BOOKWORMS 2
BOOK LOVERS

 

Το αλκοολικό πυριτιδοποιείο

ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ: «Ο Αλκοολικός»
(John Barleycorn - Alcoholic Memoirs)
Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Μετάφραση και πρόλογος: Γιώργος Γιάνναρης

 

(Για τον John Barleycorn, 18ος αι.
Ο John Barleycorn ως προσωποποίηση του αλκοόλ)
«Then let us toast John Barleycorn,
Each man a glass in hand;
And may his great posterity
Ne’er fail in old Scotland».

Η τακτική μου είναι πάγια: Όσο σκέπτομαι να γράψω για κάποιο βιβλίο ή με αφορμή κάποιο βιβλίο, πάντα αφήνομαι -στην αρχή σχεδόν ολοκληρωτικά- στη λειτουργία τής διαίσθησης: Όπως ρίχνω μερικές ζαριές την ημέρα με τα ζάρια που έχω στην τσάντα μου, με σκοπό να υπενθυμίζω στον εαυτό μου τη δραστικότητα της τύχης, έτσι και πριν ξεκινήσω να ασχολούμαι με ένα βιβλίο αποσυντονίζω την εσωτερική μου πυξίδα και αποσύρω από τη βιβλιοθήκη μου κάποια βιβλία που συχνά επικοινωνούν με το κείμενο με το οποίο θα ασχοληθώ. Ήθελα λοιπόν να ξαναδιαβάσω τον Αλκοολικό τού Τζακ Λόντον και έπιασα γι’ αυτό τον Γιώργο Μακρή και τις συνεντεύξεις τού Νίκου Καρούζου. Και γιατί ο Αλκοολικός; Αφενός γιατί υπήρξε παλιά ανάμνηση και αφετέρου γιατί η... απορύθμιση των μηχανών ανέκαθεν με απασχολούσε, όπως και αυτή των αισθήσεων.

Βάζοντας λοιπόν σε λειτουργία το ναρκαλιευτικό μου, στον Γιώργο Μακρή θυμήθηκα μια επιστολή που είχε στείλει στα «ΝΕΑ» τον Οκτώβριο του 1965 με αφορμή ένα δημοσίευμα της εφημερίδας με τίτλο «Αυστηρά μέτρα κατά του αλκοολισμού στη Ρωσία» το οποίο υπέγραφε ο εισαγγελέας της Μόσχας Μ. Μαλκώφ. Ο Μακρής σε αυτή την επιστολή διατυπώνει τις αντιρρήσεις του για τον επίτιτλο του δημοσιεύματος που ήταν «Αποδιοπομπαίοι της κοινωνίας» και για το σχόλιο του εισαγγελέα ότι οι αλκοολικοί είναι περιττό βάρος για τον ανθρωπισμό μας, θεωρώντας ο ίδιος ο Μακρής ότι α) η απαγορευτική στάση απέναντι σε οποιαδήποτε παρόρμηση είναι μία από τις μεγαλύτερες μάστιγες της ανθρωπότητας, ίσως μεγαλύτερη κι απ’ ό,τι διατείνεται ότι θεραπεύει τιμωρώντας και β) σωστή στάση θα ήταν να κοιταχθεί αν η όψη του κόσμου είναι τέτοια ώστε τα αίτια μιας παρηγορητικής φυγής σαν τον αλκοολισμό, να εκλείψουν βαθμιαία. Για τον Μακρή η ύπαρξη του αλκοολισμού υποδηλώνει κιόλας ένα ποσοστό ανθρωπιστικής κρίσης, η τιμωρός κοινωνία χειροτερεύει την κατάσταση και η βίαιη θεραπεία των αλκοολικών δεν εξαλείφει τα αίτια του αλκοολισμού, πείθοντάς τους ότι ο κόσμος είναι παραδεισιακός ή ο σοσιαλισμός πηγή ευτυχίας ή ότι ο εισαγγελικός πολιτισμός αίρει την αποξένωση. Σκέψεις που σήμερα αποτελούν κοινό τόπο και ταυτόχρονα πρελούδιο στο κοίταγμα του κειμένου του Λόντον.

