί Προτεστάντες επέρριπταν σε Καθολικούς και Εβραίους».  
Και, μιας κι έγινε λόγος για Εβραίους, ας σταθούμε λίγο στη μοίρα της λέξης «ιουδαιοχριστιανισμός»: μόλις στη δεκαετία του 1950, «με τις τρομακτικές συνέπειες του ευρωπαϊκού αντισημιτισμού φανερότερες από κάθε άλλη φορά», το επίθετο «ιουδαιοχριστιανικός» ξέφυγε από την υποτιμητική (π.χ. Νίτσε) και μάλλον περιθωριακή χρήση ώστε, σήμερα, ο «ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός» να γίνεται αβασάνιστα και αυτόματα αποδεχτός σαν ένα συνώνυμο του «δυτικού πολιτισμού». Μπορεί, σποραδικά, κάποιοι (και δεν αναφέρομαι μόνο στους νεοπαγανιστές) να εξακολουθούν να την προφέρουν περιφρονητικά, καρυκευμένη συχνά με λιγότερο ή περισσότερο αντισημιτισμό, στον επίσημο όμως λόγο αποτελεί μια έκφραση πολιτισμιακής αλληλεγγύης ή, με τα λόγια του συγγραφέα, δηλώνει ένα αίσθημα «ενσωμάτωσης των Εβραίων και οικουμενικής χριστιανικής καταδίκης της ναζιστικής βαρβαρότητας». Ο όρος είναι, ασφαλώς, ιστορικά βάσιμος – ωστόσο:
«Σε κανέναν ο οποίος έστω και ελάχιστα γνωρίζει τις σχέσεις ανάμεσα σε Χριστιανούς και Εβραίους μέσα στις τελευταίες δύο χιλιετίες δεν διαφεύγει η ειρωνεία της σύνδεσης σε έναν και μοναδικό όρο δύο θρησκευτικών κοινοτήτων που στάθηκαν αποφασιστικά χωρισμένες στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου. Υποψιάζεται κανείς ότι μια ουράνια σφυγμομέτρηση μεταξύ των προ πολλού κεκοιμημένων Ιουδαίων και Χριστιανών θα έβρισκε στο εσωτερικό και των δύο στρατοπέδων πλειοψηφίες οι οποίες εκφράζουν αποστροφή για τον όρο».
Το συμπέρασμα που αντλεί ο Μπούλιετ από αυτή την περιπέτεια είναι ότι «η ιστορία δεν είναι πεπρωμένο». Όπου δεν υπάρχει πεπρωμένο, υπάρχουν επιλογές. Οι ιστορικές συγκυρίες (το Ολοκαύτωμα, η μυρωδιά από τ’ αποκαΐδια) φέρνουν τους ανθρώπους αντιμέτωπους με κάποια προβλήματα, μπροστά στα οποία πρέπει να διαλέξουν με ποιο τρόπο θ’ αντιδράσουν. Από τη σκοπιά του ιστορικού, το ενδιαφέρον είναι ότι οι όποιες επιλογές ή αντιδράσεις οφείλουν να στηριχτούν σε μια αποτίμηση ή επανεκτίμηση του παρελθόντος. Ο Μπούλιετ μιλάει συχνά για ιστορική αφήγηση, για κατασκευή (ή ανακατασκευή) της ιστορίας. Μοιάζει να υπονοεί ότι, π.χ., όταν ο Χάντινγκτον μιλάει για Σύγκρουση των Πολιτισμών δεν αναλύει μια αντικειμενική κατάσταση αλλά εκφράζει (στη γλώσσα της ιστορικής επιστήμης) ένα (πολιτικό) σχέδιο: τη Σύγκρουση αυτή μάλλον την οργανώνει παρά τη διαπιστώνει. Όταν ο Μπούλιετ (που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει κάποιο παρελθόν ακτιβιστή και άλλωστε διατυπώνει με αξιοσημείωτη νηφαλιότητα τα επιχειρήματά του) προβάλλει τη δικιά του πρόταση, αυτή αποτελεί, επίσης, ένα τέτοιο σχέδιο – όμως η πρόθεση αυτή δηλώνεται ρητά και ειλικρινά.
«...θα πρέπει να γίνουν σαφείς οι γενικότερες συνέπειες της χρήσης ενός τέτοιου όρου. [...] Αν οι μουσουλμανικές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής γίνουν αντιληπτές ως μέρος του ίδιου ευρύτερου πολιτισμού με τις χριστιανικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, τότε οι συγκρούσεις ανάμεσα στα δύο συστατικά στοιχεία αυτού του ενιαίου πολιτισμού παίρνουν αυτομάτως έναν αδελφοκτόνο χαρακτήρα, ανάλογο ιστορικά με τις συγκρούσεις του παρελθόντος ανάμεσα στον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Όποιο κι αν είναι το επίπεδο της εχθρότητας ανάμεσα στα δύο συγκρουόμενα μέρη, η υπόθεση μιας κοινής κληρονομιάς θα τους εμπόδιζε να εκλαμβάνονται ως διαφορετικοί πολιτισμοί και, κατά συνέπεια, θα έκανε ευκολότερο να φανταστούν μία τελική συμφιλίωση. [...] Το αίμα μετράει περισσότερο από τον αγιασμό [Blood is thicker than holy water]».
«Η “Σύγκρουση των Πολιτισμών” πρέπει να αποσυρθεί από τον δημόσιο λόγο πριν ο κόσμος που αρέσκεται να τη χρησιμοποιεί αρχίσει πραγματικά να την πιστεύει».
Εννοείται ότι ένα σχέδιο οφείλει να στηρίζεται, περισσότερο ή λιγότερο σταθερά, σε κάποια ιστορικά δεδομένα: δεν αρκούν οι καλές (ή κακές) προθέσεις. Γι’ αυτό μιλάμε για σχέδιο – σε αντίθετη περίπτωση θα μιλούσαμε για φαντασιοκοπία, παραλήρημα, κοκ. Το σχέδιο του Χάντινγκτον, η Σύγκρουση των Πολιτισμών, στηρίζεται σε μια καθιερωμένη και καθαγιασμένη απ’ το χρόνο ερμηνεία του παρελθόντος («the age-old master narrative»): η σχέση μεταξύ Δύσης και Ισλάμ διαβάζεται σαν μια αιωνόβια διαμάχη, χρωματισμένη από άσβεστο μίσος, η οποία έχει δημιουργήσει ένα αγεφύρωτο χάσμα, αυτό που ο Χάντινγκτον ονομάζει πολιτισμιακή (civilizational) διαφορά. Το σχέδιο του Μπούλιετ, η πρόταση υπέρ ενός ισλαμοχριστιανικού πολιτισμού, στηρίζεται σε μια νέα αφήγηση (re-narrative) των ίδιων δεδομένων, όπου η έμφαση πέφτει, αντίθετα, στα κοινά σημεία, στις παράλληλες εξελίξεις και στις πολιτισμικές ανταλλαγές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αρνείται ή συγκαλύπτει αποκλίσεις και διενέξεις. Πριν περάσει σ’ αυτή τη νέα αφήγηση, ο συγγραφέας εξετάζει διεξοδικά μερικές κατ’ αρχήν αντιρρήσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν. Αξίζει να σημειώσουμε πώς απαντάει σε εκείνους που υποστηρίζουν τη θέση περί αιώνιου μίσους, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι δύο πίστεις είναι αδύνατο να συμβιώσουν:
«Όντως οι Μουσουλμάνοι μάχονται εναντίον των Χριστιανών και εκφράζουν μίσος γι’ αυτούς; Ναι, από καιρού εις καιρόν, και βεβαίως οι πράξεις και τα αισθήματά τους υπήρξαν απολύτως αμοιβαία. Το ίδιο μίσος και περιφρόνηση όμως δεν έδειχναν οι πρώτοι Προτεστάντες για τους Καθολικούς και με τον ίδιο τρόπο δεν τους αντιμετώπισαν σε απίστευτα αιματηρούς πολέμους; [...] Προτεστάντες και Καθολικοί μπορεί να σφαγίασαν οι μεν τους δε στο παρελθόν, ενώ οι Χριστιανοί μπορεί να αφάνισαν και να ταπείνωσαν τους Εβραίους, που με τη σειρά τους τούς φοβόνταν και τους περιφρονούσαν, αλλά η εκτίμησή μας –σήμερα– για τον πολιτισμιακό δεσμό που συνδέει Προτεστάντες, Καθολικούς και Εβραίους παραμένει απρόσβλητη από τέτοιες ατυχείς ιστορικές μνήμες».
«Πολιτικά, δεκατέσσερις από τις τριάντα τέσσερις σημερινές ευρωπαϊκές χώρες κυβερνήθηκαν τη μία ή την άλλη εποχή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, από Μουσουλμάνους για περιόδους ενός αιώνα και πλέον. Οι ιστορικοί αυτών των χωρών χαρακτηρίζουν τις περιόδους της μουσουλμανικής κυριαρχίας ως ανωμαλίες, ανεξήγητα χάσματα σε αυτό που θα όφειλε να είναι ένα συνεχές χριστιανικό παρελθόν, ή σαν τρομακτικά επεισόδια ανελέητης καταπίεσης, που συνήθως συνοψίζονται αντιπροσωπευτικά σε μια χούφτα παραδειγμάτων. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι περισσότεροι από τους λαούς που έζησαν υπό μουσουλμανική διοίκηση προσαρμόστηκαν θαυμάσια στην ιδέα και στο πολιτισμικό ύφος που κάτι τέτοιο συνεπαγόταν, και έζησαν ειρηνικά την καθημερινή τους ζωή».
Περισσότερο ενδιαφέρον έχουν οι αντιρρήσεις που παίρνουν τη μορφή μιας αμφιβολίας «περί του αν οι Μουσουλμάνοι είναι ικανοί να αρθούν στο ύψος του δυτικού πολιτισμού, ή του πολιτισμού εν γένει στο μυαλό κάποιων»:
«Οι δυτικοί επικριτές του Ισλάμ προτείνουν επίμονα κάποια πολιτισμιακά δοκιμαστικά τεστ: ανταποκρίνεται το Ισλάμ, ή τουλάχιστον προσπαθεί να ανταποκριθεί, στα δυτικά κριτήρια περί ισότητας των φύλων; Μπορεί να συλλάβει τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά τρόπο επαρκώς όμοιο με τη δυτική σύλληψή τους η οποία εκτιμάται ως πολιτισμένη; Είναι η μουσουλμανική κατανόηση της θρησκευτικής ανοχής και της εκκοσμίκευσης αρκετά συναφής με τη δυτική ώστε να συμπεριληφθεί στη λέσχη των πολιτισμένων;»
Εκείνο που σκόπιμα παραβλέπουν είναι ότι οι περισσότερες δυτικές κοινωνίες, μόλις πριν από εκατό χρόνια (κι όχι σε κάποιον απόμακρο και ζοφερό «μεσαίωνα»), καθόλου δεν ανταποκρίνονταν στα ίδια αυτά κριτήρια, ενώ «ακόμα και σήμερα, νησίδες θρησκευόμενων κύκλων στα πλαίσια τόσο του Ιουδαϊσμού όσο και του Χριστιανισμού κηρύσσουν ανελεύθερες αντιλήψεις, από περιορισμούς στη συμπεριφορά και στις επιλογές ζωής των γυναικών μέχρι [...] ελπίδες για μια επικείμενη μεσσιανική θεοκρατία» ή «επιβάλλουν στις γυναίκες ενδυματολογικούς κανόνες, απαγορεύουν τα αλκοολούχα ποτά, απαιτούν την προσευχή σε δημόσια σχολεία, διώκουν τους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες και καταδικάζουν στην κόλαση μέλη άλλων πίστεων» – με λίγα λόγια πρεσβεύουν αντιλήψεις που
«αντιβαίνουν ουσιωδώς στα εξισωτικά και κοσμικά κριτήρια που οι επίδοξοι δυτικοί σταυροφόροι της “Σύγκρουσης των Πολιτισμών” έχουν αναγράψει στα λάβαρά τους. Κανένας αποκρουστικός φανατισμός και καμία μισαλλόδοξη συμπεριφορά που εκδηλώνουν κάποιες μουσουλμανικές ομάδες δεν υπάρχει χωρίς το αντίστοιχό του σε κάποιες χριστιανικές και εβραϊκές ομάδες, ή και σε κάποιους μετα-θρησκευτικούς δυτικούς κοσμικιστές, επί του προκειμένου. Από τη στιγμή όμως που Εβραίοι, Χριστιανοί και δυτικοί κοσμικιστές ανακήρυξαν τους εαυτούς τους ιδρυτικά μέλη της λέσχης των πολιτισμένων, οι ιδεολογικές ή συμπεριφορικές ανεπάρκειες, από τη σκοπιά της πλειοψηφίας, αυτής ή εκείνης της εβραϊκής ή χριστιανικής ομάδας δεν θίγουν ή δεν απειλούν την συμπερίληψη στον πολιτισμό των εν λόγω θρησκευτικών παραδόσεων στο σύνολό τους. [...] Οι Μουσουλμάνοι κάθε απόχρωσης, από την άλλη πλευρά, κατηγορούνται ότι ενθαρρύνουν, λόγω θρησκευτικής πεποίθησης, τις χειρότερες συμπεριφορές που εκδηλώνουν κάποιες ομάδες των ομοθρήσκων τους».
Επομένως, συμπεραίνει ο Μπούλιετ, αντιρρήσεις τέτοιου είδους «αποτελούν μάλλον ρητορικά τεχνάσματα με στόχο να βρουν το Ισλάμ ελλειμματικό παρά σοβαρά ερωτήματα».
Ο δυτικός πολιτισμός, στα σημερινά συμφραζόμενα, δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο με μια πλατιά έννοια (που περιλαμβάνει την Αμερική και την Ανατολική Ευρώπη), όμως στην ιστορική ανασκόπηση που επιχειρεί ο Μπούλιετ ο «χριστιανικός πολιτισμός» για τον οποίο γίνεται λόγος (ή αλλιώς «οι δυτικές απαρχές») αναφέρεται ρητά  στη Δυτική Ευρώπη.