Στον Καρούζο τού 1985, ξανακοίταξα κάποιες επιπλέον ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις που επικοινωνούν υπόγεια με τον Αλκοολικό. Βρήκα την έννοια της αυτοκαταστροφικής πλευράς του ανθρώπου, το σκοινί δηλαδή που έπνιξε και τον ίδιο: Αλίμονο αν τη ζωή σου την αντιμετωπίζεις σαν εικόνισμα. Δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος μεγάλης ποιητικής έντασης τότε. Δηλαδή το να πεις ότι ο Baudelaire ήταν χασισοπότης είναι παράσημο. Από τον ίδιο πάλι κρατάω την άποψή του για την ιδιότητα του αλκοόλ να διαστέλλει τον χρόνο, να σου δημιουργεί την αίσθηση ότι είσαι ένα ανυπεράσπιστο παιδί που έχει τη δυνατότητα της μέθης, όπως και ο θεός, και ταυτόχρονα την αίσθηση ότι χαλαρώνεται το λουρί της αιχμαλωσίας μας, να αισθάνεσαι δηλαδή σαν ένας σκύλος με μια ακτίνα ελευθερίας. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να μην αναρτήσω, να μην μνημονεύσω τη θέση του για τη διάσταση της υπερβολής, καθώς κι ο νιτσεϊκός Λόντον σε όλο το γνωστό σε εμένα έργο του, δεν κάνει παρά συνεχείς υπερβάσεις, συνεχή άλματα με όργανο τη δύναμη της θέλησης και στόχο την επιβίωση απέναντι σε αδιέξοδες συνθήκες: Οι υπερβολές που λαμπρύνουν τη ζωή είναι πάρα πολλές... όλες αυτές οι υπερβολές είναι λάμψεις. Κι αυτό, νομίζω, είναι που μας φανερώνει τα όρια ή καλύτερα τα αδιέξοδα της ζωής. Γιατί η ζωή έχει αδιέξοδο, ένα μεγάλο αδιέξοδο, το θάνατο. Το αδιέξοδο αυτό, που είναι ο θάνατος, προκαλεί μια σειρά άλλων αδιεξόδων στη ζωή. Για να τα συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος τα αδιέξοδα πρέπει να φτάσει στην άκρη. Και τούτο σημαίνει να κάνει υπερβολική ζωή. Και η διάσταση της  υπερβολής είναι αυτή που κάνει λαμπερή τη ζωή. Δίνει μια αινιγματική λαμπρότητα στη ζωή.

Τον Λόντον τον γνώρισα πολύ νωρίς μέσω του συγκλονιστικού Θαλασσόλυκου. (Πολλά βιβλία μάς χάρισε ο Ζαχαρόπουλος και πρέπει να το ομολογήσουμε, πολλά που, αν δεν τα έβγαζε στις μικρές του εκδόσεις, δεν θα είχαμε γνωρίσει μια μεγάλη σειρά συγγραφέων). Η περιπέτεια, το δάγκωμα του καρπού της ζωής στο αδύναμο σημείο του, το πείσμα του ανθρώπου να επιπλεύσει, η πάλη του με τη βίαιη πλευρά του πολιτισμού και η δραπέτευσή του, η σωματική και ψυχική περιπλάνηση και κυρίως η ηρωικά μάταιη σύγκρουση της βούλησης του ανθρώπου με τη φθορά ήταν εκείνα τα στοιχεία που με τράβηξαν στα κείμενα του Λόντον. Έβρισκα σε αυτά λίγο τον Νίτσε, λίγο τον Καζαντζάκη και αργότερα συναντούσα τον μεγαλοπρεπή Σικελιανό που έστριβε από τη γωνία, διαλαλώντας την αποδοχή της ζωής, την κατάφαση απέναντι στο τραυματισμένο  θαύμα τής ύπαρξης.

 

«...μόνο στα μπαρ έβρισκα άνεση.
Τη στιγμή που θα ‘μπαινα σ’ ένα μπαρ,
 η πόλη πια μου ήταν γνωστή».