«Το ιστορικό υπόβαθρο που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι η χριστιανική κοινωνία της Δυτικής Ευρώπης –όχι όλοι οι Χριστιανοί παντού– και η μουσουλμανική κοινωνία της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής –όχι όλοι οι Μουσουλμάνοι παντού– συνανήκουν σε έναν μοναδικό ιστορικό πολιτισμό είναι κάτι ευρύτερο από το ζήτημα της κειμενικής παράδοσης. Αυτή η ιστορική σχέση Χριστιανών-Μουσουλμάνων διαφέρει επίσης αισθητά από την ιστορική σχέση Εβραίων-Χριστιανών, η οποία περισσότερο συγκαλύπτεται παρά αναδεικνύεται στη φράση “ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός”. Οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι της Ευρώπης –κανείς δεν συμπεριλαμβάνει τους Εβραίους της Υεμένης ή τους Χριστιανούς της Αιθιοπίας στη συζήτηση των “δυτικών” απαρχών– μοιράζονται μια ιστορία συμβίωσης που ήταν συχνότερα τραγική παρά δημιουργική, η οποία κορυφώθηκε στον τρόμο του Ολοκαυτώματος. Η συμβίωση μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών της Δυτικής Ευρώπης υπήρξε πολύ λιγότερο σφοδρή. Ο όρος “ισλαμοχριστιανικός πολιτισμός” δεν δηλώνει τόσο την άνιση συμμετοχή σε έναν κοινό φυσικό, κοινωνικό και πολιτικό χώρο η οποία σφραγίζει τη σχέση Εβραίων-Χριστιανών στην Ευρώπη [...], όσο μια παρατεταμένη και μοιραία αλληλοσυμπλοκή δύο σιαμαίων κοινωνιών οι οποίες κυριάρχησαν σε γειτονικές γεωγραφικές περιοχές και ακολούθησαν παράλληλες ιστορικές τροχιές. Ούτε η μουσουλμανική ούτε η χριστιανική ιστορική διαδρομή μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς τον αμοιβαίο τους συσχετισμό. Ενώ ο “ιουδαιοχριστιανικός πολιτισμός” έχει τις ειδικές ιστορικές του ρίζες στο εσωτερικό της Ευρώπης και αποτελεί απάντηση στα καταστροφικά συμβάντα των προηγούμενων δύο αιώνων, ο “ισλαμοχριστανικός πολιτισμός” έχει διαφορετικές ιστορικές και γεωγραφικές ρίζες και διαφορετικές συνέπειες για τις σύγχρονες πολιτισμιακές μας αγωνίες».
Σε μια ανάλογη ιστορική οπτική, υπάρχουν «δύο ακόμα πολιτισμιακές συνδέσεις» που θα άξιζε να εξεταστούν με γόνιμο τρόπο: η πρώτη αφορά έναν «ιουδαιομουσουλμανικό πολιτισμό», ενώ η δεύτερη «θα γεφύρωνε το Ισλάμ με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό σε κάτι το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί “βυζαντινομουσουλμανικός πολιτισμός”». Αυτή τη συζήτηση όμως, λέει ο Μπούλιετ, «θα την αφήσω σε άλλα χέρια».

ط  ط  ط  ط  ط

Η νέα αφήγηση του Μπούλιετ, δηλ. η παράλληλη πραγμάτευση της πορείας του χριστιανικού και του ισλαμοχριστιανικού πολιτισμού ιδωμένων ενιαία, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου. Εδώ, θα προσπαθήσω να την παρουσιάσω συνοπτικά, επιμένοντας μόνο σε κάποια επιλεγμένα σημεία.
Όπως ο πρώιμος Χριστιανισμός, έτσι και το Ισλάμ διαδόθηκε σ’ έναν πληθυσμό με σχετικά ομοιογενή (ελληνορωμαϊκό) πολιτισμικό προσανατολισμό, τουλάχιστον στα ανώτερα κοινωνικά του στρώματα – έναν πληθυσμό που, επιπλέον, είχε γνωρίσει τη χριστιανική εμπειρία («οι μεγαλύτερες χριστιανικές κοινότητες της εποχής βρέθηκαν ξαφνικά κάτω από την κυριαρχία μουσουλμάνων ηγεμόνων»). Από την άλλη, στη λατινική Δύση, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (πέρα από την Ιταλία και ορισμένες περιοχές της Γαλλίας) στερούνταν αυτό τον εκχριστιανισμένο ελληνορωμαϊκό προσανατολισμό. Οι μεγάλες χριστιανικές κοινότητες της ανατολής που παρέμεναν κάτω από την εξουσία ενός χριστιανού ηγεμόνα (του βυζαντινού αυτοκράτορα) ξεκόπηκαν από τις εξελίξεις στη λατινική Δύση. Το έτος 711 (τη χρονιά που οι Άραβες εγκαταστάθηκαν στην Ιβηρική), οι Λατίνοι Χριστιανοί, όπως και οι Μουσουλμάνοι, άρχιζαν να διαδίδουν την πίστη τους «ξεκινώντας από μικρές εδαφικές και δημογραφικές βάσεις». Η διαφορά ήταν ότι, στα εδάφη του Χαλιφάτου, οι περισσότεροι μη μουσουλμάνοι ήταν ήδη προσανατολισμένοι σε μια μονοθεϊστική, κειμενική θρησκεία: «ομολογούσαν τον Χριστιανισμό ή τον Ιουδαϊσμό, στη μία ή στην άλλη μορφή τους», ενώ κι ο Ζωροαστρισμός στο Ιράν («βασικά μονοθεϊστικός, με καλά ανεπτυγμένη νομική και εκκλησιαστική δομή, βασίζοντας τις δοξασίες και τις παραδόσεις του σε ένα κανονικοποιημένο ιερό κείμενο») μπορεί να θεωρηθεί μια πίστη ανάλογη μ’ εκείνες των Λαών της Βίβλου. Τώρα, σε σχέση με τις διαδικασίες «εκχριστιανισμού» και «εξισλαμισμού» αντίστοιχα, ο Μπούλιετ επιχειρηματολογεί υπέρ μιας αργής και σταδιακής εξάπλωσης:
«Ωστόσο, μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, ιστορικοί του Χριστιανισμού και του Ισλάμ, εργαζόμενοι ξεχωριστά, τείνουν να ανασκευάσουν προηγούμενες υποθέσεις περί γρήγορου ρυθμού προσηλυτισμού. [Ο συγγραφέας έχει συνεισφέρει σ’ αυτό το ρεύμα με εργασίες γύρω από το μεσαιωνικό Ισλάμ.] Μουσουλμανικές και χριστιανικές αφηγήσεις της κατάκτησης, που είχαν κάποτε οδηγήσει τους ιστορικούς να πιστεύουν στον ακαριαίο προσηλυτισμό όσων επιβίωσαν στο πεδίο της μάχης και των κατακτημένων λαών, σήμερα γίνεται αντιληπτό ότι σηματοδοτούν, στην καλύτερη περίπτωση, την έναρξη διαδικασιών θρησκευτικής διείσδυσης οι οποίες χρειάστηκαν μερικές, ή πολλές, γενιές για να ολοκληρωθούν. [...] ...βασιλείς ή φυλετικοί αρχηγοί πείστηκαν ότι ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ ή στον Χριστιανισμό θα ήταν ωφέλιμος και αποδέχθηκαν την καινούργια πίστη για λογαριασμό των υπηκόων ή των μελών της φυλής τους, οι οποίοι δεν είχαν ιδέα περί του τι σήμαινε και ίσως δεν έμαθαν ποτέ ότι η επίσημη θρησκευτική τους ταυτότητα είχε αλλάξει. [...] Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ουσιαστικός προσηλυτισμός, δηλαδή ο προσηλυτισμός που συνεπαγόταν κάποια πραγματική κατανόηση της νέας θρησκείας, σε αντίθεση με την καταναγκαστική βάπτιση ή την επιβεβλημένη εκφώνηση μιας ομολογίας πίστεως στα αραβικά, οπωσδήποτε ξεκίνησε με πολύ μικρούς αριθμούς. Οι αγρότες στα γεωργικά χωριά, τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού σε όλη την επικράτεια προσηλυτισμού και των δύο πίστεων, μπορεί να πέρασαν γενεές μετά την πτώση του πολυθεϊστή αρχηγού τους από έναν χριστιανό βασιλιά, ή τη μεταβίβαση του στρατιωτικού ελέγχου σε μια νικηφόρα αραβική στρατιά, χωρίς πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση για τη νέα πίστη».