Ο αναγνώστης των εύκολων λύσεων, τον Αλκοολικό ενδέχεται να τον ξαναβάλει στο ράφι της βιβλιοθήκης απ’ όπου τον πήρε. Είναι συχνά το διδακτικό ύφος, οι παραινέσεις, ο ηθικολογικός χρωματισμός της φωνής του Λόντον και σε κάποιες περιπτώσεις ο εξομολογητικός τόνος που μοιάζουν παλιομοδίτικα, φέρνοντας στην επιφάνεια μια παλαιότερη συγγραφική αισθητική. Αντίθετα, αν επιμείνεις και συνεχίσεις την ανάγνωση του βιβλίου, θα διατρέξεις όλη την αγωνιώδη προσπάθεια του συγγραφέα να αποτινάξει από επάνω του το βάρος του αλκοολισμού. Ουσιαστικά, το βιβλίο αποτελεί την καταγραφή της πορείας του μεθυσμένου OrientExpress μέσα στο σπήλαιο του τρόμου, στο σπήλαιο του αλκοολισμού. Είναι το ημερολόγιο των αναθυμιάσεων του αλκοόλ. Αν για τον Πρόξενο στο Κάτω από το ηφαίστειο, η αλκοολική διψομανία, που οδηγούσε αναπόδραστα στην ατομική καταστροφή, μπορεί στο τέλος να αποδεικνυόταν πως περιείχε ένα κάποιο στοιχείο θριάμβου, για τον Λόντον αντίθετα η ίδια δίψα δεν περιέχει τίποτα το φωτεινό, αντίθετα είναι ο προθάλαμος της επερχόμενης πτώσης. Ο Αλκοολικός του Τζακ Λόντον είναι ένα παράξενα μεικτό είδος λογοτεχνήματος: Εξομολόγηση για να λυτρωθεί ο συγγραφέας από ενοχές, αυτοβιογραφία για προσωπική του ικανοποίηση, τεκμήριο διαμαρτυρίας για τα δικαιώματα των προλετάριων της Αμερικής, κοινωνιολογικό δοκίμιο γύρω από τον κόσμο του λιμανιού και των μπαρ, πρόγραμμα για τη θεραπεία και την αναμόρφωση των αλκοολικών, έργο τέχνης. Είναι ένα απ’ όλα, όλα μαζί ή λίγο απ’ όλα.

Σε αυτό το ημερολόγιο της εσωτερικής διάλυσης που, αν διαβαστεί υπ’ αυτό το πρίσμα, η περιπλάνηση στο κείμενο γίνεται δραματικά γοητευτική και σύγχρονη, ο συγγραφέας αφηγείται την εμπειρία του από την επαφή του με τον Τζων Μπάρλυκορν (Μάρκα εταιρείας ουίσκι της εποχής. Στο κείμενο η μάρκα Τζων Μπάρλυκορν γενικεύεται και προσωποποιείται, συμπεριλαμβάνοντας καθετί που σχετίζεται με το ποτό). Μια εμπειρία που ξεκινά από τα πέντε του χρόνια και εμπλουτίζεται κυρίως σε ποσότητα χρόνο με τον χρόνο μέσα από τη θυελλώδη του ζωή. Ο ίδιος πάντως σε όλη την έκταση του κειμένου διατείνεται ότι δεν είχα κληρονομήσει τον αλκοολισμό. Κι ούτε είχα γεννηθεί με οργανική ή χημική τάση προς το αλκοόλ... Το αλκοόλ ήταν μια προσκτημένη γεύση. Την απόχτησα οδυνηρά. Το αλκοόλ ήταν ένα φριχτά ασυμβίβαστο πράγμα - πιο αποκρουστικό κι από ένα φάρμακο. Ακόμη και τώρα δε μου αρέσει η γεύση του. Έπινα έτσι για την πλάκα. Από τα πέντε μέχρι και τα είκοσι πέντε μου δεν μπόρεσα να προσέξω τη δύναμή του. Είκοσι χρόνια άθελης μαθητείας χρειάστηκαν για να γίνει ο οργανισμός μου ανεχτικός στο αλκοόλ, να κάνει την καρδιά και τα σπλάχνα μου να το επιθυμούν. Και από πού τότε προέρχεται αυτή η αντιφατική σχέση πάθους/ έρωτα και μίσους με το αλκοόλ που διατρέχει όλο το βιβλίο;  