Το αποτέλεσμα ήταν ένα συγκεκριμένο ύφος στα πνευματικά πράγματα, με τις υποθέσεις της θρησκείας να περιστρέφονται γύρω από επισκόπους ή κυβερνήτες διορισμένους απ’ τους Χαλίφηδες. «Όταν μία πίστη ακολουθείτο αρχικά από έναν ηγεμόνα, τον στρατό και τους αξιωματούχους του, αλλά ήταν ακόμη ελάχιστα γνωστή, ή και γλωσσικά απρόσιτη, στη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της επικράτειας, πρώτη προτεραιότητα δινόταν στην εξυπηρέτηση των αναγκών της κυρίαρχης μειοψηφίας και στην απαξίωση, τον στιγματισμό ή την εξάλειψη των πρακτικών της πλειοψηφίας». Αυτή η αρνητική διάθεση εκφράστηκε με διαφορετικό τρόπο (ή σε διαφορετικό βαθμό) στις δύο περιοχές, όπως θα δούμε παρακάτω. Ας σημειώσουμε όμως πρώτα ένα κοινό στοιχείο: την προσήλωση σε μία μοναδική γλώσσα της θρησκείας – λατινικά στην Ευρώπη, αραβικά στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Αυτή εξηγείται από τον «ελιτίστικο» προσανατολισμό του θρησκευτικού ύφους της εποχής, αλλά και από την ανάγκη για ένα δεσμό ανάμεσα στις ελίτ αυτές στις αντίστοιχες, πολύ εκτεταμένες περιοχές. Καθώς εξελίσσονταν οι ρωμανικές γλώσσες και, στην άλλη όχθη, οι τοπικές διάλεκτοι της αραβικής, οι απλοί πιστοί είχαν όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες με τη γλώσσα των θρησκευτικών λειτουργών, και το πρόβλημα αυτό ήταν ακόμα εντονότερο σε χώρας όπου μιλιόντουσαν εντελώς διαφορετικές γλώσσες, όπως τα γερμανικά και τα περσικά. Ως προς την απαξίωση τώρα, οι μουσουλμάνοι ηγεμόνες πίεζαν με ποικίλους τρόπους τους οπαδούς των ανταγωνιστικών μονοθεϊστικών θρησκειών να εγκαταλείψουν την προγονική πίστη τους και να ενταχθούν στην ούμμα., στη μεγάλη μουσουλμανική κοινότητα – όμως αυτές οι ανταγωνιστικές θρησκείες δεν υποχρεώθηκαν ποτέ να περάσουν στην παρανομία και δεν υπήρξαν αληθινοί διωγμοί. Οι Χριστιανοί, απ’ την πλευρά τους, προσπαθούσαν να ξεριζώσουν εντελώς τον παγανισμό και τελικά τα κατάφεραν, με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα ένα μεγαλύτερο βαθμό θρησκευτικής ομοιογένειας στην Ευρώπη απ’ ό,τι στη Μέση Ανατολή. «Αλλά στη διαδικασία αυτή οι Χριστιανοί της Ευρώπης έμαθαν να χειρίζονται αποτελεσματικά το όπλο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας: απαγορεύσεις, διωγμοί, Ιερά Εξέταση, αφορισμοί και κατηγορίες για αίρεση». Σ’ αυτό το επίπεδο, λοιπόν, η διαφορετική αντιμετώπιση δεν αντανακλά τόσο κάποια διαφορετική κατανόηση της ανοχής, αλλά μάλλον ένα διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο των πληθυσμών που αποτελούσαν στόχο του προσηλυτισμού.
Από τον 9ο αιώνα και πέρα, με τη σταδιακή εξάπλωση της πίστης στον ευρύτερο πληθυσμό να αυξάνεται, αναπτύχθηκαν τόσο στη Δυτική Χριστιανοσύνη όσο και στο Ισλάμ σώματα εξειδικευμένων θρησκευτικών λειτουργών. Τυπικό τέτοιο σώμα, για την Ευρώπη αυτής της εποχής, είναι οι βενεδικτίνοι μοναχοί, ενώ στο Χαλιφάτο εμφανίστηκαν οι ουλεμάδες (ουλαμά), «κάτοχοι της θρησκευτικής γνώσης» που αναγνωρίζονταν ως αυθεντίες στη μουσουλμανική κληρονομιά και στην ερμηνεία του μουσουλμανικού νόμου. Οι ουλεμάδες, σε αντίθεση με τους μοναχούς, ζούσαν μια έντονη κοινωνική ζωή, παντρεύονταν κι έκαναν οικογένεια, χαραχτηρίζονταν τέλος από μεγάλη κινητικότητα. Το γεγονός αυτό καθρεφτίζει ίσως μια κοινωνική ζωή περισσότερο εστιασμένη στις πόλεις, σε σύγκριση με τη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο «παράλληλες εξελίξεις στη σφαίρα της εκπαίδευσης μείωσαν εντέλει αυτές τις διαφορές των κοινωνικών ρόλων». Στο Ισλάμ, από τον 11ο αιώνα και ύστερα, οι ανώτερες θρησκευτικές σπουδές οργανώνονται επίσημα στα ιεροσπουδαστήρια (μεντρεσέδες ή μάντρασα) και λίγο αργότερα εμφανίζεται ένας ανάλογος θεσμός στις ευρωπαϊκές πόλεις (πανεπιστήμια). «...και τα δύο είδη ιδρυμάτων προετοίμαζαν συστηματικά εξειδικευμένους θρησκευτικούς λειτουργούς για να παίξουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία. Αυτό δεν ήταν καινοτομία για το Ισλάμ, [...] αλλά για τη Λατινική Χριστιανοσύνη αντικατοπτρίζει την ανάπτυξη στον 13ο αιώνα νέων ιδεών περί του ρόλου της θρησκείας, που αντιπροσωπεύονταν από τα νέα τάγματα των κηρύκων, Δομινικανών και Φραγκισκανών, τα οποία κυριάρχησαν στην πανεπιστημιακή ζωή. Ο μονήρης βίος των μοναχών δεν έχασε την έλξη του, αλλά οι περισσότεροι απόφοιτοι πανεπιστημίων επεδίωκαν ενεργές σταδιοδρομίες που θα προσέφεραν καθοδήγηση στους πιστούς, μέσα σε κοινότητες οι οποίες ήταν τώρα σταθερά προσηλωμένες σε έναν χριστιανικό τρόπο ζωής. Έτσι ο χριστιανικός κλήρος, μολονότι διατηρούσε την αγαμία, άρχιζε να μοιάζει όλο και περισσότερο στους μουσουλμάνους ουλαμά ως αστική κοινωνική δύναμη».
Αλλά εκείνο που διαφοροποιούσε πιο αποφασιστικά τη Λατινική Χριστιανοσύνη ήταν η υιοθέτηση μιας ιεραρχικής εκκλησιαστικής δομής. Ο Χριστιανισμός είχε ξεπηδήσει μέσα από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και είχε οικειοποιηθεί τις διοικητικές της δομές – το σύστημα αυτό αποδείχτηκε τελικά αρκετά ανθεκτικό ώστε ν’ αντέξει στις (διασπαστικές) πολιτικές περιπέτειες της περιόδου αυτής. Και όχι μόνο άντεξε αλλά, από μια στιγμή και μετά («καθώς η χριστιανική κοινότητα της Δυτικής Ευρώπης αυξανόταν σε μέγεθος και ετερογένεια»), έτεινε να ενισχυθεί. «Ισχυροί Πάπες, σε συνασπισμό με μεταρρυθμιστές που ήθελαν να βελτιώσουν τη μοναστική οργάνωση και πειθαρχία, επέβαλαν τη μοναδική και αδιαμφισβήτητη αυθεντία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας». Αυτές οι συγκεντρωτικές προσπάθειες δημιούργησαν επανειλημμένες τριβές ανάμεσα σε ηγεμόνες και εκκλησιαστικούς αξιωματούχους. «Το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας, το οποίο όπως και το ισλαμικό του ομόλογο φιλοδοξούσε να είναι καθολικά περιεκτικό, ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με τις δικαιικές αξιώσεις των βασιλέων». Στην άλλη όχθη της Μεσογείου, δεν αναπτύχθηκε ποτέ μια συγκεντρωτική εκκλησιαστική ιεραρχία. Το Ισλάμ ήταν η θρησκεία του Χαλιφάτου, ενός κράτους κατάκτησης όπου πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι είχαν την τελευταία λέξη. Οι ουλεμάδες δεν μπόρεσαν (ίσως δεν αφέθηκαν συνειδητά) να δημιουργήσουν οργανωτικές δομές πέρα από ένα εντελώς τοπικό επίπεδο και δεν απείλησαν την εξουσία των ηγεμόνων. Σε αντιστάθμισμα, απόλαυσαν μια αξιοσημείωτη δογματική ελευθερία, ενώ πέτυχαν να κατοχυρωθούν ως οι ερμηνευτές του ιερού νόμου (σαρία). Η δυτική εκκλησιαστική ιεραρχία υιοθέτησε, απεναντίας, μια στρατηγική της σύγκρουσης που, ωστόσο, αποδείχτηκε τελικά λιγότερο πετυχημένη:
«Μολονότι η Καθολική Εκκλησία αντιστάθηκε πιο τολμηρά στις αξιώσεις των κοσμικών ηγεμόνων απ’ ό,τι οι ουλαμά, μακροπρόθεσμα οι ουλαμάπροστάτευσαν αποτελεσματικότερα τον ρόλο τους ως ερμηνευτών του νόμου. Σε πολλές περιστάσεις κάμφθηκαν από την ακαταμάχητη δύναμη ενός ηγεμόνα, πάντα όμως επέμειναν να επανεπικυρωθεί θεωρητικά η υποταγή του ηγεμόνα στις εντολές του Θεού. Οι Πάπες, απεναντίας, συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με ισχυρούς χριστιανούς ηγεμόνες σε μία σειρά σκληρών αναμετρήσεων, και τελικώς αναγκάστηκαν να συναινέσουν στη διαρκή επέκταση του βασιλικού δικαίου».
Οι Σταυροφορίες (που σημαδεύουν το πέρασμα στους μέσους αιώνες του ισλαμοχριστιανικού πολιτισμού, σύμφωνα με την περιοδολόγηση του Μπούλιετ) έφεραν σε άμεση επαφή τη, μέχρι τότε μάλλον εσωστρεφή, Δύση με το Ισλάμ. Εδώ θέλω ν’ ανοίξω μια παρένθεση: παρότι δε χωράει αμφιβολία για τις αρπαχτικές διαθέσεις των σταυροφόρων, νομίζω ότι είναι καταχρηστικό να ταυτίζονται οι Σταυροφορίες με την Αποικιοκρατία. Η πρώτη χτυπητή διαφορά είναι ότι οι Σταυροφόροι νικήθηκαν στρατιωτικά, και μάλιστα σχετικά γρήγορα: μόλις 88 χρόνια χωρίζουν την άλωση της Ιερουσαλήμ από την ανακατάληψή της από το Σαλαντίν (1187). Σταυροφορικά κράτη συνέχισαν να υπάρχουν, ολοένα και πιο αδύναμα και συρρικνωμένα, για έναν ακόμα αιώνα (πτώση της Άκρας το 1291), όμως ακόμα και τη στιγμή της μεγαλύτερης ακμής τους δεν μπόρεσαν να καταλάβουν παρά ένα ελάχιστο κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου (ουσιαστικά μόνο τη συροπαλαιστινιακή ακτή). Πολλοί χριστιανοί ηγέτες έτρεφαν σαφώς αποικιοκρατικές (με τη μεταγενέστερη έννοια) βλέψεις και σκόρπισαν τον όλεθρο στους πληθυσμούς που βρέθηκαν στο έλεός τους, μακροπρόθεσμα όμως δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν ούτε την πολιτισμική σύνθεση ούτε τον κοινωνικό ιστό των κατακτημένων χωρών, πόσο μάλλον της ευρύτερης περιοχής (αυτή η αλλοίωση –συχνά ευφημισμός για την ολοκληρωτική καταστροφή– αποτελεί, θαρρώ, το βασικότερο γνώρισμα της μεταγενέστερης Αποικιοκρατίας). «Από τη μεριά των Αράβων» (για να οικειοποιηθώ τον τίτλο, αλλά όχι και την οπτική, ενός γνωστού βιβλίου), οι Σταυροφορίες ήταν μια «βαρβαρική» επιδρομή, ιδιαίτερα σφοδρή μεν αλλά που οι επιπτώσεις της δεν μπορούν στο ελάχιστο να συγκριθούν μ’ εκείνες  των μογγολικών επιδρομών. Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία θέλησε, πολύ αργότερα, να θεωρήσει τις Σταυροφορίες προοίμιο της Αποικιοκρατίας, επιδιώκοντας προφανώς να συνδέσει με ιπποτικά κι «ευγενικά» κίνητρα (στις Σταυροφορίες, ο θρησκευτικός ζήλος είχε παίξει τουλάχιστον τόσο ρόλο όσο και η συμφεροντολογική υποκρισία) τις μεταγενέστερες περιπέτειες του γαλλικού, ιδιαίτερα, ιμπεριαλισμού. Οι εχθροί του ιμπεριαλισμού, ακόμα αργότερα, οικειοποιήθηκαν την οπτική αυτή, απλώς αντιστρέφοντάς την – όσο κι αν συμμερίζομαι κατά μεγάλο μέρος τους στόχους τους, δεν μπορώ να μη διαφωνώ με τη συγκεκριμένη συλλογιστική τους. Κάπου εδώ κλείνει η παρέκβαση, που δεν πρέπει να θεωρηθεί εντελώς άκαιρη αν τυχόν βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα τον εκτεταμένο πολιτισμικό δανεισμό, εκ μέρους των δυτικών, που οδήγησε ουσιαστικά «τη λατινική Ευρώπη σε ένα νέο και απέραντα καρποφόρο μονοπάτι ανάπτυξης».