Ο λόγος που πίνουμε είναι η επίδραση που ασκείται στο μυαλό και η οποία πρέπει να επιτελείται μέσα από το σώμα, πράγμα άσχημο για το σώμα. Ωστόσο, παρ’ όλη την απέχθεια για το αλκοόλ, τα πιο φωτερά σημεία της παιδικής μου ηλικίας ήταν οι στιγμές στα παραδοσιακά μπαρ, τα σαλούνς... κι ο Τζων Μπάρλυκορν εμψυχώνοντας την ευθυμία μου με βοηθούσε να σχεδιάσω τη ζωή της περιπέτειας που διακαώς ποθούσα... Το ότι έγινα ένα μ’ αυτή την υπέροχη συντροφιά των ελεύθερων, των αδιάντροπων κι άφοβων ψυχών το οφείλω στον Τζων Μπάρλυκορν... Γεγονός είναι ότι η είσοδος σ’ αυτόν τον κόσμο έγινε με το ποτό κι ότι η ζωή φαινόταν πως θα συνεχιζόταν πάλι με το ποτό... Όπου η ζωή αφηνότανε ελεύθερη κι ανέμελη, εκεί οι άντρες τα κοπανούσαν. Η ρομάντζα κ’ η περιπέτεια ροβόλαγαν στους δρόμους αγκαζέ με τον Τζων Μπάρλυκορν. Το ποτό σαν διαβατήριο, σαν εισιτήριο για την είσοδο στον κόσμο των (πραγματικών) ανδρών, εκεί όπου έπνεαν οι άνεμοι των περιπετειών μακριά από την εργασία στη μηχανή που ταιριάζει μόνο στα ζώα. Το τίμημα όμως που έπρεπε να καταβληθεί γι’ αυτή την είσοδο στον κόσμο της περιπέτειας ήταν τα αμέτρητα σε πολλές περιπτώσεις ποτήρια αλκοόλ έτσι ώστε να λέει συχνά ο Λόντον εν είδει απολογίας ότι ο πραγματικά βαρύς αλκοολισμός ήρθε απότομα και δεν ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας για ποτό, αλλά από πνευματική πεποίθηση. Ένα χρέος προς την είσοδο στην (πραγματική) ζωή, προς το ξεπέρασμα της εφηβείας και την εισβολή στην εποχή της ωριμότητας. Ένα χρέος πάντως «εξωτερικό», όχι δηλαδή προς τον εαυτό του αλλά προς τον «άλλο».

Αν το αλκοόλ όμως υποστηρίζει την προσπάθειά του να υπερβεί τα δεσμά της συμβατικής ζωής και να εκτελωνίσει επιτυχώς τη θέλησή του για ένταξη στην ομάδα των δυνατών και ελεύθερων, αν το αλκοόλ τον κάνει πιο κοινωνικό και στιγμιαία αισιόδοξο δημιουργώντας εξόδους κινδύνου, αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Είναι το ποτήρι κοιτάζοντάς το από τη μισογεμάτη του πλευρά. Για τον Λόντον όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά, το βάρος που του προκαλεί η ερωτική στην πραγματικότητα, σταδιακή εξάρτηση από το ποτό: Η επαναλαμβανόμενη ζάλη τής μέθης οδηγεί στην αρρώστια της συνείδησης, η φωτεινή πλευρά της ζωής, η περιπέτεια, υπονομεύεται από τη σκοτεινή. Τη θέση της γλυκιάς και σωτήριας παραμόρφωσης της πραγματικότητας που ασύνειδα προκαλούν τα καθημερινά μικρά γεγονότα του βίου στην όρασή μας, παίρνει η λειτουργία τού «δια γυμνού οφθαλμού», τη θέση του προσώπου παίρνει το κοκαλιάρικο και χωρίς μύτη κεφάλι του θανάτου. Κι αυτή η αρνητική δράση της γυμνής λογικής, καθώς την αποδίδει στην επενέργεια του αλκοόλ, συντρίβει τον Λόντον. Αποκτά την ειδικότητα του μελαγχολικού. Κάποτε στα μπαρ δένονταν οι φιλίες και αποβάλλονταν όλοι οι φραγμοί. Κι από εκεί ο δρόμος οδηγούσε στη θάλασσα, στην ωμή, γυμνή, άγρια κι ελεύθερη ζωή. Τώρα, καθώς τα σκουλήκια αναρριχώνται στο μυαλό του, το οινόπνευμα τον γεφυρώνει αρχικά με τη μελαγχολία, την αυτοκτονία και στο τέλος με τον θάνατο.