Αυτή η για καιρό παραγνωρισμένη πλευρά των Σταυροφοριών («το μεγαλύτερο μέρος των πολιτισμικών επαφών που έλαβαν χώρα αυτή την περίοδο οφειλόταν σε ειρηνικές δραστηριότητες») παραμένει και σήμερα περιορισμένη σ’ ένα δεύτερο επίπεδο κατά τον Μπούλιετ, ο οποίος διαπιστώνει επιπλέον μιαν ακόμα «παγιωμένη μεροληψία»: «οτιδήποτε συνέβη στο εσωτερικό της Χριστιανοσύνης θεωρείται μεταξύ μας υπόθεση (entre nous) και οτιδήποτε προήλθε από μη χριστιανικές πηγές θεωρείται επαφή με τον Άλλο».
Η έμφαση που θέτει η καθιερωμένη αφήγηση αυτής της περιόδου στην επίσημη «πολιτική» ιστορία (μάχες, συγκρούσεις, συμμαχίες, κλπ) δεν έχει σκιάσει μόνο τις γόνιμες πολιτισμικές ανταλλαγές αλλά έχει επίσης «συσκοτίσει τις παράλληλες εξελίξεις στην κοινωνική και τη θρησκευτική σφαίρα στις δύο πλευρές της Μεσογείου»:
«Αναφέραμε ήδη τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια τα οποία εμφανίστηκαν στα τέλη του 12ου αιώνα κατά τρόπο που έμοιαζε πολύ με την ελαφρώς πρωιμότερη ανάπτυξη των μουσουλμανικών μάντρασα. [...] Από τη χριστιανική πλευρά, τα πανεπιστήμια είχαν πολύ μεγαλύτερη επίδραση επειδή μετέφεραν το κέντρο της θρησκευτικής μάθησης από τον περίκλειστο χώρο της μονής στις πόλεις [...] Αυτή η κίνηση από το μοναστήρι στην ευρύτερη κοινωνία ήταν σύμπτωμα μιας ανάγκης, που άρχιζε μόλις να γίνεται αισθητή, για μεγαλύτερη προσφορά θρησκευτικών υπηρεσιών προς τη λαϊκή βάση του εκκλησιάσματος. Η εμβάθυνση της χριστιανικής ταυτότητας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, αστικά και αγροτικά, η οποία γίνεται φανερή από τον 12ο αιώνα και μετά, υπήρξε παράλληλη με ένα ταυτόσημο ρεύμα στη μουσουλμανική κοινωνία. Οι πιέσεις που συνόδευαν αυτή την κλιμάκωση της μακράς, αργής διαδικασίας προσηλυτισμού –προσηλυτισμού των ψυχών και των πνευμάτων και όχι απλώς υιοθέτηση μιας ονομαστικής ταυτότητας– έθεταν μουσουλμάνους και χριστιανούς θρησκευτικούς λειτουργούς απέναντι σε παρόμοιες προκλήσεις». 
Οι τάσεις αυτές εκφράστηκαν με μια σειρά από λαϊκά θρησκευτικά κινήματα, ξεκινώντας από τις Βεγουίνες και τους Βεγάρδους, που γνώρισαν πρωτοφανή διάδοση. Μολονότι η αντίδραση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας έχει, εκ των υστέρων, τσουβαλιάσει όλα αυτά τα κινήματα κάτω από την ετικέτα των «αιρέσεων», η λέξη μοιάζει ιδιαίτερα μεροληπτική και ακατάλληλη για να εκφράσει τον πλούτο των βιωμάτων με τα οποία μεγάλες μάζες θέλησαν να συμμετέχουν, ίσως για πρώτη φορά ενεργητικά, στη χριστιανική πίστη:
«Κάποια [κινήματα] είχαν σαν επίκεντρο ανθρώπους του λαού οι οποίοι ζούσαν ευλαβή ζωή, είτε μεμονωμένα είτε ομαδικά. Κάποια ενθάρρυναν τον μυστικισμό. Κάποια αφιερώθηκαν στην πενία. Κάποια κήρυσσαν στις τοπικές γλώσσες και μετέφρασαν τη Βίβλο σε έναν λόγο που ο απλός λαός μπορούσε να καταλάβει. Κάποια ήταν φιλειρηνικά. Κάποια έγιναν επιθετικά μετά τις εκκλησιαστικές διώξεις. Όλα, ωστόσο, προκάλεσαν την οργή της Καθολικής Εκκλησίας και ένιωσαν πάνω τους το κεντρί του διωγμού».
Στο Ισλάμ, οι ίδιες πιέσεις γέννησαν παρόμοιες τάσεις: την ίδια ακριβώς εποχή γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη οι σουφικές αδελφότητες: 
«Το ήθος του Σουφισμού [...] μοιάζει εντυπωσιακά με το ήθος των παράλληλων κινημάτων στα πλαίσια της Λατινικής Χριστιανοσύνης. Κοινοτική αφοσίωση, πενία ως έκφραση της απόσπασης από τα εγκόσμια, μυστικισμός, χρήση των λαϊκών ιδιωμάτων, οργανώσεις με έδρα τις πόλεις αλλά οι οποίες διείσδυαν σε αγροτικές περιοχές και υιοθέτηση τοπικών αγίων ως ηθικών προτύπων στη θέση των όλο και πιο νομικιστικά προσανατολισμένων ουλαμά/κλήρου, ήταν μερικά από τα συγκεκριμένα παράλληλα γνωρίσματά τους».
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, στάθηκε αρκετά διαφορετικό. Η αντίδραση των κατεστημένων μουσουλμανικών δυνάμεων ήταν ανάλογη με κείνη της χριστιανικής ιεραρχίας και θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλης κλίμακας διωγμούς, όμως οι πολέμιοι του Σουφισμού δεν είχαν στη διάθεσή τους μια ανάλογη παράδοση προσδιορισμού και εξολόθρευσης των αιρετικών, ούτε «μια οργανωτική δομή κατάλληλη για την εφαρμογή διώξεων». Πέρα λοιπόν από κάποια μεμονωμένα επεισόδια καταστολής, ο Σουφισμός μπόρεσε όχι μόνο να επιβιώσει ειρηνικά αλλά και να γίνει «η κύρια εστία της λαϊκής μουσουλμανικής ευσέβειας». Στη Λατινική Χριστιανοσύνη, απεναντίας,
«η σύγκρουση ανάμεσα στις κατεστημένες δομές και ιεραρχίες και τις νέες μορφές θρησκευτικής αναζήτησης και έκφρασης γέννησαν αυξανόμενες τριβές ανάμεσα στο 1100 και το 1500, με τελική κορύφωση την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Στο Ισλάμ, η συγκριτικά αδύναμη θεσμική δομή των ουλαμάδεν μπορούσε να ανασχέσει τα νέα πνευματικά ρεύματα. Εκεί που η Χριστιανοσύνη στεκόταν άκαμπτη και εν συνεχεία ράγισε στα δύο, το Ισλάμ λύγιζε και αφομοίωνε. [...] Αξίζει να παρατηρηθούν ιδιαίτερα οι νομικές συνέπειες των διαφορών μεταξύ μουσουλμανικών και χριστιανικών απαντήσεων στις νέες πνευματικές ανάγκες. Ο κατακερματισμός της χριστιανικής ενότητας κορυφώθηκε σε γενιές ασυνήθιστα άγριων πολέμων μεταξύ Προτεσταντών και Καθολικών. Οι ανταγωνιζόμενες αξιώσεις του κανονικού δικαίου και του βασιλικού δικαίου τους προηγούμενους αιώνες είχαν στήσει το σκηνικό για την έκφραση των εκκλησιαστικών διαφωνιών με νομικούς όρους. Στη διάρκεια της Μεταρρύθμισης, η υποστήριξη είτε της Καθολικής είτε της Προτεσταντικής υπόθεσης έγινε αναπόσπαστο μέρος της βασιλικής εξουσίας. Κήρυκες και λιβελλογράφοι και από τις δύο πλευρές καταφέρονταν εναντίον των εχθρών τους και παρακινούσαν τους πιστούς σε σφαγή. Η Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648 έθεσε τέλος στους χειρότερους αλληλοσκοτωμούς. Τη στιγμή όμως που ο θρησκευτικός ζήλος εξαντλήθηκε, μεγάλο μέρος του δυτικοευρωπαϊκού πληθυσμού είχε αφανιστεί και οι ακόμα ανοιχτές πληγές ενίσχυαν την αυξανόμενη πεποίθηση πως η κρατική εξουσία ποτέ πλέον δεν θα έπρεπε να τεθεί στη διάθεση του θρησκευτικού φανατισμού».
Από εδώ ακριβώς, από τους θρησκευτικούς πολέμους, πηγάζει η ιδέα του χωρισμού εκκλησίας και κράτους – που οι δυτικοί κοσμικιστές προβάλλουν σαν πάγια λύση. Η άποψή τους είναι εύλογη σε σχέση με την ευρωπαϊκή ιστορία («Πήραμε το μάθημά μας»), όμως, κατά τον Μπούλιετ πάντα, δεν μπορεί να έχει το ίδιο νόημα στο Ισλάμ.
Το πέρασμα στην όψιμη εποχή του ισλαμοχριστιανικού πολιτισμού (στους «ύστερους αιώνες») σημαδεύεται από κάποια «τυχαία ιστορικά συμβάντα» με συνέπειες που έφτασαν πολύ μακριά: «μία σειρά μογγολικών και τουρκικών επιδρομών εξέθεσε τη μουσουλμανική Μέση Ανατολή σε νέες επιρροές από την Κεντρική Ασία και την Κίνα, ενώ ανάμεσα στο 1400 και το 1500 μία σειρά ναυτικών ανακαλύψεων άνοιξαν το ευρωπαϊκό μάτι σε εξωτικούς νέους κόσμους στην Αφρική, στην Ασία και στο δυτικό ημισφαίριο».
Συντομεύοντας, θα σταθούμε μόνο σε μια συνέπεια αυτών των ανοιγμάτων, στην προσηλυτιστική επέκταση: «η κοινή επιτυχία Ισλάμ και Χριστιανισμού στο να καταστούν παγκόσμια(ες) θρησκεία(ες) τους τελευταίους πέντε αιώνες είναι τόσο εντυπωσιακό ιστορικό φαινόμενο όσο και ο παγκόσμιος θρίαμβος του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού». Σε σχέση μ’ αυτό το φαινόμενο, λέει ο Μπούλιετ, ας δοκιμάσουμε μια σύγκριση: ας εξετάσουμε πρώτα «τι ποσοστό της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας αποτελούν σήμερα οι απόγονοι των λαών που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ μεταξύ 1500 και 1900. Η απάντηση θα ξεπερνά οπωσδήποτε το 50%: το Μπαγκλαντές, η Μαλαισία και η Ινδονησία σχεδόν στο σύνολό τους, τεράστιες ομάδες υποσαχάριων Αφρικανών, η πλειονότητα των Μουσουλμάνων του Πακιστάν, της Ινδίας και της Κίνας, υπολογίσιμοι πληθυσμοί στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία». Μια ανάλογη εξέταση για τον Χριστιανισμό θα έδινε ένα ποσοστό χαμηλότερο του 20%, που θα έπεφτε ακόμα παρακάτω αν εξαιρούσαμε τις περιοχές εκείνες (Αμερικές, Ωκεανία) όπου οι ευρωπαίοι Χριστιανοί δεν συνάντησαν κάποιες συναγωνίσιμα ανεπτυγμένες θρησκείες, ούτε βέβαια το μουσουλμανικό ανταγωνισμό. «Στον μεγάλο αφρο-ευρασιατικό εδαφικό πυρήνα και στην προέκτασή του της Νοτιοανατολικής Ασίας, ευρωπαϊκός Χριστιανισμός και Ισλάμ αγωνίστηκαν στήθος με στήθος για τις ψυχές των ιθαγενών λαών, και το Ισλάμ αναμφισβήτητα νίκησε». Βέβαια, συνεχίζει, κανείς σήμερα δεν μετρά την επιτυχία με αυτό τον τρόπο. Ένας κυνικός παρατηρητής, πάντως, «θα μπορούσε να υποδείξει πως οι ευρωπαίοι Χριστιανοί ευχαρίστως εξίσωναν την εξάπλωση της πίστης τους με τη διάδοση του πολιτισμού μέχρι το σημείο που έγινε φανερό ότι η πίστη τους δεν εξαπλωνόταν πλέον πολύ αποτελεσματικά, και τότε υιοθέτησαν ένα διαφορετικό σύνολο πολιτισμιακών ενδείξεων: μίλια σιδηροδρομικών γραμμών, βιομηχανική παραγωγή, στρατιωτική ισχύς, μέγεθος της αυτοκρατορίας, κοκ». Πριν φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο,
«οι ευρωπαίοι μονάρχες διατυμπάνιζαν την πρόθεσή τους να εκχριστιανίσουν τον κόσμο, αλλά επεδίωκαν λυσσαλέα την οικονομική και στρατιωτική ισχύ. Μουσουλμάνοι ηγεμόνες στη Μέση Ανατολή, στη Βόρειο Αφρική και στην Ινδία [...] πάσχιζαν σοβαρά να δημιουργήσουν πλούσιες και ισχυρές χερσαίες αυτοκρατορίες, αλλά μόνο σποραδικά σκέπτονταν να προσηλυτίσουν τους υποτελείς τους λαούς στο Ισλάμ».