Απέναντι στο πνίξιμο από το αλκοόλ, στο επερχόμενο αδυνάτισμα των ψιθύρων από την πλευρά της ζωής και στις ανησυχίες του που έπεφταν στη νωθρότητα -αν και για τον ίδιο, όπως υποστηρίζει, όλα αυτά τα συμπτώματα δεν είναι παρά συσσωρεύσεις εκ μέρους της νεότητας, της κοινωνίας και της ίδιας της ζωής, μιας κοσμικής νομοτέλειας στο τέλος τέλος πέρα από τη βούληση του ίδιου του ανθρώπου (!)-, ο Λόντον αντιπροτείνει αρχικά τους δρόμους της αλητείας και κατόπιν τη δημιουργία, το συγγραφικό έργο.  Οι δρόμοι της αλητείας όμως οδηγούν εκ νέου στη χώρα της περιπέτειας όπου για τον Λόντον και πάλι εκεί παραμονεύει η συνάντηση με τον Μπάρλυκορν. Τελικά για τον ίδιο όλα οδηγούν στη συνάντηση με το ποτό: Οι κοινωνικές δομές, το πολιτικό σύστημα, το περιβάλλον του ανθρώπου, η ανάγκη για ένταξη στην ομάδα, η ανάγκη για αποτίναξη της απαισιοδοξίας και της μελαγχολίας, η ανάγκη για ευθυμία, η αναζήτηση έμπνευσης, η περιπέτεια της περιπλάνησης, η πνευματική υπερκόπωση, η αδυναμία του ανθρώπου, η αποτυχία, η κόπωση, η κατάρρευση, ο ίδιος ο αγώνας για τη ζωή. Παντού ο κίνδυνος να περιπέσει το άτομο στα χέρια του Μπάρλυκορν. Και μπροστά σε αυτή την πλεκτάνη που στήνει η ζωή, ο Λόντον δεν μπορεί παρά να δεχτεί στο τέλος ότι η έξη στο αλκοόλ τον έχει οδηγήσει στον εθισμό. Ό,τι τώρα καταφέρνει να αντιπροβάλει είναι το γράψιμο, το έργο. Η ηρωική προσπάθεια για την κατάθεση χιλίων έστω λέξεων καθημερινά. Τώρα όμως το αλκοόλ παύει να είναι παυσίπονο και σύντροφος και μετατρέπεται σε δηλητήριο, στη Λευκή Λογική, υπερβαίνοντας ακόμη και την ίδια τη δημιουργική προσπάθεια.

Σε αυτό το «δοκίμιο» του 1913 για τον αλκοολισμό, οι σελίδες για τα μπαρ και για τη Λευκή Λογική είναι οι πιο συναρπαστικές και οι πιο δραματικές αντίστοιχα. Ο Λόντον δεν αποδέχεται ποτέ την ηρωική πτώση όπως ο Λόουρυ. Δεν αγιοποιεί τον μεθυσμένο του (αντι) ήρωα ούτε τον κάνει κοινωνό στο θαύμα όπως κάνει ο J. Roth με τον δικό του αλκοολικό. Απλώς καταγράφει ποτήρι το ποτήρι την πορεία της πτώσης του, της ήττας του από το αλκοόλ: Ένα άλλο αποτέλεσμα ήταν ότι ο Τζων Μπάρλυκορν άρχισε να μου βάζει τρικλοποδιές. Μου έριχνε στα μούτρα την παλιά μου αρρώστια, με εκμαύλιζε πάλι στην εξεύρεση της Αλήθειας τραβώντας τα πέπλα από πάνω της, εξαπατώντας με με το να με κάνει να κοιτάζω την πραγματικότητα κατάφατσα... Κι έρχεται τώρα η σειρά του Τζων Μπάρλυκορν με την κατάρα που ρίχνει πάνω στον άνθρωπο, ο οποίος έχει φαντασία, πάθος για τη ζωή κ’ επιθυμεί να ζήσει. Ο Τζων Μπάρλυκορν πέμπει τη Λευκή Λογική του, αυτόν τον αργυρό μηνύτορα της αλήθειας που βρίσκεται πέραν της αλήθειας, την αντίθεση της ζωής... η εγκόσμια μελαγχολία... Τίποτε απ’ αυτά δε με φοβίζει. Το να φοβάσαι θα πει πως είσαι υγιής. Ο φόβος του θανάτου είναι ένδειξη ζωής. Όμως αυτή η κατάρα της Λευκής Λογικής συνίσταται από το ότι κάνει κάποιον να μη φοβάται. Η εγκόσμια αρρώστια της Λευκής Λογικής....