Είναι άραγε σύμπτωση το ότι ο Χριστιανισμός, έχοντας την πολιτική και οικονομική στήριξη ισχυρών ηγεμόνων, σημείωσε μικρότερη πρόοδο στον προσηλυτισμό σε σύγκριση με τις ανεπίσημες προσπάθειες μουσουλμάνων εμπόρων και ταξιδιωτών; Βέβαια, από μια στιγμή και μετά, η ίδια η ισχύς των χριστιανικών δυνάμεων αποτελούσε βαρίδι κι όχι πλεονέχτημα για την πνευματική ακτινοβολία του Χριστιανισμού, καθώς ταυτιζόταν (διόλου άδικα) με την αποικιοκρατία. Σε πολλές περιοχές το Ισλάμ πρόκοβε ακριβώς επειδή αποτελούσε «μια ισχυρή εναλλακτική στον Χριστιανισμό, τον οποίον υποστήριζαν οι ιμπεριαλιστές. Αν ο ιμπεριαλισμός ήταν μια μορφή ξένης τυραννίας, το Ισλάμ, αταλάντευτο στο όραμά του για μια οικουμενική ηθική και νομική τάξη, γινόταν όλο και περισσότερο προμαχώνας της αντίστασης στην τυραννία».
Η νέα αφήγηση του Μπούλιετ αφήνει απ’ έξω τους δύο τελευταίους αιώνες – ασφαλώς επειδή αυτοί αποτελούν το αντικείμενο του επόμενου, δεύτερου κεφαλαίου, έστω κι αν εκεί εξετάζονται από μια ειδικότερη σκοπιά. Καταλήγοντας, ο Μπούλιετ αναρωτιέται πόσο διαφορετικές είναι σήμερα η δυτική και η μουσουλμανική κοινωνία. Για την αντιπαραβολή αυτή, η Δύση εκπροσωπείται από τις ΗΠΑ – τη χώρα που τόσο για τους περισσότερους δυτικούς, πόσο μάλλον για τους ίδιους τους Αμερικάνους, όσο και για τους περισσότερους Μουσουλμάνους αποτελεί την επιτομή της δυτικής κοινωνίας (δήλωση που γίνεται με διαφορετική διάθεση από τα δύο μέρη).
«...μια σημαντική μερίδα (κάπου 12 με 15%) των Μουσουλμάνων σε πολλές χώρες θα ήθελαν να δουν ισλαμικές κυβερνήσεις να επιβάλλουν και να εφαρμόζουν μια ορισμένη ηθική και συμπεριφορική τάξη, την οποία θεωρούν αναπόσπαστο μέρος της μουσουλμανικής τους ταυτότητας. Ένα άλλο ποσοστό, του ίδιου περίπου μεγέθους ή ίσως λίγο μικρότερο, θα ήθελε να ζει σε μια ουσιαστικά κοσμική κοινωνία και να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα με ιδιωτικό τρόπο. Οι δύο αυτές μειονότητες περιφρονούν η μία την άλλη και ανταγωνίζονται για επιρροή στη λιγότερο ιδεολογικοποιημένη πλειοψηφία».
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη:
«...μια σημαντική μειοψηφία, που απαρτίζεται από συντηρητικούς Χριστιανούς της ενδοχώρας, πιέζει δημόσια την κυβέρνηση να επιβάλει τους θρησκευτικής εμπνεύσεως ηθικούς της κανόνες στο σύνολο της χώρας. Μια άλλη μειοψηφία, τα σφυροκοπημένα υπολείμματα του αμερικανικού φιλελευθερισμού και στις δύο ακτές, αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως θεματοφύλακες των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τις οποίες εγγυάται το Σύνταγμα αλλά απειλούνται από τη “Θρησκευτική Δεξιά”. Οι δύο μειοψηφίες περιφρονούν η μία την άλλη και ανταγωνίζονται για επιρροή στην υπολειπόμενη πλειοψηφία. [...] οι αμερικανοί σχολιαστές του Ισλάμ εκλαμβάνουν τους στρατευμένους Μουσουλμάνους ως δεσπόζουσα φωνή στον ισλαμικό κόσμο και σπανίως αναγνωρίζουν την παρουσία φιλελεύθερων πνευμάτων εκεί. Την ίδια στιγμή, χαρακτηρίζουν την αμερικανική “Θρησκευτική Δεξιά” ως κάτι εντελώς διαφορετικό: είτε μια ηθική δύναμη υπέρ του καλού, αν ανήκουν στο συγκεκριμένο στρατόπεδο, είτε ένα ανώμαλο και αντιδημοκρατικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί. Οι μουσουλμάνοι σχολιαστές, από την άλλη πλευρά, τόσο οι στρατευμένοι όσο και κοσμικοί, βλέπουν την Αμερική σαν μια κοσμική χώρα της αμαρτίας, του εμπορίου και της ρηχότητας και δείχνουν να αγνοούν πλήρως τα θαυμάσια χαρίσματα που οι περισσότεροι Αμερικανοί εκδηλώνουν στην καθημερινή τους ζωή. Ούτε οι θρησκευόμενοι ούτε οι κοσμικοί Μουσουλμάνοι βλέπουν με καλό μάτι την αμερικανική “Θρησκευτική Δεξιά”, ιδίως υπό το πρίσμα του πρόσφατου ειδυλλίου της με τον Σιωνισμό. Όσο για τις δικές τους κοινωνίες, οι φιλελεύθεροι Μουσουλμάνοι αποδοκιμάζουν τη θρησκευτική στράτευση και εύχονται την εξάλειψή της, ενώ οι στρατευμένοι Μουσουλμάνοι βλέπουν τους δικούς τους φιλελεύθερους ως πράκτορες της αμερικανικής επιρροής ή συνενόχους δικτατοριών».
Κανείς όμως «δεν είναι προετοιμασμένος να αναγνωρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη». Ο Μπούλιετ κλείνει το κεφάλαιο με μια έκκληση προς τους συμπατριώτες του να μετατρέψουν «μια επονείδιστη μέρα τραγωδίας σε ιστορική ευκαιρία κοινωνικής και θρησκευτικής διεύρυνσης και ενσωμάτωσης».

Ν.Κ., Οχτώβρης MMVI

 

Σημείωση: Το βιβλίο του Μπούλιετ, που ήδη έχει κυκλοφορήσει τουλάχιστον στα γαλλικά και τα ιταλικά, πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα και στη χώρα μας, σε μετάφραση Φώτη Τερζάκη. Από αυτή τη μετάφραση αντλώ τα αποσπάσματα που παραθέτω εδώ. Ένα δεύτερο μέρος του κειμένου αυτού θα παρουσιάσει, πιο περιληπτικά πάντως, τα υπόλοιπα τρία κεφάλαια του έργου.

Νίκος Κούρκουλος

ABOUT | CONTACT | ARCHIVES | BOOKS | LINKS | NEWS&TIPS|

Creative Commons License
This work is licensed under a Creative Commons License.