Στον Λόντον μπορούμε να καταλογίσουμε την άρνησή του να δει και πίσω από τις κοινωνικές συνθήκες, που παίζουν βέβαια τον ρόλο τους στην πορεία του ατόμου προς τη  δηλητηρίαση της ψυχής του, να δει και την προσωπική επιλογή του καθενός στην υπόθεση του ποτού. Έτσι αυτή του η άρνηση τον οδηγεί στην αναζήτηση βοήθειας για την καταπολέμηση του αλκοολισμού σε παράγοντες έξω από την ατομική ευθύνη, την ευθύνη του καθενός, όπως στην απαγορευτική δράση της πολιτείας ή τον ρόλο των γυναικών! Ακόμα μπορεί κανείς να του καταλογίσει ότι δεν κατανόησε ή δεν δέχτηκε ότι η μέθη, ή και η παρατεταμένη γλυκιά ημιμέθη, και η συνακόλουθη οπτική των πραγμάτων μέσα από τη Λευκή Λογική, μπορεί να έχουν (και) λυτρωτικά αποτελέσματα: Πετάγεται τότε η Λευκή Λογική λέγοντας: “Ήταν ο Λίου Πιγκ εκείνος που είχε αποφανθεί πως στον μπεκρή οι υποθέσεις αυτουνού εδώ του κόσμου φαίνονται μόνο σαν φακή στο νερό ενός ποταμού...”. Και ο Καρούζος θα συμπλήρωνε, επαναλαμβάνοντας: Γιατί η ζωή έχει αδιέξοδο, ένα μεγάλο αδιέξοδο, το θάνατο. Το αδιέξοδο αυτό, που είναι ο θάνατος, προκαλεί μια σειρά άλλων αδιεξόδων στη ζωή. Για να τα συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος τα αδιέξοδα πρέπει να φτάσει στην άκρη. Και τούτο σημαίνει να κάνει υπερβολική ζωή. Και η διάσταση της  υπερβολής είναι αυτή που κάνει λαμπερή τη ζωή. Δίνει μια αινιγματική λαμπρότητα στη ζωή.

Σε αυτό το συγκλονιστικό ημερολόγιο της πτώσης και της αγωνίας, σε αυτό το εκ του αντιθέτου ποίημα για την αξία της νηφάλιας ζωής, της δράσης και της περιπέτειας, σε αυτό το αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό σχόλιο για τη ζωή, αν βάλει κάποιος σε παρένθεση την εσκεμμένη δράση ενός ακραίου ορθολογισμού εκ μέρους του Λόντον, θα συναντήσει το μεγάλο δίδαγμα: Όταν εκδιπλώνεται η υπερβολή, μια νέα αίσθηση των πραγμάτων αναπτύσσεται στον άνθρωπο που γι’ άλλον δρα καταστροφικά και γι’ άλλον ανοίγει τον δρόμο προς την ωριμότητα. Άλλος την αντέχει αυτή τη νέα αίσθηση και άλλος όχι. Διαλέγεις και... μπαίνεις!

 

Είδα αυτούς που... τα παράτησαν και βιάστηκαν
 ν’ ανοίξουν παλαιοπωλεία όπου
 ένιωσαν ότι γερνούσαν κι έκλαιγαν...

                                                                                           A. Ginsberg

 

                                                                                              «Ο Ειδικός της Γενικότητας»


Δημήτρης Σ. Γιαννακόπουλος

                                                                                              «Ο ειδικός της γενικότητας»  

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ HAPPYFEW

Book Lovers

Κωσταντίνος Ματσούκας

poetry box

hollow sky

izi

buccaneer's gambit